Για τον Αμίρ και τον Ακίφ, για το κολαστήριο του ΚΥΤ και για τη δομή φιλοξενίας ασυνόδευτων προσφυγόπουλων

Εν όψει της δίκης του Ακίφ και του Αμίρ, βρεθήκαμε στη Μυτιλήνη και επισκεφτήκαμε το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης Μεταναστών στο Καρατεπέ, αλλά και τη δομή φιλοξενίας Ασυνόδευτων Προσφυγόπουλων.

Αντώνης Μποσκοΐτης 20/03/2022 | 10:20

Το περασμένο τριήμερο ήταν μια μεγάλη δοκιμασία για τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά μας και για την ψυχική μας αντοχή. Με πρωτοβουλία του δημοσιογράφου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιου Κούλογλου κλήθηκαν στη Μυτιλήνη ξένοι ευρωβουλευτές της Αριστεράς, ανταποκριτές του ξένου Τύπου στη χώρα μας, αλλά και ορισμένοι δημοσιογράφοι - μεταξύ αυτών και ο γράφων από το «Documento» και το koutipandoras.gr - προκειμένου να παραστούμε στη δίκη του Αμίρ και του Ακίφ και μ' αυτή την ευκαιρία να επισκεφτούμε το Καρατεπέ, όπου βρίσκεται το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης Μεταναστών, αλλά και τη δομή φιλοξενίας Ασυνόδευτων Προσφυγόπουλων. Γεμίσαμε από εικόνες και λόγια των ανθρώπων, που λίγο ευαίσθητος νά'σαι, μπορούσαν να σου προξενήσουν μεγάλη στενοχώρια και άλλη τόση οργή. Στενοχώρια για το πώς επιβιώνουν οι αλλόφυλοι, αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι συνάνθρωποι μας και οργή για το πώς αντιμετωπίζονται ακόμη από το σημερινό ελληνικό κράτος

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Την πρώτη μέρα στο νησί, την περασμένη Τετάρτη, γινόταν η κηδεία των Σομαλών προσφύγων που ξεβράστηκαν πρόσφατα από τα κύματα στις ακτές της Μυτιλήνης. Σ' ένα κοιμητήριο αρκετά μακριά από το κέντρο του νησιού, που φτιάχτηκε ειδικά γι' αυτό το σκοπό, τις κηδείες δηλαδή των προσφύγων, είχαν ήδη προσέλθει ομοεθνείς τους, που διαμένουν στο Καρατεπέ, για να αποτίσουν το δικό τους φόρο τιμής στους νεκρούς τους. Δυστυχώς εργαζόμενοι των ΜΚΟ δεν επίτρεψαν στους δημοσιογράφους την είσοδο στο νεκροταφείο με τη δικαιολογία πώς οι ίδιοι οι μετανάστες επιθυμούν την ησυχία τους μια τέτοιαν ώρα. Το σεβαστήκαμε και αποχωρήσαμε, παρόλο που ένα κοιμητήριο είναι δημόσιος χώρος και ελεύθερη πρόσβαση μπορεί να'χει ο καθένας. Εγώ ούτως ή άλλως είχα και άλλη δουλειά εκείνη τη μέρα, καθώς συμμετείχα στη συναυλία συμπαράστασης των καλλιτεχνών που δόθηκε το ίδιο βράδυ μέσα σ' ένα κατάμεστο «Πανελλήνιον», ένα απ' τα πιο ιστορικά καφενεία της Μυτιλήνης.

Δ. Μητσοτάκης, Ν. Φασούλη, Φ. Δεληβοριάς, Μ. Φριντζήλα, Δ. Μυστακίδης, Φ. Σιώτας, Α. Μποσκοΐτης

Την πτήση άφιξης στο νησί είχαμε μοιραστεί αρκετές ώρες νωρίτερα με τον Φοίβο Δεληβοριά και τη Νεφέλη Φασούλη, τον Δημήτρη Μητσοτάκη και τον Κώστα Πλατανιά, τον Φώτη Σιώτα και τη Μαρία Παπαγεωργίου - η Μάρθα Φριντζήλα, ο Δημήτρης Μυστακίδης και οι Salia Balia Band βρίσκονταν από την προηγούμενη στη Μυτιλήνη. Η συναυλία είχε τίτλο «50 τραγούδια για 100 χρόνια φυλακή» και ήταν μια πρωτοβουλία της κίνησης «Καλλιτέχνες υπέρ μιας δίκαιης δίκης για τον Μοχάμαντ και τον κάθε Μοχάμαντ», ενώ την όλη καλλιτεχνική επιμέλεια είχε η δημοσιογράφος Φωτεινή Λαμπρίδη.

Μ. Φριντζήλα - Φ. Δεληβοριάς

Δεν μπορώ να περιγράψω τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ στο «Πανελλήνιον»! Δεν ήταν μόνο το πλήθος του κόσμου που ήρθε για να δει και ν' ακούσει από κοντά πολλούς αγαπημένους καλλιτέχνες, ήταν πάνω απ' όλα τα αντιφασιστικά συνθήματα που ακούγονταν καθ' όλη τη διάρκεια της συναυλίας μαζί μ' αυτά της αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες. Σκοπός, άλλωστε, του event ήταν η κινητοποίηση των ντόπιων με σκοπό την παρουσία τους έξω από το δικαστικό μέγαρο Μυτιλήνης την επόμενη το πρωί. Από τη συναυλία κρατώ τη σύμπραξη όλων των καλλιτεχνών επί σκηνής σαν να υπήρχε παντού διάχυτο ένα οικογενειακό κλίμα, ένας μαζικός παλμός και, βασικά, η αγάπη ως κινητήρια δύναμη τους. Όλοι τους έχουν συμπράξει ξανά υπέρ κάποιου κοινωνικού σκοπού, εξαιρουμένων του Φοίβου Δεληβοριά και του Δημήτρη Μητσοτάκη, που για πρώτη φορά ένωναν τις δυνάμεις τους, αλλά και της μικρότερης της παρέας, της Νεφέλης Φασούλη, η οποία δήλωσε πως πρώτη φορά συμμετέχει σε συναυλία συμπαράστασης και διαμαρτυρίας. Σημειωτέον, τη συναυλία προλόγισε ο διπλά βραβευμένος διασώστης Ιάσονας Αποστολόπουλος - αυτός που η Πρόεδρος της Δημοκρατίας πήρε πίσω την θέληση της να τον βραβεύσει εκ μέρους της Πολιτείας τη στιγμή που εξ αιτίας αυτού του νέου ανθρώπου πάνω από 200 ψυχές γλίτωσαν από βέβαιο θάνατο στα κύματα της Μεσογείου. Με τον Ιάσονα είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε διεξοδικά και να ακούσουμε συγκλονιστικές ιστορίες από τη διάσωση προσφύγων.

Την επόμενη μέρα, Πέμπτη στις 9 το πρωί, ήμασταν όλοι έξω από τα δικαστήρια. Θα εξεταζόταν η έφεση που άσκησαν ο Αμίρ Ζαχίρι και ο Ακίφ Ρασούλι, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε 50 χρόνια φυλάκιση ο καθένας ως «διακινητές». Εδώ κολλάει, νομίζω, η άποψη επί του θέματος του Ιάσονα Αποστολόπουλου: «Δύο απαράδεκτα πράγματα συνέβαιναν: Με το που έφτανε προς τις ακτές μία βάρκα, αυτόν που μπορεί να ήξερε από πηδάλιο και άρα ήταν επικεφαλής, τον συλλαμβάνανε επί τόπου και τον βάφτιζαν ''διακινητή''. Έπειτα, είχαν να λένε οι αρχές πως οι προσφυγικές ροές μειώθηκαν, εφόσον κατάφεραν να πιάσουν τους περισσότερους διακινητές»...Αν είναι δυνατόν! Άνθρωποι που όχι μόνο παίζουν τη ζωή τους κορώνα - γράμματα, αλλά και που σώζουν άλλες ζωές, να καταδικάζονται με την κατηγορία του «διακινητή» χωρίς φυσικά να έχουν τη δυνατότητα υπεράσπισης τους. Όπως συνέβη στην περίπτωση του πολιτικού πρόσφυγα Μοχάμαντ Χανάντ Αμντίν, ο οποίος καταδικάστηκε σε 142 χρόνια φυλάκιση (!), παρόλο που έσωσε 33 άλλους ανθρώπους! Είναι να τρελαίνεσαι! Ωστόσο, έξω από το δικαστικό Μέγαρο, η έντονη παρουσία των αλληλέγγυων, Ελλήνων και ξένων, των δημοσιογράφων και των ευρωβουλευτών, καθώς και των δικηγόρων των κατηγορούμενων, οδήγησαν στην αναβολή της δίκης για την επόμενη μέρα, Παρασκευή πρωί. Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, υπήρχε και πρόβλημα με το χρόνο, εφόσον εκκρεμούσαν άλλες δίκες που προηγούνταν στη σειρά βάσει του αριθμού τους. Περιέργως, προτού μάθουμε πως η υπόθεση θα εκδικαζόταν την επόμενη μέρα, δεν μας επιτράπηκε η είσοδος στα δικαστήρια, κάτι που δεν συνέβη την Παρασκευή, όπου τελικά - όπως θα δούμε παρακάτω - η δίκη πήρε εκ νέου αναβολή για τις αρχές Απριλίου. 

Ο Αμίρ και ο Ακίφ βγαίνουν από τα δικαστήρια. Πρώτη αναβολή της δίκης.

Πάμε τώρα μέχρι το ΚΥΤ (Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης) που εδρεύει στο Καρατεπέ της Μυτιλήνης και που θα απασχολήσει το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου που διαβάζετε. Στο πούλμαν που μας οδήγησε μέχρι εκεί ήμασταν δημοσιογράφοι, μία Καταλανή και δύο Ιρλανδοί Ευρωβουλευτές, καθώς και ανταποκριτές της «Liberation» και της «Guardian» στη χώρα μας. Το κρύο ήταν τσουχτερό και η πρώτη εντύπωση ήταν αυτή ενός κανονικού χωριού - πρόχειρα στημένου - στην άκρη της θάλασσας. Οι ιθύνοντες μας περίμεναν. Αυτό το καταλάβαμε, όχι μόνο απ' τον απίστευτο αριθμό των αστυνομικών - όπως λέγαμε χαρακτηριστικά μεταξύ μας για καθέναν μετανάστη αντιστοιχεί κι ένας αστυνομικός εκεί μέσα - αλλά και από τις μαρτυρίες των προσφύγων, που είχαμε την ευκαιρία ν' ανταλλάξουμε στα γρήγορα δυο λόγια μαζί τους: «Πρώτη φορά βλέπουμε τόσο καθαρά τα χαντάκια, εκεί που πριν πέρναγες και κράταγες τη μύτη σου από τη δυσωδία» μας είπε ένας απ' αυτούς - «χαντάκι» εννοούσε το σύστημα αποχέτευσης και ο νοών νοείτο...Άλλος πάλι έλεγε πως πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε μπαλόνια, που εγώ θα τα έλεγα απόπειρα δημιουργίας καλών εντυπώσεων. Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό; Διότι εμένα μου θύμισε τα ναζιστικά στρατόπεδα του παρελθόντος που τα άσπριζαν και τα καλογυάλιζαν οι Ναζί εν όψει «επίσημων επισκέψεων»! Όσο όμως και να το ασπρίσεις, το μαύρο δεν γίνεται άσπρο. Κι εδώ μιλάμε για το απόλυτο μαύρο, την απαξίωση της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης! «Τουλάχιστον εδώ έχουμε τουαλέτα» μας εξομολογήθηκε ένας ακόμη πρόσφυγας, που είχε περάσει από το κολαστήριο στη Μόρια.

Μπροστά από τα μάτια μας πέρασαν εικόνες ντροπής. Το ΚΥΤ Μυτιλήνης δεν υπάγεται στη ΔΕΗ και το ρεύμα για τις 1.700 περίπου ψυχές εξασφαλίζεται με...γεννήτριες. Μπουγάδες απλωμένες στα δέντρα έξω από ενισχυμένες σκηνές και μικρά κοντέινερ, φάκες παντού για τα ποντίκια (λέγεται ότι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τα ποντίκια), γάτες να σουλατσάρουν και μικρά παιδιά με τα αθώα μάτια τους να κάνουν ποδήλατο. Γάτες που πιθανώς έκαναν κι εκείνες το μεγάλο ταξίδι στις αγκαλιές των ανθρώπων για να μην έμεναν πίσω και παιδιά που διεκδικούν το δικαίωμα τους στην ξεγνοιασιά και στο παιχνίδι πίσω από συρματοπλέγματα. Μιαν άλλη γιαγιά, απ' το Αφγανιστάν όπως μάθαμε, κατάκοιτη, την είχαν έξω από το κοντέινερ οι δικοί της που τη φρόντιζαν. Οικογένειες ολόκληρες που επιβίωσαν από τον υγρό τάφο της Μεσογείου και που τώρα ζουν όπως - όπως σε συνθήκες απάνθρωπες. Και, ναι, υπήρχε και υπάρχει λύση γι' αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους τη στιγμή που - ως γνωστόν - δίνονται τεράστια κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Ένωση με σκοπό την ανακούφιση των προσφύγων, αλλά και των χωρών που τους υποδέχονται. Λυπάμαι και ντρέπομαι που το λέω, αλλά εδώ πέρα έχει πέσει μεγάλη μάσα εις βάρος ανθρώπων, για τους οποίους ισχύει απόλυτα η γνωστή θυμοσοφία «όπου φτωχός κι η μοίρα του»...

Περιμένοντας να συνομιλήσουμε με τον διοικητή του ΚΥΤ, μπλεχτήκαμε σε συζήτηση - ανάθεμα την ώρα - με τον Ρίτσαρντ Σπυρίδονα Χαγκαμπιμάνα, πρόσφυγας από το Μπουρούντι κι αυτός, ομιλών απταίστως την ελληνικήν, ο οποίος εκτελεί χρέη υποδιοικητού, άκουσον, άκουσον! Σίγουρα ο υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής και ασύλου, Νότης Μηταράκης, έχει τοποθετήσει εκεί έναν άξιο υποστηρικτή του στα όρια της υποτέλειας. Πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω όταν ο άνθρωπος αυτός, όντας ο ίδιος πρόσφυγας από την υποσαχάρια Αφρική, ξεχώριζε τους πρόσφυγες σε «νόμιμους» και «παράνομους», ενώ έλεγε και ξανάλεγε «ο υπουργός μου» κι «ο υπουργός μου», αποφεύγοντας να κάνει πολιτικές δηλώσεις, τις οποίες ωστόσο μια χαρά τις έκανε, κάνοντας κρόσσια και τα δικά μας νεύρα; Κι όταν οι συναδέλφισσες Δέσποινα Κουτσούμπα και Αλεξάνδρα Χριστακάκη, του ζητούσαν να αφήσει κατά μέρος τη Συνθήκη της Γενεύης, την οποία συνέχεια επικαλούταν, και να μας πει εκείνος που έφτασε απ' το Μπουρούντι στην Ελλάδα, από ποιο όμορο κράτος ζήτησε άσυλο πρώτη φορά, οι τόνοι ανέβηκαν και το πράγμα θα εξελισσόταν σε κανονικό καυγά! Το χειρότερο,όμως, που έκανε ο Χαγκαμπιμάνα - μπροστά στα μάτια μας εξ ου και το αναφέρω - ήταν να πάρει λίγο παραπέρα τον διοικητή του ΚΥΤ και να του συστήσει: «Μην πεις τίποτα σ' αυτούς, είναι επικίνδυνοι» (ή κάτι παρεμφερές τέλος πάντων). Αποτέλεσμα ήταν, πράγματι, να μην μάθουμε και τίποτα σημαντικό από τον διοικητή παρόλη την αρχική καλή του διάθεση. Ούτε καν δηλαδή μάθαμε τίποτα και από τους εργαζόμενους στη δομή, αφού, όταν ο ανταποκριτής της «Liberation», Φαμπιέν Περιέ, ρώτησε μία υπάλληλο αν θα μπορούσε να ζει η ίδια εκεί μέσα, πήρε την απίστευτη απάντηση: «Μια χαρά είναι, έχουν και τη θέρμανση τους και τα πάντα τους. Ξέρεις πόσα πληρώνω εγώ έξω για ρεύμα;» Πάρ' τη στο γάμο σου αυτή να σου πει και του χρόνου, ένα πράγμα...

