Το μετρό της Αθήνας ήταν η πιο μεγάλη ανασκαφή

Κυψέλες γνώσης οι μόνιμες μουσειακές εκθέσεις αρχαιοτήτων στους σταθμούς

Παναγιώτα Μπίτσικα 09/10/2019 | 09:02

Τον Ιανουάριο του 2020 συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από την ημέρα που λειτούργησε το μετρό της Αθήνας. Κάποιοι θυμούνται ακόμη το ραντεβού με φίλους για να δουν το τρένο-θαύμα στα σωθικά του αττικού λεκανοπεδίου.

Από το «χάζι» των συρμών της πρώτης λειτουργίας περάσαμε στην «κοσμογονία» της αποτίμησης του μεγάλου τεχνικού έργου που έδωσε κυκλοφοριακή ανάσα, οδήγησε στη μείωση του χρόνου των μετακινήσεων και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Από την κατασκευή του έως και τη συνεχιζόμενη επέκταση των γραμμών δεν έπαψε να μελετάται η περίπτωση του μετρό της Αθήνας ως μη στατικού τοπόσημου για την πόλη.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΕΡΑΣΤΙΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

Η Ειρήνη Ρεμπούτσικα, εκπαιδευτικός, με μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης (MEd) στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό, ανέδειξε πλήθος δεδομένων που προσδίδουν στους σταθμούς του μετρό την εικόνα ενός σύγχρονου μουσείου εναλλακτικής μορφής στα έγκατα της αττικής γης.

Ξεκίνησε με την παραδοχή ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη αρχαιολογική ανασκαφή που έχει λάβει χώρα έως σήμερα στο αθηναϊκό υπέδαφος. Μάλιστα θεώρησε ότι μέσα από την αρχαιολογική σκαπάνη πρόεκυψε η μοναδικότητα αυτού του τεράστιου τεχνικού έργου. Δεν είναι μόνο ότι αποκαλύφθηκαν ευρήματα τα οποία συμπληρώνουν την εικόνα που έχουμε για την πορεία της πόλης στον χρόνο ή ακόμη «ξαναγράφουν» την ιστορία της υπό νέο επιστημονικό πρίσμα. Μείζονος σημασίας είναι ότι «αυτή η γνώση προσφέρθηκε άμεσα σε όλους». Πώς; Μέσω της δημιουργίας μόνιμων μουσειακών εκθέσεων αρχαιοτήτων στους σταθμούς, έτσι ώστε κάθε επισκέπτης να έρχεται καθημερινά σε επαφή με το παρελθόν σε έναν ανοιχτό διάλογο με την πολεοδομική εξέλιξη, την αθηναϊκή τοπογραφία και τις δραστηριότητες των κατοίκων.

Παράλληλα, υπήρξε και αισθητική πλαισίωση των σταθμών του μετρό με έργα σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών. Η εργασία της Ειρήνης Ρεμπούτσικα «Το αττικό μετρό ως μουσειακός χώρος: Στάσεις και αντιλήψεις των επισκεπτών» (2013), στο πλαίσιο μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στο τμήμα Οικιακής Οικονομίας και Οικολογίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Ειρήνη Νάκου, αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Αναδεικνύει ότι για τους επιβάτες το μετρό, πέρα από τον χρηστικό ρόλο του, λειτουργεί και ως πολιτισμικό και εκπαιδευτικό ερέθισμα. Στους σταθμούς του υπάρχουν πολλά στοιχεία που του προσδίδουν την εικόνα σύγχρονου μουσείου: έκθεση αντικειμένων στο σημείο ακριβώς που ανακαλύφθηκαν, δημιουργία μικρών μουσειακών εκθέσεων με ευρήματα που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή, τα ήθη και τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων, δράσεις και εκδηλώσεις.

Είναι διάχυτη η προσπάθεια, όπως σημειώνει η ερευνήτρια, να δημιουργηθεί ένας εναλλακτικός ψυχαγωγικός και εκπαιδευτικός χώρος, ένας χώρος ανάδειξης του διαχρονικού, ιστορικού και πολιτισμικού χαρακτήρα της πόλης. Αυτό «χτίστηκε» βήμα βήμα σε όλα τα στάδια κατασκευής, από την αρχιτεκτονική έως την επιλογή των υλικών δόμησης, τον τρόπο ανάδειξης των ευρημάτων αλλά και την ένταξη της σύγχρονης τέχνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην έρευνα σημειώνεται, με βάση μαρτυρίες ειδικών που εργάστηκαν στην κατασκευή του έργου, ότι η ιδέα για την έκθεση αρχαιοτήτων και αντιγράφων τους στους σταθμούς του μετρό ήταν της Γ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, ενώ η ιδέα για την παρουσίαση της στρωματογραφίας στον σταθμό του Συντάγματος ανήκει στον Μανόλη Κορρέ.

Παρατίθεται από την ερευνήτρια απόσπασμα συνέντευξης (στη Νινέττα Κοντράρου-Ρασσιά το 2010) στο οποίο ο αρχιτέκτονας και ακαδημαϊκός Μανόλης Κορρές ανέφερε: «...είχα συγκινηθεί τις πρώτες μέρες λειτουργίας του μετρό, που έβλεπα απλούς ανθρώπους να έρχονται να τα δουν. Ηταν μια δικαίωση των προσπαθειών μας. Προσωπικά με ενδιαφέρει πολύ η κοινωνική διάσταση των αρχαίων [...] θέλω να γίνονται κοινό κτήμα για να αναπτύσσεται μια σχέση σεβασμού και αγάπης». Παράλληλα, η εταιρεία Αττικό Μετρό είχε συγκροτήσει και επιτροπή για την τοποθέτηση εικαστικών έργων στους εκθεσιακούς χώρους του μετρό. Η Επιτροπή Αισθητικής Πλαισίωσης είχε στόχο να αποδώσει φόρο τιμής σε καλλιτέχνες της γενιάς του ’30 και του ’60, αλλά και να προβάλει έργα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Η Ειρήνη Ρεμπούτσικα διευκρινίζει ότι η έκθεση έργων τέχνης σε υπόγειους μητροπολιτικούς σιδηρόδρομους δεν είναι κάτι νέο ούτε πρωτότυπο. Ωστόσο, «στην Ελλάδα για πρώτη φορά επιχειρήθηκε σε τόσο μεγάλη κλίμακα η στενή σύνδεση της σύγχρονης ελληνικής τέχνης τόσο με την αρχιτεκτονική και την τεχνολογία όσο και με την αρχαιολογία».

Η δημιουργία μουσειακών εκθέσεων σε έναν χώρο δημόσιας χρήσης και μάλιστα με τόσο οργανωμένο τρόπο αποτελεί σίγουρα καινοτομία για τα ελληνικά δεδομένα, αναφέρει στη μελέτη της. Και προχωρά στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το κοινό έχει αποδεχτεί την παρουσία των μόνιμων αυτών εκθέσεων στους σταθμούς του μετρό της Αθήνας. Ταυτόχρονα αναζητά απαντήσεις αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο οι μουσειακές εκθέσεις σε έναν χώρο δημόσιας χρήσης έχουν τη δύναμη να συμβάλλουν στην προώθηση του πολιτισμού και της τέχνης, μέσα από τη διατήρηση της συλλογικής ιστορικής μνήμης και της καλλιέργειας του αισθητικού κριτηρίου των επισκεπτών. «Το κοινό έχει αποδεχτεί με θετικό τρόπο την ιδέα της έκθεσης αρχαιοτήτων και έργων σύγχρονης ελληνικής τέχνης στους σταθμούς του μετρό της Αθήνας» σημειώνει η ερευνήτρια.

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ

Οπως τονίζει η ίδια στα συμπεράσματα της έρευνάς της (το δείγμα ήταν 194 επιβάτες-επισκέπτες των σταθμών αυτών/ Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2012), η επιτυχία του ερμηνευτικού σχεδιασμού των εκθέσεων, σύμφωνα με τις εντυπώσεις του κοινού, οφείλεται κατά κύριο λόγο στον τρόπο οργάνωσης και παρουσίασης των αντικειμένων στον χώρο. «Οι προθήκες, ο φωτισμός, τα χρώματα που έχουν χρησιμοποιηθεί, οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τα αντικείμενα, τα ευρήματα που εκτίθενται ακριβώς στον τόπο ανασκαφής τους, αλλά και η καθαριότητα του χώρου είναι μερικά από τα στοιχεία που έχουν εντυπωσιάσει ιδιαίτερα τους επισκέπτες αναφορικά με τις εκθέσεις στους σταθμούς» αναφέρει.Παράλληλα, «η απόλαυση εκθέσεων χωρίς κόστος» δρα θετικά στη συνείδηση του κόσμου και «πολύ περισσότερο σε εκείνους τους επισκέπτες οι οποίοι, κυρίως λόγω οικονομικών προβλημάτων, δεν επισκέπτονται μουσειακούς χώρους». Επίσης, αναδεικνύονται θετικά η δημιουργία «πολιτισμικών διαδρομών» και η σύνδεση των εκθέσεων του μετρό της Αθήνας με τους γύρω μουσειακούς χώρους.

Την ίδια στιγμή φανερώνονται ελλείψεις ως προς την επικοινωνιακή πολιτική που ακολουθείται στους εκθεσιακούς χώρους των σταθμών, όπως αδυναμίες στον τρόπο παρουσίασης εικαστικών έργων, αντικειμένων κ.ά. Φαίνεται ότι πολλοί από τους επιβάτες-επισκέπτες προτείνουν τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων, όπως «ψηφιακή παρουσίαση των εκθεμάτων», «ηχογραφημένες πληροφορίες», «προβολή βίντεο με τα εκθέματα όλων των σταθμών», καλύτερος ερμηνευτικός σχεδιασμός.

Στο τρίτο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Museumedu, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Museumedu 3, Museums and Education: Research approaches/Μουσεία και εκπαίδευση: Ερευνητικές προσεγγίσεις), τον Ιούνιο του 2016, η Ειρήνη Ρεμπούτσικα συνοψίζει τα ερευνητικά ευρήματα. Στο επίκεντρο οι στάσεις και οι αντιλήψεις των καθημερινών επισκεπτών στο μετρό της Αθήνας σχετικά με τις εκθέσεις αρχαιοτήτων και έργων σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών σε πέντε σταθμούς: Σύνταγμα, Ακρόπολη, Μοναστηράκι, Ευαγγελισμός, Αιγάλεω. Η απόφαση για τη δημιουργία εκθεσιακών χώρων με ευρήματα από τις ανασκαφές αλλά και με έργα σύγχρονης ελληνικής τέχνης στους σταθμούς του μετρό της Αθήνας θεωρείται «πολύ σημαντική» από το 50% του δείγματος. Θετικότεροι είναι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όσοι διαθέτουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, καθώς και οι εργαζόμενοι (σε σχέση με τους ανέργους).

Επίσης, το 39,7% των επιβατών-επισκεπτών κρίνει ότι μέσα από τις μόνιμες εκθέσεις στους σταθμούς του μετρό μπορεί να δημιουργηθεί το ερέθισμα ώστε το κοινό να ασχοληθεί περισσότερο με θέματα που συνδέονται με τον πολιτισμό και την τέχνη. Στην ερώτηση εάν θα επέλεγαν μια συγκεκριμένη διαδρομή με το μετρό της Αθήνας με μοναδικό σκοπό να επισκεφτούν όλες τις μόνιμες εκθέσεις στους σταθμούς απάντησε θετικά το 56,2% των ερωτηθέντων (περισσότερο γυναίκες).

Τα άτομα που ανήκουν στις ηλικιακές ομάδες μεταξύ 21-30 και 41-50 εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμα να ακολουθήσουν μια τέτοια διαδρομή συγκριτικά με τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες. Το 44,8% των ερωτηθέντων δηλώνει ικανοποιημένο από τις ενημερωτικές λεζάντες και θεωρεί «πολύ κατατοπιστικές και ευκολονόητες» τις πληροφορίες που συνοδεύουν τα αντικείμενα. Ωστόσο, άλλοι επιβάτες-επισκέπτες ασκούν κριτική στην ενημέρωση που παρέχεται στις εκθέσεις του μετρό και προτείνουν βελτιώσεις. Συγκεκριμένα, το 22,5% των επιβατών-επισκεπτών θεωρεί ελλιπή την υπάρχουσα ενημέρωση του κοινού αναφορικά με τις μόνιμες εκθέσεις και το περιεχόμενό τους.

Η ερευνήτρια σημειώνει ότι οι ερωτηθέντες κρίνουν ως μια από τις σοβαρές ελλείψεις στους εκθεσιακούς χώρους του μετρό της Αθήνας τη μη δυνατότητα ξενάγησης από ειδικούς, οι οποίοι θα βοηθούν το κοινό να κατανοεί καλύτερα και να εκτιμά τα εκθέματα, όπως και τον ερμηνευτικό σχεδιασμό στην παρουσίαση των αντικειμένων. «Πιο συγκεκριμένα, οι επιβάτες-επισκέπτες επιζητούν “βελτίωση στις πληροφορίες όσον αφορά τα σύγχρονα έργα τέχνης” καθώς και “πληροφορίες για την τεχνική των καλλιτεχνικών έργων, ώστε ο επισκέπτης να κατανοεί καλύτερα αυτό που βλέπει”. Επίσης προτείνουν “οι λεζάντες να γράφονται σε περισσότερες ξένες γλώσσες και με μεγαλύτερα γράμματα, ώστε να είναι ορατές και γρήγορα αναγνώσιμες από τον βιαστικό επιβάτη”, αλλά και “οι επεξηγηματικές πινακίδες να έχουν τέτοια μορφή ώστε να κεντρίζουν το ενδιαφέρον των επιβατών”». Και προσθέτει: «Η ιδέα ύπαρξης πωλητηρίου με αντίγραφα των εκθεμάτων που παρουσιάζονται στους εκθεσιακούς χώρους των σταθμών υποστηρίζεται από το 66,2% των ερωτηθέντων. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι οι εκθέσεις στους μουσειακούς χώρους του μετρό της Αθήνας έχουν κερδίσει το ενδιαφέρον των επιβατών-επισκεπτών, οι οποίοι ωστόσο προσδοκούν περαιτέρω βελτίωση του μουσειολογικού σχεδιασμού των εκθεσιακών χώρων των σταθμών».

Η ερευνήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μουσειακές εκθέσεις σε έναν χώρο δημόσιας χρήσης έχουν τη δύναμη να συμβάλλουν στην προώθηση του πολιτισμού και της τέχνης μέσα από τη διατήρηση της συλλογικής ιστορικής μνήμης και της καλλιέργειας του αισθητικού κριτηρίου των επισκεπτών. Με βάση τις αναλύσεις της ανέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει γόνιμη συνάντηση της αρχαίας και της σύγχρονης ζωής στους χώρους του μετρό της Αθήνας. Oπως γράφει: «Το αττικό μετρό ως μουσειακός χώρος διαθέτει τις προϋποθέσεις εκείνες που τον καθιστούν έναν πολυδύναμο χώρο με σαφή εκπαιδευτικό και ψυχαγωγικό ρόλο.

Ο τρόπος με τον οποίο οι μόνιμες αυτές εκθέσεις μπορούν να αξιοποιηθούν ακόμη περισσότερο και να συσχετιστούν με τη διά βίου μάθηση είναι ζήτημα πολιτικών αποφάσεων, εκπαιδευτικού σχεδιασμού και γόνιμης συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων που σχετίζονται με τη διαχείριση και τον ερμηνευτικό σχεδιασμό αυτών των μουσειακών εκθέσεων». 

* Περιοδικό Hot Doc #189, «Περιβάλλον & Αρχαία», 6/10/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.