NewsRoom
16/02/2020, 09:00

Μια αναδρομική αποκαθήλωση

Το κυνήγι της είδησης των οσκαρικών νικητών στη Θεσσαλονίκη των αρχών των 80s, οι εκπλήξεις που πλέον δεν είναι εκπλήξεις και κάποιες αδικίες που θα μείνουν ασυγχώρητες έως τη στιγμή που ο ήλιος θα αρχίσει να βγαίνει από τη δύση

NewsRoom 16/02/2020 | 09:00

Νομίζεις πως ήταν χθες. Θυμάσαι πώς περίμενες τη μαγική βραδιά με τεράστια ανυπομονησία. Αρχές δεκαετίας του ’80. Εποχή χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Το διαδίκτυο αποτελούσε προϊόν προχωρημένης και άκρατης φαντασίας. Οι εφημερίδες στα καλύτερά τους χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό – μια που η τηλεόραση αριθμούσε μονάχα τα δύο κρατικά κανάλια. Τότε ήταν που τηλεφωνούσες αγχωμένος για να πληροφορηθείς τα αποτελέσματα των φιλικών αγώνων του καλοκαιριού (!), σηκωνόσουν από τα άγρια χαράματα μιας Δευτέρας για να μάθεις ποια ταινία βραβεύτηκε, ποιοι ηθοποιοί...

Ο κόσμος των Oσκαρ σε καλούσε υπερατλαντικά, ασκούσε μια μακρινή ακατανίκητη έλξη. Εκτιμήσεις γίνονταν πάντα, αλλά με τεράστιο δείκτη δυσκολίας. Σαν ένα ΠΡΟΠΟ με 13άρι απολύτως απρόβλεπτο. ΠΡΟΠΟ είπαμε; Ναι, δεν υφίστατο η έννοια του στοιχήματος. Για την Ελλάδα μιλάμε, για να μην παρεξηγούμαστε. Oχι για τη «γηραιά Αλβιώνα»!

ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΟΣΚΑΡ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ

Ομως καθώς πλησίαζαν στο φινάλε τους τα 80s, επήλθε η πρώτη καθοριστική μεταβολή. Εμφανίστηκαν τα ιδιωτικά κανάλια. Αυτά όφειλαν εξ ορισμού να ρίξουντο βάρος στην ψυχαγωγία. Οχι τόσο με την έννοια της αγωγής της ψυχής. Πιότερο με την άλλη, της διασκέδασης. Τα βραβεία της αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου προσφέρονταν απόλυτα για κάτι τέτοιο. Η ικανότητα του Χόλιγουντ να ντύνει (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά) το προϊόν του όμορφα, ελκυστικά, χορταστικά για τα μάτια δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Τι να μας πουν οι Κάννες, η Βενετία, το Βερολίνο, τα απανταχού φεστιβάλ, η φτωχομάνα Σαλονίκη! Εκαστος στο είδος του... σύμφωνα με κλασική διαφημιστική ατάκα.

Το ενδιαφέρον, ήδη υπαρκτό για κάτι τόσο εξωτικό για τον τόπο μας, δεν τονώθηκε απλώς. Κατέστη επιτακτική ανάγκη η κάλυψη του θέματος από την τηλεόραση. Ζωντανά, όχι σε κονσέρβα. Η συνδρομητική πλατφόρμα του Filmnet, όταν μπήκε στο παιχνίδι το 1994-95, όρμησε στο ψαχνό. Τα Οσκαρ εισέβαλαν στα σπίτια μας, λατρεύτηκαν από σινεφίλ αλλά και –κυρίως– από trendy boys και κουτσομπολίστικες στήλες που δεν εστίαζαν πλέον στην αξία των εικόνων του νικητήριου κινηματογραφικού έργου. Εφτανε και με το παραπάνω το ζουμάρισμα της κάμερας στα πρόσωπα και φυσικά στα κορμιά και τα συνολάκια των σταρ. Η μόδα über alles.

Οι παλιοί οπαδοί πέρασαν σταδιακά στην κατηγορία του φιλάθλου. Δεν αρνούνταν τον θεσμό αλλά αποστασιοποιούνταν λίγο λίγο. Αδημονούσαν άλλοτε, ενδιαφέρονταν ακόμη και τώρα. Ξενύχτησαν στο Ράδιο Σίτυ, το Ολύμπιον, σε σπίτια φίλων με Nova ή OTE. Πανηγύρισαν για τη δικαίωση του Κλιντ Iστγουντ, είτε για τους «Ασυγχώρητους» είτε για το «Million dollar baby». Χαλάστηκαν με την πλειονότητα των βραβείων του 21ου αιώνα. Περισσότερο, όμως, τους έλειψε πια η αγωνία. Οι εταιρείες τυχερών παιχνιδιών δίνουν αποδόσεις. Οι νικητές ξεκαθαρίζουν μέσω αυτών πολύ προτού φτάσει η στιγμή που ανοίγει ένας φάκελος και ακούγεται η φράση: «And the Oscar goes to...». Το ξέρουμε ήδη. Και φέτος. Υπάρχουν «1917» λόγοι που δεν θα επικρατήσουν σε αμερικανικό έδαφος ξενόφερτα «Παράσιτα». Κι ας κάνουν τόσο καλό στην υγεία... όχι μόνο του εντέρου αλλά και της ψυχής μας! Με τη (φρούδα) ελπίδα να διαψευστούμε τη νύχτα της 9ης (ξημερώματα 10ης για την Ευρώπη) Φεβρουαρίου, το κινηματογραφικό ποίημα του Μπονγκ Τζουν Χο, που μιλά την κορεατική και όχι την αγγλική γλώσσα θα φύγει με δυο τρεις σημαντικές διακρίσεις. Καλύτερη διεθνής ταινία, μοντάζ και σενάριο παίζουν γερά στο τραπέζι. Δεν είναι καθόλου ασήμαντες τούτες οι πιθανές νίκες του. Ισα ίσα. Ξυπνούν μέσα μας συναισθήματα, σαν τη στενοχώρια (που φτάνει... κάποτε στην οργή) για κάποιες άλλες δημιουργίες. Για πεταμένα στον οσκαρικό κάδο αριστουργήματα που ευτυχώς ο χρόνος και οι θεατές δικαίωσαν και αποκατέστησαν. Τα αναγνώρισαν, τα τοποθέτησαν εκεί που τους αρμόζει: στην κορυφή της έβδομης τέχνης. Κι ας μην κράτησε ο παραγωγός ή ο σκηνοθέτης τους το αγαλματίδιο. Το εντυπωσιακό (και θλιβερό) με ορισμένα κορυφαία φιλμ εντούτοις δεν είναι ότι δεν τιμήθηκαν, αλλά ότι δεν αξιώθηκαν ούτε μία υποψηφιότητα!

Θέλετε τίτλους; Ας εμπνευστούμε καταρχάς από τη φετινή απονομή για να εντοπίσουμε δυο τρεις φορές που το Χόλιγουντ έσφαλε κραυγαλέα σφυρίζοντας αδιάφορα. Στο πρωτοποριακό, ανεξάρτητο «Reservoir dogs» τού σημερινού διαγωνιζόμενου για το «Κάποτε στο... Χόλιγουντ» Κουέντιν Ταραντίνο. Προτού αποθεωθεί με το «Pulp fiction» (το οποίο, όμως, κέρδισε μόνο το πρωτότυπο σενάριο), το τρομερό παιδί του αμερικανικού κινηματογράφου, ένας από τους πλέον δαιμόνιους κατασκευαστές εικόνων εδώ και μια τριακονταετία, προειδοποιούσε για τον ερχομό του στο προσκήνιο. Οι ψηφίζοντες για την ακαδημία δεν το αναγνώρισαν εξαρχής. Για τη μαεστρία του πίσω από την κάμερα δεν τον έχουν βραβεύσει! Μόνο ένα ακόμη σενάριο του χάρισε το αγαλματίδιο: «Django, ο τιμωρός».

Ο «ΠΑΡΙΑΣ» ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ, ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΗ ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΕΤΡ ΤΟΥ ΣΠΑΓΓΕΤΙ

Ο Μάρτιν Σκορσέζε δεν χρειάζεται συστάσεις. Ο «Ιρλανδός» συνεχίζει την παράδοσή του στο είδος του γκανγκστερικού φιλμ. Δεν ξέρω πόσοι θα διαφωνήσουν με τη διαπίστωση ότι στα «Καλά παιδιά» οργίασε. Απαντες αποδέχονται ότι «Ο πληροφοριοδότης» ήταν κάτι σαν τιμής ένεκεν Οσκαρ για ένα έντιμο και ωραίο δημιούργημά του, το οποίο παρ’ όλα αυτά ωχριά μπροστά στο προηγούμενο έργο του. Δεν νίκησε ούτε με το «Οργισμένο είδωλο» (!), αλλά εδώ θα θυμηθούμε πώς ήταν οι «Κακόφημοι δρόμοι» στους οποίους μεγάλωσε. Εκεί, στη Μικρή Ιταλία της Νέας Υόρκης. Ο ογκόλιθος Ντε Νίρο και ο υπέροχος Καϊτέλ μας έμπασαν στα σοκάκια της. Ηταν όμως πολύ νωρίς για τέτοιους ήρωες, οπότε ουδεμία υποψηφιότητα προέκυψε. Στον «Ιρλανδό» συναντιούνται στο ίδιο φιλμ μόλις για τέταρτη φορά ο Ντε Νίρο με τον Πατσίνο. Αν το «Ου φονεύσεις» του 2008 είναι τραγική αποτυχία και ο δεύτερος «Νονός» σταθμός στο παγκόσμιο σινεμά, υπάρχει και η εκρηκτική «Ενταση» του Μάικλ Μαν. Μια έξοχη heist movie όπου και οι δύο έδωσαν τα ρέστα τους, αλλά παραδόξως αγνοήθηκαν. Τόσο αυτοί όσο και ο επίσης εξαιρετικός Κίλμερ. Οσον αφορά τον Μάικλ Μαν;

Ουσιαστικά μόνο στο «The insider» καταδέχτηκαν να ασχοληθούν μαζί του. Παρότι εξαιρετικός σκηνοθέτης, μάλλον πληρώνει το τηλεοπτικό παρελθόν του. Σαν να του λένε: «Οι σκληροί του Μαϊάμι» ανήκουν στην Ανατολή του NBA ενώ εμείς ανήκομεν εις την Δύσιν! Το 2019 συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον θάνατο του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Αν υπάρχει εγκληματική αμέλεια (ή ακόμη χειρότερα δόλος) της ακαδημίας ως προς την επιβράβευση ενός δημιουργού που άφησε τη σφραγίδα του στον παγκόσμιο κινηματογράφο, η περίπτωση του Κιούμπρικ είναι η πλέον εξέχουσα. Τον τίμησαν αποκλειστικά για τα εφέ στο «2001, Οδύσσεια του διαστήματος». Δεν τον είδαν καν στην αμερικανική περίοδό του· τους ήταν αόρατος... Μόλις εγκατέλειψε τις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο προβληματίστηκαν. Υποψήφιος με το «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», με το «2001, Οδύσσεια του διαστήματος», με το «Κουρδιστό πορτοκάλι», με τον «Μπάρι Λίντον», με το «Full metal jacket». Αλλά μια στιγμή: αν σας ρωτούσε κάποιος για το σημαντικότερο θρίλερ στην κινηματογραφική ιστορία, για ένα φιλμ που σε υποβάλλει από το πρώτο έως το τελευταίο πλάνο, ποιο θα αναφέρατε;

Η «Λάμψη» είναι μνημειώδες επίτευγμα, σκορπά ανατριχίλες χωρίς χυδαία εκμετάλλευση του αίματος, αλλά αντί για υποψηφιότητες Οσκαρ εισέπραξε υποψηφιότητες Χρυσών Βατόμουρων. Ελεος! Αυτό το κείμενο δεν θα μπορούσε να τελειώσει διαφορετικά. Δεν θα μπορούσε να μη χρησιμοποιηθεί το πρώτο ενικό πρόσωπο. Αν λάτρεψα τον κινηματογράφο, αν ένωσα τη διαδρομή μου με τη δική του, ο λόγος είναι ένας δημιουργός. Είναι μία ταινία. Ο δημιουργός γεννήθηκε το 1929 και έφυγε από τη ζωή το 1989. Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε ολοκληρωτικά ένα κινηματογραφικό είδος. «Πρόσβαλε» την πεμπτουσία του αμερικανικού κινηματογράφου, τολμώντας –αν και ξένος– να διαλύσει κάθε κώδικα και κάθε σύμβαση. Ο ίδιος μας χάρισε έναν ψηλόλιγνο ολιγομίλητο ήρωα που μετατράπηκε στον κορυφαίο εν ζωή (είναι πια 90 ετών) δημιουργό των ΗΠΑ.

Κάποτε ο Κλιντ Ιστγουντ ήταν ένας κομπάρσος. Αφού τον έπλασε κινηματογραφικά ο Σέρτζιο Λεόνε στην τριλογία των σπαγγέτι του, έγινε αστέρας μπροστά και πίσω από την κάμερα. Οχι διάττων! Είκοσι περίπου χρόνια αφότου άλλαξε το σινεμά «Για μια χούφτα δολάρια» με ιταλικής ραφής γουέστερν κομψοτεχνήματα –φυσικά μακριά από κάθε σκέψη για Οσκαρ τότε–, ο Λεόνε έστρεψε το βλέμμα του στο πρόσωπο μιας χώρας. Φανέρωσε τη μάσκα που έκρυβε κάτω από τη μάσκα που φορούσε... Οι τρύπες από τις σφαίρες των πιστολιών των καουμπόηδων έδωσαν τη θέση τους στις τρύπες από τις σφαίρες των όπλων των συμμοριών της ποτοαπαγόρευσης. Οι εκτελεστές παράνομοι μεταβλήθηκαν σε εκτελεστές υπουργοί. Υστερα από 229 λεπτά προβολής το 1984 οι θεατές στις Κάννες αποθέωναν ένα φιλμ-σταθμό. Αυτό το φιλμ κατακρεουργήθηκε για να γίνει πιο προσιτό εμπορικά στις ΗΠΑ. Παίχτηκε μια κόπια 90 (!) λεπτά μικρότερη, με άλλο –ευθύγραμμης αφήγησης– μοντάζ. Ποια Οσκαρ; Ούτε η μουσική του Ενιο Μορικόνε δεν διασώθηκε από τη σφαγή που επιφύλαξαν οι ίδιοι οι διανομείς της στην ταινία. Αυτά γίνονταν «Κάποτε στην Αμερική». 

* Ο Δημοσθένης Ξιφιλίνος είναι κριτικός κινηματογράφου

* Περιοδικό Hot Doc #198, «Οσκαρ: Χρυσό Χαλί για Μπίζνες»

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.