Με τη συνάδελφο Αλεξάνδρα Χριστακάκη, απεσταλμένη της «Αυγής»

Ό,τι μάθαμε, το μάθαμε από τους ίδιους τους πρόσφυγες με τα κουτσοαγγλικά τους οι περισσότεροι. Και μια στιγμή φαινομενικής χαλαρότητας που έπιασε ο φακός μας: Ένας πολιτικός πρόσφυγας από το Αφγανιστάν κουρεύει έναν άλλο πρόσφυγα από τη Σομαλία. «Είμαι εδώ πέντε χρόνια» μας είπε, «δουλεύω κουρέας και είμαι εντάξει, συγκριτικά με το από που ήρθα». Πέντε χρόνια; Δεν τα λες και λίγα για ένα κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης που υποτίθεται λειτουργεί ως transit, με σκοπό δηλαδή την προώθηση των μεταναστών σ' άλλες χώρες.

Σε κάποια φάση είδα τον Ιάσονα Αποστολόπουλο κατηφή, σκοτεινιασμένο απ' το όλο θέαμα. Το ίδιο σκοτεινιασμένοι ήμασταν κι όλοι με μένα να μη ντρέπομαι να ομολογήσω πως άφησα τα δάκρυα μου να τρέξουν κάτω από τη μάσκα μου, περιδιαβαίνοντας κυριολεκτικά μέσα από την ανθρώπινη δυστυχία και εξαθλίωση. Η Δέσποινα Κουτσούμπα μου κράτησε το χέρι και περπατήσαμε μαζί - δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή της την κίνηση. Είδαμε και το σχολείο του οικισμού, στο οποίο παρακολουθούν μαθήματα πολύ λίγα παιδιά συγκριτικά με τον αριθμό των έγκλειστων. Όχι για άλλο λόγο - όπως μας είπαν - μα για το ότι τα περισσότερα παιδιά προωθούνται σε άλλες χώρες, άρα είναι αδύνατο να παρακολουθήσουν και να ολοκληρώσουν έναν πλήρη κύκλο μαθημάτων. Κι όταν είδαμε και μερικούς ηλιακούς θερμοσίφωνες, που έμοιαζαν με πολυτέλεια στα όρια του σουρεαλισμού, ενημερωθήκαμε πως αυτή τη στιγμή στο κέντρο λειτουργούν περίπου 50 - 60 ντουζιέρες και τουαλέτες για 1.700 - επαναλαμβάνω - άτομα!

Μπήκαμε στο λεωφορείο και συνεχίσαμε το οδοιπορικό στους Τόπους του Μαρτυρίου, εκεί, σ' ένα μεγάλο ελληνικό νησί που η γεωγραφική του θέση το έκανε λιμάνι των απόκληρων της ζωής. Α, και κάτι ακόμη: Όταν φτάσαμε στο ΚΥΤ, είδαμε να έρχονται από την έξοδο τους κάποιοι έφηβοι Αφρικανοί. Οι αστυνομικοί έλεγξαν τους ίδιους και τις τσάντες τους, όπως κάνουν εμάς στα αεροδρόμια πριν εισέλθουμε στις θύρες αναχώρησης της πτήσης. «Γιατί τους φέρεστε σαν να είναι εγκληματίες;» ρώτησε ο Ιάσονας. Δεν πήρε φυσικά καμία απάντηση...Επόμενη στάση: Η δομή φιλοξενίας Ασυνόδευτων Προσφυγόπουλων της Λέσβου. Εκεί, όπως διαπιστώσαμε, τα πράγματα είναι ευτυχώς πολύ καλύτερα, όχι μόνο για το νησί, μα και σε σύγκριση με την Αθήνα, θα πρόσθετα.

Ο φιλόλογος Πάρις Ράδος που εργάζεται στον έναν απ' τους συνολικά έξι ξενώνες φιλοξενίας ασυνόδευτων προσφυγόπουλων

Μέσα σ' ένα νεοκλασικό προσεγμένο κτίριο, φιλοξενούνται 22 ανήλικοι ασυνόδευτοι αυτή τη στιγμή, με ικανότητα φιλοξενίας τα 26 παιδιά στο σύνολο τους. Είναι ο ένας από τους έξι ξενώνες φιλοξενίας της «Ηλιαχτίδας» στη Λέσβο, που φιλοξενεί παιδιά από το Αφγανιστάν και τη Σομαλία κατά 90%, ενώ υπάρχουν και ανήλικοι από το Κογκό και την Αιθιοπία. Σύνολο: 148 ασυνόδευτα προσφυγόπουλα και άλλα 20 στην ημιαυτόνομη διαβίωση, δηλαδή σε διαμερίσματα. Ρώτησα την υπεύθυνη Βασιλική Ανδρεαδέλη, νοσηλεύτρια στο επάγγελμα και εθελόντρια στη δομή, να μας πει τις ηλικίες των παιδιών κι εκείνη κάλεσε ως πιο αρμόδιο για να μας μιλήσει τον φιλόλογο και δάσκαλο τους, Πάρι Ράδο. Ο Ράδος μας ενημέρωσε με τη σειρά του πως τα παιδιά είναι από 15 μέχρι 18 ετών, αν και στο παρελθόν έχουν φιλοξενηθεί και 12χρονοι πρόσφυγες. Υπάρχουν φυσικά και δύο ξενώνες για κορίτσια, αλλά και για τα παιδιά τους. «Σήμερα είχαμε γεννητούρια» έσπευσε να μας πει όλο χαμόγελο η Ανδρεαδέλη! Και συνέχισε τη μαρτυρία της: «Την 1η Αυγούστου του 2017 μπήκαμε στο ευρωπαϊκό AMIF (Asylum, Migration & Integration Fund). Μας κάλεσαν στη διαχειριστική αρχή τον Σεπτέμβρη του '17 για να μας πουν ότι οι προμήθειες θα γίνονται με το 44/12, δηλαδή με το σύστημα του δημοσίου. Επειδή τυχαίνει να'μαι δημόσιος υπάλληλος, τους ρώτησα πότε υπολογίζουν να μπουν τρόφιμα στους ξενώνες και μου απάντησαν κατά τον Νοέμβριο. Κι όταν εύλογα ρώτησα τι θα γίνει μέχρι τότε, μου απάντησαν πως δεν θα είναι επιλέξιμη δαπάνη! Είναι κάτι που δεν έχει να κάνει με τις εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά με την έλλειψη στελέχωσης των υπηρεσιών. Πόσοι εργαζόμενοι θα κάτσουν να δουλέψουν έτσι στη διαχειριστική αρχή; Χαμένες εργατοώρες για να διεκδικήσεις τα αυτονόητα. Απ' τη μια, η γραφειοκρατία μπορεί να'ναι αφόρητη, αλλά μπορεί να σε γλιτώσει κι απ' άλλα δεινά, σαν αυτό της διαπλοκής. Προσωπικά με ενοχλεί η απουσία της κοινής λογικής».

Η Ανδρεαδέλη έπειτα μας λέει πως αν αυτή τη στιγμή κάποιο παιδί αρρωστήσει και μεταφερθεί στο νοσοκομείο, δεν καλύπτουν τη νοσηλεία του. «Έτσι εγώ θα πρέπει να έχω τον φροντιστή 24 ώρες το 24ωρο» συνεχίζει, «κι αν δεν μου φτάνει ο αριθμός, θα πληρώσω αποκλειστική. Δεν θα άφηνα κανένα παιδί μόνο του στο νοσοκομείο». Μας μιλάει ακόμη για έναν τρομερό έλεγχο που τους γίνεται ώστε να βαδίζουν απόλυτα με το γράμμα του νόμου. Γι' αυτά τα 22 παιδιά, πάντως, γίνονται προσπάθειες ώστε να παρακολουθήσουν το ελληνικό δημόσιο σχολείο. Εδώ παρεμβαίνει ξανά ο Πάρις Ράδος, υπεύθυνος για την εκπαίδευση στον ξενώνα: «Μιλάμε για συνολικά 50 παιδιά σ' όλους τους ξενώνες που θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μαθήματα από το νηπιαγωγείο μέχρι το λύκειο. Ξεκινάμε μ' ένα μεγάλο γκρουπ εγγραφών κάθε αρχή σχολικής χρονιάς και επειδή ο πληθυσμός μεταβάλλεται, κάθε φορά που έχουμε κάποιο κενό από παιδιά που προωθούνται στο εξωτερικό ή την ενδοχώρα, γίνεται αντικατάσταση τους από άλλα παιδιά. Δυστυχώς στη Λέσβο ο αριθμός των τάξεων υποδοχής στα ελληνικά σχολεία, δεν αρκεί για να καλυφθούν όλες οι ανάγκες». Που νά' ξερε ο άνθρωπος ή μάλλον σίγουρα θα το ήξερε πώς στην Αθήνα σήμερα δεν υπάρχει καμία τάξη υποδοχής! 

Ρωτήσαμε τον Ράδο για το προφίλ των ασυνόδευτων προσφυγόπουλων: «Ο συγκεκριμένος ξενώνας άλλαξε σύσταση το τελευταίο τρίμηνο. Από το 2016 μέχρι και τους πρώτους μήνες του 2021 φιλοξενούσαμε αποκλειστικά παιδιά από το Αφγανιστάν. Τελευταία έρχονται παιδιά από την υποσαχάρια Αφρική, κυρίως από τη Σομαλία. Πρόκειται για παιδιά του Εμφυλίου με διαλυμένες οικογένειες ή και καθόλου οικογένειες, αλλά και κάποια που ακόμη και νά'χουν συγγενείς, έρχονται για μια καλύτερη ζωή. Τα περισσότερα παιδιά από το Αφγανιστάν, πάντως, έφυγαν κυνηγημένα από τους Ταλιμπάν, για να μη στρατολογηθούν σε μια παράλογη σύρραξη. Άσε που το νά'σαι Αφγανός στο Ιράν, θεωρείται πολύ δύσκολη περίπτωση. Τους έχουν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, σαν ανθρώπους - φαντάσματα. Υπάρχει πολύς ρατσισμός και πολλές επιθέσεις». Ρώτησα τον Ράδο αν η συγκεκριμένη εργασία αύξησε τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά του. Μου απάντησε πως από το 2007 δουλεύει με ευπαθείς ομάδες, όπως οι Ρομά και παλιότερα οι ΑΜΕΑ, επομένως πάντα ασχολιόταν με το ευάλωτο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τέλος, μάθαμε ότι είχε την εμπειρία να ζήσει ως εργαζόμενος τον εφιάλτη της Μόριας και από το 2017 να απασχοληθεί κατ' επιλογήν με τους ξενώνες για τα ασυνόδευτα.

Την παραμονή στους ξενώνες τα παιδιά τη βλέπουν σαν ένα στάδιο μετάβασης. Σαν να έχει τελειώσει το διάστημα της ταλαιπωρίας και των βασάνων τους στο campus και τώρα περιμένουν κάτι άλλο, το οποίο έχει σχέση με την οικογενειακή ιστορία και την πορεία του καθενός. «Προσπαθούμε να κάνουμε δημιουργικό το διάστημα της παραμονής των παιδιών στον ξενώνα» λέει πάλι ο Πάρις Ράδος και γίνεται συγκινητικός. «Να κάνουν όμορφα πράγματα και να μην περιμένουν απλά την απάντηση για το που θα'ναι το επόμενο μέρος που θα μετακινηθούν. Κανένας δεν έρχεται με το σκεπτικό ''Θα μείνω εδώ''. Έχουν πάντα στο μυαλό τους τη συνέχεια, εδώ όμως ξέρουν ότι είναι το πιο ασφαλές μέρος μετά την περιπέτεια της απομάκρυνσης τους απ' τις χώρες τους».

Τη συζήτηση μας διακόπτει η είσοδος στο χώρο ενός νεαρού πρόσφυγα με κιθάρα στα χέρια. Μας τον συστήνουν, είναι ο Μαγντί που δεν μιλάει καθόλου αγγλικά και ξέρει μόνο μερικές ελληνικές λέξεις. Με τη βοήθεια μεταφράστριας μαθαίνουμε την ιστορία του: Ο Αφγανός Μαγντί είναι 16 ετών πρόσφυγας. Έφυγε από το Ιράν αφού για κει οι Αφγανοί είναι όπως ήταν οι Αλβανοί για τους Έλληνες στα 90s - αυτό που μας είχε πει πριν και ο Έλληνας δάσκαλος του. Πλήρωσε σχεδόν 2500 ευρώ για να έρθει με βάρκα απ' την Τουρκία στην Ελλάδα. Δεν ήξερε τι ήταν θάλασσα. Συνταξίδεψε με δύο μωρά άρρωστα, το ένα με όγκο στο κεφάλι, και έναν άλλον καρδιοπαθή. Έβρεχε και είχε αέρα. Αν αναποδογύριζε η βάρκα, δε θα ήταν εδώ. Σήμερα τελικά φιλοξενείται στο κέντρο Ασυνόδευτων Προσφυγόπουλων στη Μυτιλήνη. Τον ρώτησα αν αγαπάει τη θάλασσα. ''Μόνο για να ψαρεύω" μου απάντησε. Τον ρώτησα αν έχει γονείς. "Μόνο μια μάνα στο Ιράν " μου απάντησε. Τον ρώτησα αν αγαπάει την Ελλάδα. "Δεν έχω κανέναν εδώ, δεν ξέρω κανέναν και είμαι περαστικός. Με δέχτηκαν ήδη στην Πορτογαλία και περιμένω να μου στείλουν τα εισιτήρια" μου απάντησε. Ο Μαγντί, αν και μόνο 16, έμοιαζε αρκετά μεγαλύτερος. Κι όταν άφησε την κιθάρα, πρόσεξα τις συντεταγμένες στις παλάμες του σαν να είχαν αλλάξει πορεία. Έτσι άλλαξε και η μοίρα του και το ριζικό του στη γη αυτή. Τέλος της επίσκεψης μας στον ξενώνα φιλοξενίας ασυνόδευτων προσφυγόπουλων με κεράσματα και δωράκια από τους υπεύθυνους εργαζόμενους. Μία επίσκεψη - βάλσαμο κανονικό μετά το δράμα των έγκλειστων προσφύγων στο ΚΥΤ στο Καρατεπέ!

Την επόμενη μέρα, Παρασκευή πρωί, βρεθήκαμε πάλι έξω από τα δικαστήρια, λίγες ώρες πριν αναχωρήσουμε για την Αθήνα. Καμία πρόοδος. Ευτυχώς δεν μας πήρε πολύ χρόνο για να ξαναδούμε τον Αμίρ και τον Ακίφ να βγαίνουν απ' το δικαστικό Μέγαρο, συνοδεία αστυνομικών, και να πληροφορηθούμε πως η δίκη θα πραγματοποιηθεί με οριστική νέα ημερομηνία αυτήν της 7ης Απριλίου. «Venceremos» τους φώναξε η Λαμπρίδη με υψωμένη τη γροθιά της. Απ' έξω η νεαρή σύζυγος του Αμίρ με το βρέφος τους στην αγκαλιά, ξεσπά σε κλάματα για την καινούργια ταλαιπωρία που τους περιμένει. Οι ακτιβιστές μαζεύουν το μεγάλο πανό αλληλεγγύης απέναντι από την είσοδο του δικαστικού Μεγάρου. Λίγο μετά, μέσα στο βαν που μας μετέφερε στο αεροδρόμιο, έφερα ξανά στο νου μου εκείνο το αθώο βλέμμα των μικρών προσφυγόπουλων με τα ποδηλατάκια τους μέσα στο στρατόπεδο του Καρατεπέ. Και τότε θυμήθηκα εκείνον τον αριστουργηματικό στίχο της Λένας Πλάτωνος: «Ένα απόγευμα/ ο γιος του Ρουμάνου έχασε το κοτοπουλάκι του/ χτύπησε όλες τις πόρτες και τα μεγάλα του μάτια/ καθώς το αναζητούσαν μάταια, μου φάνηκαν χοάνες/ που από μέσα τους μπορούσε ο καθένας/ να διακηρύξει τα ανθρώπινα δικαιώματα».