Η πρόσφατη στοχευμένη έρευνα του Eteron για την Οικονομική Δικαιοσύνη αποτυπώνει μια καθολική αλήθεια, ότι 4 στους 5 Έλληνες χαρακτηρίζουν τη χώρα άδικη, ενώ το 86% ζητά αυξημένη φορολόγηση των ευπόρων και ελάφρυνση των μισθωτών. Αν διατρέξει κάποιος την έρευνα και τις ανταποκρίσεις του δείγματος αντιλαμβάνεται πως δεν πρόκειται για μια εφήμερη μειοψηφική αγανάκτηση, αλλά για μια συμπαγή κοινωνική πλειοψηφία, που έχει βγάλει τα συμπεράσματά της. Το ερώτημα είναι γιατί το πολιτικό σύστημα επιλέγει να κλείνει τα αφτιά του μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα.
Η απάντηση βρίσκεται στην απόσταση που χωρίζει την επίσημη ρητορική από τη βιωμένη καθημερινότητα. Αν και η Ελλάδα του 2026 παρουσιάζεται τυπικά σε τροχιά ανάκαμψης, πάνω από τους μισούς πολίτες δηλώνουν δυσαρεστημένοι από την οικονομική του κατάσταση. Ο Gabriel Zucman έχει χαρακτηρίσει αυτή την αντίφαση δομική: μέσω offshore και κεφαλαιακών κερδών, ο πλούτος συσσωρεύεται στην κορυφή της πυραμίδας αντί να διαχέεται στην κοινωνία. Το ελληνικό μοντέλο παραμένει έτσι δέσμιο μιας άδικης εξίσωσης: κρατικοποίηση του ρίσκου για τους πολλούς, ιδιωτικοποίηση της ανταμοιβής για τους λίγους.
Αυτή η οικονομική ασυμμετρία, ωστόσο, δεν γεννά μόνο υλική υστέρηση, αλλά και μια βαθιά αίσθηση ηθικού εμπαιγμού. Δεν είναι τυχαίο ότι το 46% των ερωτηθέντων εντοπίζει την κύρια πηγή αδικίας στην έλλειψη αξιοκρατίας. Η κοινωνία δεν απορρίπτει την προσπάθεια, αλλά καταγγέλλει ένα «στημένο» παιχνίδι. Αυτό που ο Michael Sandel ονομάζει «ψευδο-αξιοκρατία» και λειτουργεί ως το τέλειο ιδεολογικό άλλοθι του συστήματος, μετατρέποντας τις συστημικές ανισότητες σε ατομική ενοχή. Όμως η ηθική οργή των Ελλήνων αρνείται να καμφθεί, αξιολογώντας την οικονομία με βάση την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και όχι τους στατιστικούς δείκτες.
Κι ενώ η κοινωνική βάση βράζει, η αντίδραση της πολιτικής ελίτ χαρακτηρίζεται από μια σκόπιμη αδιαφορία. Οχυρωμένα πίσω από ένα τεχνητό «κέντρο» και τη γλώσσα της διαχειριστικής εφικτότητας, τα κόμματα που διεκδικούν εξουσία αποφεύγουν κάθε ουσιαστική δέσμευση επεξεργασμένων θέσεων. Ακούμε διαρκώς εύηχη ρητορική για «δίκαιη ανάπτυξη» και «σύγχρονο κράτος». Δεν ακούμε ποτέ, όμως, το αποφασιστικό ερώτημα: ποιος επιβαρύνεται οικονομικά και ποιος παύει, επιτέλους, να απαλλάσσεται;
Το πιο αποκαλυπτικό παράδοξο αυτής της αδράνειας αποτυπώνεται στον τρόπο που διαχειρίζονται τις σύγχρονες προοδευτικές ιδέες. Ενώ το αίτημα για ένα «στρατηγικό κράτος», όπως το προσδιορίζει η Marriana Maccucato στο Entrepreneurial State, που επενδύει με όρους κοινωνικής απόδοσης, ανήκει νομοτελειακά στην Αριστερά και το προοδευτικό Κέντρο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν αυτός που έσπευσε να συνομιλήσει μαζί της στο πρόσφατο Συνέδριο του Economist στα Χανιά. Οικειοποιήθηκε έξυπνα το high-tech λεξιλόγιο της καινοτομίας, αφαιρώντας όμως το αναδιανεμητικό του περιεχόμενο. Και το πέτυχε απλώς επειδή η αντιπολίτευση έχει αφήσει το προνομιακό της πεδίο διαθέσιμο.
Για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση, απαιτείται η επιστροφή σε ριζοσπαστικές πολιτικές ουσίας αντί ενός μαρκετιστικου allure. Ριζοσπαστικό σημαίνει να χτυπάς το πρόβλημα στην πηγή του και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί πολλοί το φοβούνται, πλατσουρίζοντας τα ρηχά νερά ενός απολιτίκ “κέντρου”.
Σήμερα, οι εύποροι δανείζονται έναντι των μετοχών ή των ακινήτων τους για να ζουν πλουσιοπάροχα, χωρίς να πουλάνε τα περιουσιακά τους στοιχεία, αποφεύγοντας έτσι τον φόρο εισοδήματος. Ο Zucman προτείνει τη φορολόγηση αυτών των κερδών πριν την πώληση. Ανώτατα όρια στους μισθούς των golden boys και απαγόρευση επαναγοράς μετοχών. Επανεπένδυση των κερδών τους στην έρευνα, την καινοτομία και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιοπρέπεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το έπαθλο μιας ατομικής κοινωνικής ανέλιξης, αλλά ως ένα αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα. Αυτό προϋποθέτει ένα κράτος που δεν διαχειρίζεται απλώς τη φτώχεια μέσω επιδομάτων, αλλά παλεύει να την εκριζώσει.
Στην Ελλάδα του 2026 δεν λείπει η κοινωνική ωριμότητα ή η συναίνεση, λείπει η πολιτική παρρησία. Αν οι προοδευτικές δυνάμεις δεν βρουν το θάρρος να εκπροσωπήσουν την αδικημένη πλειοψηφία, το κενό θα καλυφθεί αναπόφευκτα από δυνάμεις του ακραίου λαϊκισμού, που θα καπηλευτούν τον θυμό οδηγώντας στην αποδόμηση της κοινωνικής συνοχής.
(Πηγή: Substack)
Διαβάστε επίσης:
Η τίμια μεταγραφή της πορτοκαλάδας
Ξαναζεσταμένη Νοσταλγία & Fast-Forward Επαναστάσεις
Η χαμένη πολιτική των αξιών: Ανάμεσα στα ενοίκια των 500€ και το «Τραμπιστάν»
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια