Η εγχώρια πολιτική σκηνή βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια οργανική και βαθύτατα δομική κρίση στο εσωτερικό της κυβερνώσας Δεξιάς, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας κοινότοπης προσωπικής διένεξης κορυφής. Σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τη θυελλώδη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά τον Νοέμβριο του 2024, η κυβερνητική παράταξη παρακολουθεί τις διεργασίες για τη συγκρότηση ενός νέου κομματικού σχηματισμού στα δεξιά της, μια εξέλιξη που προκαλεί ισχυρούς μετασεισμούς στο Μαξίμου. Πρόκειται για την αναπόδραστη κορύφωση μιας πολυετούς, υποβόσκουσας σύγκρουσης ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη τεχνοκρατική ελίτ που διευθύνει το κυβερνητικό επιτελείο και την παραδοσιακή, εθνοκεντρική πτέρυγα της παράταξης, η οποία αναδιατάσσει βίαια τις γεωγραφίες του συντηρητικού χώρου.
Ο ορίζοντας του φθινοπώρου και οι τριγμοί στην κυβέρνηση
Η προοπτική εμφάνισης ενός αυτόνομου κομματικού φορέα υπό την καθοδήγηση του πρώην πρωθυπουργού έχει μετατραπεί στο βασικό ερμηνευτικό κλειδί των πολιτικών εξελίξεων, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στις αρχές του προσεχούς φθινοπώρου. Η επίσημη αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου αποτύπωσε ανάγλυφα την υπαρξιακή ανησυχία της κυβέρνησης για την απώλεια των παραδοσιακών της ακροατηρίων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιλέγοντας μια ρητορική που αναδεικνύει μια μάλλον συναλλακτική αντίληψη, χαρακτήρισε την κίνηση αυτή «αλυσιτελή», σπεύδοντας να υπενθυμίσει στον προκάτοχό του ότι η παράταξη τού έχει προσφέρει ήδη μια «δεύτερη ευκαιρία».
Πίσω από την επιμελώς κατασκευασμένη βιτρίνα της κυβερνητικής σταθερότητας και της θεσμικής νηφαλιότητας, στο παρασκήνιο κυριαρχεί μια διάχυτη νευρικότητα. Το πρωθυπουργικό περιβάλλον παρακολουθεί με έκδηλη αγωνία τις υπόγειες διαδρομές, τις ζυμώσεις και τις επαφές τοπικών στελεχών που αναφέρονται είτε στον σαμαρικό είτε στον καραμανλικό πυρήνα. Την ίδια στιγμή, οι ποιοτικοί δείκτες των δημοσκοπήσεων τελούν υπό διαρκή και εξονυχιστική ανάλυση, καθώς το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί να μετρήσει το ακριβές μέγεθος της εκλογικής φθοράς που μπορεί να επιφέρει η επίσημη συγκρότηση ενός αυθεντικά δεξιού πόλου.
Η κοινή μνημονιακή μήτρα και η ιδεολογική μετατόπιση
Η προϊστορία της σχέσης των δύο ανδρών εκκινεί από την κοινή τους βάπτιση στα νάματα της μνημονιακής περιόδου, μια εποχή που σημαδεύτηκε από τη βίαιη αναδιανομή του πλούτου και την εφαρμογή σκληρών πολιτικών λιτότητας. Η αφετηρία του κοινού τους βηματισμού εντοπίζεται στο μακρινό 2010, όταν η διαγραφή της Ντόρας Μπακογιάννη λόγω της επιλογής της να υπερψηφίσει το πρώτο μνημόνιο, κόντρα στην τότε αντιμνημονιακή ρητορική των «Ζαππείων», λειτούργησε ως καταλύτης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτίμησε τότε να στοιχηματίσει στην κομματική πειθαρχία υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, οικοδομώντας έναν πρώτο κώδικα εμπιστοσύνης. Η πολιτική αυτή σύμπλευση σφραγίστηκε τον Ιούνιο του 2013, όταν ο νυν Πρωθυπουργός πήρε το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, αναλαμβάνοντας την εφαρμογή των οριζόντιων περικοπών και της διαθεσιμότητας στον δημόσιο τομέα, υπό την πρωθυπουργική έγκριση του Σαμαρά.
Η συμμαχία τους επιβίωσε και της εκλογικής συντριβής του 2015. Στην εσωκομματική αναμέτρηση που ακολούθησε για την ανάδειξη νέου αρχηγού, η παρασκηνιακή αλλά καθοριστική ώθηση του σαμαρικού μπλοκ στον δεύτερο γύρο επέτρεψε στον Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει την ανατροπή απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Ωστόσο, η ιδεολογική απόσταση άρχισε να διευρύνεται ορατά από το 2018. Η στρατηγική επιλογή της νέας ηγεσίας να αντικαταστήσει τον παραδοσιακό κομματικό σωλήνα με ένα τεχνοκρατικό «μητρώο στελεχών» σηματοδότησε τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τα μέλη του κόμματος στους εξωκομματικούς «μάνατζερ», προκαλώντας ένα υπαρξιακό ερώτημα για την κοινωνική βάση της παράταξης. Ο πρώην πρωθυπουργός αξιοποίησε έκτοτε κάθε δημόσιο βήμα για να συνομιλεί απευθείας με το σκληρό δεξιό ακροατήριο.
Το παρασκήνιο των Βρυξελλών και οι υποκλοπές
Η ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία έφερε στην επιφάνεια τα πρώτα σοβαρά ρήγματα, τα οποία αρχικά κρατήθηκαν επιμελώς μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας «Το Βήμα», στο παρασκήνιο των ευρωπαϊκών διεργασιών για την αντιπροεδρία στην Κομισιόν το 2019, είχε συζητηθεί, σε μυστική συνάντηση, η προοπτική μετακίνησης του Αντώνη Σαμαρά στις Βρυξέλλες ως Επιτρόπου. Η μετέπειτα επιλογή και η αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Μαργαρίτη Σχοινά, χωρίς την προηγούμενη προσωπική ενημέρωση του πρώην πρωθυπουργού, τραυμάτισε βαριά τις σχέσεις τους. Παρά τις προσπάθειες του Μαξίμου να διατηρήσει ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας μέσω τακτικών επαφών, το κλίμα είχε ήδη ψυχρανθεί οριστικά.
Η μη αναστρέψιμη ρήξη, ωστόσο, επήλθε τον Αύγουστο του 2022 με το ξέσπασμα του σκανδάλου των υποκλοπών. Η αποκάλυψη ότι το όνομα του Αντώνη Σαμαρά φιγουράριζε στη λίστα των προσώπων που είχαν στοχοποιηθεί από το παράνομο λογισμικό Predator δεν ήταν μόνο μια βαθύτατη θεσμική εκτροπή· ήταν η μετατροπή ενός εσωκομματικού αντιπάλου σε εθνικό κίνδυνο, διαρρηγνύοντας οριστικά κάθε έννοια κοινής παράταξης. Έκτοτε, η τηλεφωνική γραμμή μεταξύ των δύο ανδρών παρέμεινε παγωμένη, με μοναδική εξαίρεση μια τυπική, σύντομη συνομιλία δύο χρόνια αργότερα για την επέτειο ίδρυσης του κόμματος.
Η εθνικιστική κριτική και η διαγραφή του Νοεμβρίου
Το 2024 σημαδεύτηκε από την ανοιχτή και συστηματική ιδεολογική αντεπίθεση του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος επέλεξε να συγκρουστεί μετωπικά με τον πυρήνα της κυβερνητικής ατζέντας. Κομβικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως η θεσμοθέτηση του γάμου ανεξαρτήτως φύλου και οι ρυθμίσεις για την εργασιακή ενσωμάτωση μεταναστών, συνάντησαν την έντονη αντίδρασή του, η οποία εκφράστηκε με την καταψήφισή τους στο κοινοβούλιο. Η εκλογική υποχώρηση της κυβέρνησης στο 28,31% στις ευρωεκλογές του ίδιου έτους αύξησε την εσωκομματική κριτική, η οποία μετατοπίστηκε από τα ζητήματα της καθημερινότητας στην αμφισβήτηση της ίδιας της ταυτότητας της παράταξης και των θεσμικών της εκτροπών.
Η κοινή πολιτική εμφάνιση και η στρατηγική ευθυγράμμιση του Αντώνη Σαμαρά με τον Κώστα Καραμανλή, με αποκορύφωμα τη συντονισμένη άρνησή τους να παραστούν στην επετειακή εκδήλωση για τα πενήντα χρόνια του κόμματος στον ιστορικό χώρο της Ρηγίλλης, κατέστησαν σαφές ότι η εσωτερική αντιπαράθεση είχε φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή. Η αυλαία αυτού του ιδεολογικού δράματος έπεσε το Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024. Η σκληρή κριτική που άσκησε ο πρώην πρωθυπουργός μέσω του Τύπου για τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής, και ειδικότερα οι ευθείες βολές κατά του Υπουργού Εξωτερικών για τη φράση «ας με πουν και μειοδότη» στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών συζητήσεων, οδήγησαν στην άμεση διαγραφή του από την κυβερνητική παράταξη.
Οι ιστορικές αναλογίες και η αποδόμηση της δεξιάς ηγεμονίας
Στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται, οι δύο πλευρές συγκρούονται πλέον με όρους ιστορικής επιβίωσης και ιδεολογικής κυριαρχίας. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να ενεργοποιήσει τα φοβικά σύνδρομα της συντηρητικής βάσης του κόμματος, εργαλειοποιώντας το τραύμα της κυβερνητικής κατάρρευσης του 1993 όταν ο Αντώνης Σαμαράς είχε αποχωρήσει από τη ΝΔ, σχηματίζοντας την Πολιτική Άνοιξη. Ωστόσο, παραβλέπει μια κρίσιμη ασυμμετρία καθώς τότε, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία· σήμερα, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η αριθμητική ήττα, αλλά η ιδεολογική απονομιμοποίηση από τα δεξιά. Στον αντίποδα, το περιβάλλον Σαμαρά απορρίπτει μετά βδελυγμίας αυτές τις αναλογίες, αντιπαραβάλλοντας την ολιγόμηνη αλλά ηχηρή διάσπαση της «Δημοκρατικής Συμμαχίας» από την Ντόρα Μπακογιάννη το 2010.
Η κυβέρνηση επιλέγει προσώρας μια τακτική ελεγχόμενης έντασης, επιδιώκοντας να ανεγείρει πολιτικά αναχώματα για να συγκρατήσει τις διαρροές στελεχών και ψηφοφόρων προς τον υπό εκκόλαψη δεξιό φορέα, ενώ παράλληλα οχυρώνεται πίσω από τις δημοσκοπικές καταγραφές στα εθνικά θέματα. Από την άλλη πλευρά, ο Αντώνης Σαμαράς, έχοντας χαρακτηρίσει το σημερινό κυβερνών κόμμα «μεταλλαγμένο», εμφανίζεται αποφασισμένος να ξεδιπλώσει την τακτική του στον χρόνο και με τον τρόπο που ο ίδιος θα επιλέξει, θέτοντας ως μοναδικό κριτήριο τη συνέπεια προς τις ιδεολογικές του αρχές. Η διάσπαση της Δεξιάς αποκαλύπτει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η εικόνα της ιδεολογικής και πολιτικής της ηγεμονίας είναι πλέον δομικά ραγισμένη.
Διαβάστε επίσης:
Σαμαράς για δάνεια νόμου Κατσέλη: «Σε ένα κράτος δικαίου οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης εφαρμόζονται»
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια