Το μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Φλέρυ - Τρελή του φεγγαριού» απελευθερώνεται στο διαδίκτυο

Πρεμιέρα αύριο, Τετάρτη 2/12, στις 10 το βράδυ από το κανάλι της Mediavox στο YouTube σε σύνδεση με το koutipandoras.gr 

Αντώνης Μποσκοΐτης 01/12/2020 | 12:29

Δεν θυμάμαι που πρωτάκουσα τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη. Θυμάμαι καλά, όμως, ότι το όνομα της το άκουσα για πρώτη φορά σε μια τηλεοπτική εκπομπή της Λιάνας Κανέλλη - αφιέρωμα στο ροκ ως τρόπος ζωής. Στην εκπομπή εκείνη, στις αρχές του 1990, ήταν καλεσμένος ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο οποίος αναφέρθηκε σ' αυτήν ως την «πιο ροκ προσωπικότητα» που'χε γνωρίσει στη ζωή του. Ιδέα, βέβαια, δεν είχα τότε πως ο Μαχαιρίτσας μνημόνευσε τη Φλέρυ, έχοντας συνεργαστεί λίγα χρόνια πριν μαζί της στα «Τσιμεντένια τραίνα», το άλμπουμ των Τερμιτών. Ύστερα ήρθε το ακρόαμα του «Κύκλου του CNS» του Μάνου Χατζιδάκι, με τη φωνή της, όπου εκεί θυμήθηκα κατευθείαν τα λόγια του Μαχαιρίτσα. Δεν είχα ξανακούσει τραγουδίστρια με τέτοια «αστρική» ερμηνεία, κάτι που δε μπορώ να εξηγήσω με ακρίβεια. Η φωνή της Φλέρυς ήταν για μένα η αποκάλυψη ενός άλλου κόσμου, ενός ατόφιου κλίματος, που είναι επίσης αδύνατο τώρα να περιγράψω με ακρίβεια. Τότε, πάντως, δεν ήξερα καν ποια ήταν αυτή η τραγουδίστρια, τι άλλα πράγματα είχε τραγουδήσει και ποιος ήταν ο βίος της. Άρχισα, λοιπόν, να μαζεύω οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου γι' αυτήν, από κουβέντες μεγαλύτερων μου ανθρώπων μέχρι τη δισκογραφία της και πιο σπάνια αποκόμματα από εφημερίδες που θα έβλεπα κάπου τυχαία.

Η Φλέρυ Νταντωνάκη με τον Αντώνη Μιτζέλο όταν έγραφαν το δίσκο των Τερμιτών «Τσιμεντένια τρένα» (1986)

Τον Ιούλιο του 1998 είμαι στη Λήμνο, υπηρετώντας στο τάγμα 285 του χωριού Ατσική. Ένα μεσημέρι που διαβάζω εφημερίδα ως εξοδούχος, διαβάζω την είδηση: «Πέθανε η Φλέρυ Νταντωνάκη, η Μούσα του ''Μεγάλου Ερωτικού''». Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Το internet δεν υπήρχε, έτσι τουλάχιστον όπως το χειριζόμαστε σήμερα, γι' αυτό και αγόρασα πολλές ακόμη εφημερίδες μαζεύοντας τα ρεπορτάζ του θανάτου της. Την επόμενη κιόλας βγήκα στην αναφορά ζητώντας εσπευσμένη άδεια για να έρθω για λίγο στην Αθήνα. Ο διάλογος με τον διοικητή του τάγματος έμεινε αλησμόνητος, όχι μόνο σε μένα, αλλά φαντάζομαι και στους υπόλοιπους στρατιώτες:

- Τι θες να κάνεις στην Αθήνα;

- Θέλω να πάω σε μία κηδεία.

- Κηδεία; Πέθανε κάποιος δικός σου, συγγενής σου;

- Όχι, μια τραγουδίστρια πέθανε.

- Ποια τραγουδίστρια;

- Η Φλέρυ Νταντωνάκη!

- Ποια ειν' αυτή;

Τη συνέχεια δε χρειάζεται να τη γράψω. Ούτε άδεια πήρα κι έτσι ούτε στην Αθήνα μπόρεσα να έρθω για να παρευρισκόμουν στην κηδεία της στο κοιμητήριο της Παιανίας.

Τα χρόνια περνούσαν και το ενδιαφέρον μου γι' αυτήν όχι μόνο δεν μειωνόταν, αλλά αυξανόταν κατακόρυφα με ιστορίες που άκουγα και που ανάγονταν στη σφαίρα του μύθου! 

Φωτογραφία: Από το αρχείο του Α. Μποσκοΐτη

Παραμονές Πάσχα του 2001, συναντώ τη Μαρίζα Κωχ. Θα μου έδινε συνέντευξη για το περιοδικό ΗΧΟΣ, έχοντας μόλις κυκλοφορήσει απ' την εταιρεία της «Το τροπάριο της Κασσιανής». Παράλληλα, δούλευα στον κινηματογράφο ως σκριπτ και βοηθός σκηνοθέτης, αλλά και σε μία τηλεοπτική σειρά ντοκιμαντέρ με τίτλο «Η ιστορία των χρόνων μου». Από τότε ήθελα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, θεωρώντας ότι πρέπει πάσει θυσία να διασωθεί η μορφή και η φωνή της στο χρόνο. Το λέω στην Κωχ κι εκείνη με παροτρύνει να το κάνω και μου λέει πως θα με βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις της, μια και η Νταντωνάκη υπήρξε φίλη της και κάποτε επρόκειτο να ηχογραφήσει και τραγούδι της σε ποίηση Βάρναλη

Η Νένα Βενετσάνου με τον δ/ντή φωτογραφίας Δημήτρη Θεοδωρόπουλο το 2001, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ (φωτογραφία: Αρχείο Α. Μποσκοΐτη)

Με τον οπερατέρ Δημήτρη Θεοδωρόπουλο βάζουμε μπροστά το project ως ανεξάρτητη παραγωγή. Η Μαρίζα μας δίνει το σπίτι της επί της Φράττι, κάτω απ' την Ακρόπολη, όπου το μετατρέπουμε σε πλατό. Αρχίζουμε τις επαφές, μια εκείνη και μια εγώ, ώστε να μαζέψουμε όλο τον κόσμο: Τον Ηλία Λιούγκο, τη Νένα Βενετσάνου, την Κρίστη Στασινοπούλου, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Χρήστο Λεοντή, τον Γιάννη Bach Σπυρόπουλο, τον Γιώργο Χρονά, τον Θανάση Μωραΐτη κ.α.

Δεν θυμάμαι καθόλου πως έφτασα στα ίχνη του Πάρι Αποστόλου, επιστήθιου φίλου της Φλέρυς, κάπου στο Κολωνάκι, ο οποίος μου παρέδωσε δύο μεγάλα ντοσιέ με όλο το αρχείο της τραγουδίστριας που διέθετε, ενώ με έφερε σε επαφή με τον Σωτήρη Μουσούρη, άλλο πολύ καλό φίλο της Φλέρυς από τη δεκαετία του 1970, όπως και με τη μοναχοκόρη της, τη Ζωή Παπαδαντωνάκη.

Τη Ζωή τη συνάντησα ένα μεσημέρι στο σπίτι της στην οδό Σαπφούς στα Μελίσσια. Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι περίπου 25 ετών τότε, ίδια κι όμοια με τη μάνα της, αλλά πιο «ανοιχτόχρωμη» θα έλεγα. Η Ζωή δεν ήθελε επ' ουδενί λόγω να εμφανιστεί μεσ' το ντοκιμαντέρ. Μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν θέλει και πολλές παρτίδες με το μουσικό συνάφι, παρόλο που της μετέφερα λόγια αγάπης από αρκετούς τραγουδιστές. Μου έδωσε, όμως, και ότι υπήρχε από τη Φλέρυ σε μία βιντεοκασέτα VHS, η οποία ήταν έτοιμη να διαλυθεί. Την ευχαρίστησα θερμά, τη χαιρέτισα και κάναμε πολλά χρόνια να ξαναμιλήσουμε, εφόσον στο μεταξύ είχε φύγει απ' την Αθήνα, είχε εγκατασταθεί στην Κρήτη κι είχε γίνει μητέρα κι η ίδια. 

Στη βιντεοκασέτα της Ζωής υπήρχε ολόκληρη η συνέντευξη της Φλέρυς Νταντωνάκη από το 1984, αφού μόλις είχε βγει ο δίσκος του Ηλία Λιούγκου, «Νυχτερινή δοκιμασία», στον οποίο η Φλέρυ συμμετείχε. Υπήρχε ακόμη υλικό από την εμφάνιση της στην ΕΛΣ στη συναυλία συμπαράστασης για τους σεισμοπαθείς του Μεξικού. Με θρησκευτική ευλάβεια θυμάμαι πως στήσαμε την Aaton Super16 κάμερα του Δημήτρη και «τραβήξαμε» σε φιλμ κατευθείαν από την οθόνη του μόνιτορ. Ένα υλικό που κινδύνευε να καταστραφεί, είχε σωθεί για πάντα. 

Δεν θα ξεχάσω και το τρέξιμο στο παράρτημα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή. Εκεί φυλασσόταν η μία και μοναδική κόπια της ταινίας «Ορέστης» του Βασίλη Φωτόπουλου, στην οποία πρωταγωνιστούσε η Φλέρυ. Έχοντας την άδεια του Φωτόπουλου, βάλαμε την βουβή κόπια στη μουβιόλα και «τραβήξαμε» αρκετά πλάνα με τη Φλέρυ ντυμένη στα μαύρα και ένα πρόσωπο σαν τραγική αρχαιοελληνική μάσκα.

Οι περισσότερες συνεντεύξεις των καλλιτεχνών τραβήχτηκαν στο σπίτι της Μαρίζας Κωχ (Κωχ, Βενετσάνου, Λιούγκος, Μωραΐτης, Στασινοπούλου, Bach) και στα κινηματογραφικά εργαστήρια του Σκλαβή στα Εξάρχεια (Μουσούρης, Ποταμιάνος, Χρονάς, Κυπουργός). Τον Χρήστο Λεοντή και τη Δήμητρα Γαλάνη τους κινηματογραφήσαμε, θυμάμαι, στα σπίτια τους, στην Παιανία και στον Κεραμικό αντιστοίχως. Ο Νίκος Κούνδουρος, μάλιστα, που μπαινόβγαινε στο σπίτι της Κωχ κατά τα γυρίσματα, μας είχε χαρίσει ένα δικό του γλυπτό, μια κουκουβάγια, που θα χρησιμοποιόταν ως μέρος του ντεκόρ. 

Η Μαρίζα Κωχ το 2001, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ, στο σπίτι της. Πίσω της, ο σουρεαλιστικός πίνακας του Νίκου Κούνδουρου που είχε χρησιμοποιηθεί και ως εξώφυλλο στις, απαγορευμένες από τη χούντα, «Αρκαδίες» του Μίκη Θεοδωράκη (φωτογραφία: Αρχείο Α. Μποσκοΐτη)

Όταν ολοκληρώθηκε η ταινία και τυπώσαμε την κόπια «0» (zero), τα λεφτά τελείωσαν και δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε στην κόπια 1. Με τον κίνδυνο να χάσουμε τις προθεσμίες για την υποβολή του ντοκιμαντέρ στο 25ο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, η Μαρίζα Κωχ βρήκε τη λύση: Τηλεφώνησε στη Βάσω, τη σύζυγο του Νότη Μαυρουδή, η οποία εργαζόταν τότε στον ALPHA. Απίστευτο πως έγιναν τα πράγματα τόσο γρήγορα, αφού μέσα σε μία εβδομάδα απ' τον APLHA εκταμιεύθηκε ένα εκατομμύριο δραχμές, το οποίο μου παραδόθηκε, με τον όρο να έμπαινε το logo του σταθμού στους τίτλους τέλους μαζί με την αναγραφή «Με την υποστήριξη» κλπ. Λογικά πράγματα δηλαδή, που τη σήμερον ημέρα μάλλον δεν θα μπορούσαν να συμβούν τουλάχιστον με την ίδια ταχύτητα. 

Η ταινία εντάχθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Δράμας. Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ήταν ο σκηνοθέτης - ποιητής και μετέπειτα πολύ φίλος μου, Λευτέρης Ξανθόπουλος, που χάσαμε μέσα στη χρονιά που διανύουμε. Εκεί γνώρισα και τον άλλο στενό μου φίλο, Αντρέα Παγουλάτο, ποιητή και θεωρητικό του κινηματογράφου, που επίσης έφυγε από τη ζωή το 2010. Εγώ πάλι στο φεστιβάλ ήμουν πρωτοεμφανιζόμενος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων στην κυριολεξία. Είχα όμως την υποστήριξη τριών σημαντικών γυναικών, που ανέβηκαν στη Δράμα για να στηρίξουν την ταινία, αλλά και μένα προσωπικά: Της Μαρίζας Κωχ, της Νένας Βενετσάνου και της ηθοποιού Εύας Κοταμανίδου. Βέβαια, η Κοταμανίδου, που την ξέχασα παραπάνω! Η Κοταμανίδου στο ντοκιμαντέρ διάβασε αποσπάσματα από συνεντεύξεις της Νταντωνάκη. Ήταν εξαιρετική! Η αυριανή πρώτη προβολή θα είναι αφιερωμένη στη μνήμη της

Η Κρίστη Στασινοπούλου το 2001 στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ (φωτογραφία: Α. Μποσκοΐτη)

Η ταινία παίχτηκε δεύτερη στη σειρά από ένα πακέτο συνολικά τεσσάρων ντοκιμαντέρ. Η αίσθηση της «νίκης» κατέλαβε ολόκληρη την αίθουσα, μια και μιλάμε για έναν διαγωνισμό. Βγαίνοντας έξω, δεν θα ξεχάσω τα δακρυσμένα μάτια των ανθρώπων και τα συγχαρητήρια που δεχόμουν. «Λυπάμαι που αυτή η γυναίκα πέρασε από δίπλα μας και δεν την άγγιξα» ήταν τα λόγια ενός νέου παιδιού, που πάντα θα κρατάω. Φύγαμε με τρία μεγάλα βραβεία από το φεστιβάλ, αυτό του καλύτερου ντοκιμαντέρ, τη διάκριση Κίνητρο του ΕΚΚ και την Εύφημο Μνεία της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Αργότερα, στα βραβεία του ΥΠΠΟ, που δίνονταν κατά τη διάρκεια του διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, τον Νοέμβριο, η ταινία απέσπασε κι ένα κρατικό βραβείο, κλείνοντας έναν κύκλο διακρίσεων και βραβεύσεων που ομολογώ πως δεν θα φανταζόμουν όταν την έφτιαχνα. 

Από κει και πέρα, ξεκίνησε ένας άλλος κύκλος προβολών της σε διάφορα αφιερώματα, μουσικά και κινηματογραφικά. Ο Μπάμπης Ακτσόγλου, που κι αυτός δεν βρίσκεται πια ανάμεσα μας, την ενέταξε σε ένα πρόγραμμα των σημαντικότερων ελληνικών μικρού μήκους ταινιών με τίτλο «Οι μεγάλες μικρές». Με προτροπή του συνθέτη και τότε διευθυντή του περιοδικού «Δίφωνο», Μιχάλη Κουμπιού, το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε στο θέατρο Coronet στο Παγκράτι, ανοίγοντας την κοινή συναυλία των Μαρίζας Κωχ - Νένας Βενετσάνου - Έλλης Πασπαλά. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το πρώτο μου μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, το «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ», η ταινία που άνοιγε την κύρια προβολή ήταν το μικρού μήκους πορτραίτο της Φλέρυς Νταντωνάκη. 

Ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκα εμπορικά την ταινία αυτή, που ομολογουμένως μου άνοιξε διάπλατα όλες τις πόρτες για μία πορεία στο χώρο του μουσικού ντοκιμαντέρ, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μόνο μία χρονιά που μου τη ζήτησαν να παιχτεί από το Κανάλι της Βουλής και την έδωσα, παρέλαβα το ποσό των 500 ευρώ ως αμοιβή για δύο συνολικά τηλεοπτικές προβολές της. Τώρα αυτό δεν ξέρω αν το λέω για καλό ή κακό, καθώς πρέπει κι οι κινηματογραφιστές κάπως να ζουν απ' την τέχνη τους, ειδικά όταν αυτή έχει και μιαν αποδοχή. 

Η «Φλέρυ - Τρελή του φεγγαριού» γυρίστηκε το 2001, συμπληρώνονται δηλαδή σε λίγους μήνες είκοσι χρόνια από την πραγμάτωση της. Μέσα σ' αυτά τα είκοσι χρόνια, δεν σταμάτησα να μελετώ και να ψάχνω κι άλλα κομμάτια του καλλιτεχνικού και ιδιωτικού βίου της Φλέρυς Νταντωνάκη με το μικρόβιο του ερευνητή. Κι εδώ, δοθείσης ευκαιρίας, να πω ότι τον χαρακτηρισμό του ερευνητή, που συχνά μου αποδίδεται, τον δέχομαι μόνο σε περιπτώσεις σαν της Φλέρυς Νταντωνάκη, προσωπικοτήτων δηλαδή που με συνοδεύουν πάντοτε και δεν σταματούν να μ' ενδιαφέρουν. 

Είχα μία κουβέντα πρόσφατα με τον μόνιμο συνεργάτη μου, τον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο: «Θέλω να επανεξετάσω το ντοκιμαντέρ για τη Νταντωνάκη» του εξομολογήθηκα, «θα'θελα να το επεκτείνω απ' τη μισή ώρα τουλάχιστον στα 90 λεπτά. Τόσο πολύ είναι το υλικό που συνεχίζει να'ρχεται στα χέρια μου». «Να το κάνεις» μου απάντησε ο Δημήτρης, «δεν είναι σπάνια συνθήκη σκηνοθέτες να εμπλουτίζουν το ήδη υπάρχον υλικό τους». Θα το κάνω, λοιπόν, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα. Και μέρος του υλικού που θα περιέχει, είναι και το αφιέρωμα που επιμελήθηκα για τον Μετρονόμο του φίλου μου του Θανάση Συλιβού και που σας το παραδίδω σήμερα με τη λαχτάρα ενός αρθρογράφου που γράφει σαν να γυρίζει ακόμη ένα ντοκιμαντέρ.

* Το ντοκιμαντέρ «Φλέρυ - Τρελή του φεγγαριού» (2002, 25') κάνει πρεμιέρα αύριο, Τετάρτη 2/12, στις 22.00 από το κανάλι της Mediavox στο YouTube σε σύνδεση με το koutipandoras.gr