Memories are made of this*

Για τους πολυπληθείς σινεφίλ του παρελθόντος τα πράγματα για τον γράφοντα είναι απλά: πες μου τη φαντασίωσή σου για να σου πω ποιος είσαι. Σήμερα δεν υφίσταται φαντασίωση στο σινεμά

Αλέξης Δερμεντζόγλου 08/11/2019 | 09:00

«Να πεις στο παιδί μας όλη την ιστορία» (Η τελευταία φράση στο «Ενας Αμερικανός φίλος» του Βιμ Βέντερς)

Εξήντα χρόνια φεστιβάλ κινηματογράφου δεν μπορούν να αποτελούν παρά μόνο θραύσματα εικόνων, αναμνήσεων, χαμένων ονείρων, ουτοπιών και αναθεωρήσεων. Με τους μύθους να ξεθωριάζουν επικίνδυνα όλα είναι τηκόμενα και ρευστά, με τη νοσταλγία να λειτουργεί σαν κρυφό σαράκι που σιγοτρώει τα πάντα. Η αλλοιωμένη σύγχρονη εικόνα του θεσμού, πάντα σε σχέση με το παρελθόν του, είναι τελικά πολύ πιο ρεαλιστική και ορθολογική από τότε. Το πολιτικά ορθό και το αξιοπρεπές αντανακλώνται ιδίως στη συμπεριφορά του κοινού, ενώ οι ταινίες ακολουθούν άλλη γραμμή πλεύσης.

Το lifestyle υποκατέστησε τον αυθορμητισμό αλλά και τις συζητήσεις της «χαμένης αθωότητας». Ηταν άραγε βουτηγμένες σ’ αυτήν οι εκδηλώσεις του παρελθόντος ή μήπως όλα υπήρξαν ένας μύθος αντιρροπιστικής κατασκευής ενός συλλογικού πυρωμένου φαντασιακού; Τα φεστιβάλ του παρελθόντος ήταν… βουτηγμένα σε μια, εκ των περιστάσεων, τεχνητή και βολική επαναστατικότητα. Λογικό ως κάποιο σημείο αυτό όταν έχεις μπροστά σου να διαβείς μια δολοφονία (η περίπτωση Λαμπράκη), μια δικτατορία, τον γαλλικό Μάη, τον Τσε και την πυραυλική κρίση, τον Ψυχρό Πόλεμο και τις μεγάλες κινηματογραφικές πρωτοπορίες της εποχής.

Το μόνο τεκμηριωμένο και μη αμφισβητήσιμο ήταν η υψηλής ποιότητας και ουσίας γνώση των σινεφίλ της Θεσσαλονίκης, το μεγάλο ενδιαφέρον τους για το φεστιβάλ και οι ατέλειωτες συζητήσεις και συγκρούσεις γύρω από τις ταινίες. Ολα μαζί συνδεδεμένα με… μεγάλη κοσμικότητα. Παράλληλα οι πάντες έπαιζαν έναν ρόλο μέσα σε εποχές –σε σχέση με τη σύγχρονη αφασία όπου δεν γίνεται τίποτε πραγματικά ουσιώδες–, υπήρχε η αίσθηση της αντίληψης της ζωής ως περιπέτειας και ανατροπής.

ΟΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ

Οταν ο Ανρί Βερνέιγ, που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να αποσπάσει κεφάλαια για την ταινία του «Οι διαρρήκτες», σχολίασε αρνητικά την «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου, σύσσωμη η ελληνική κριτική –δεξιά, μαρξιστική και ανένταχτη– συνασπίστηκε σε βάρος του. Ο καθένας λοιπόν επιθυμούσε να κερδίσει ένα μερίδιο στη δόξα τού «αντί» και στον ρόλο του διαφορετικού. Οι αναθεωρήσεις κατέρριψαν πολλούς μύθους. Στο φεστιβάλ (αίθουσα «Αλέξανδρος») αποκαθηλώθηκε το παλιό σαλονικιώτικο είδωλο Τάκης Κανελλόπουλος και από τους ίδιους που τον ανέδειξαν. «Η τελευταία άνοιξη» πήρε κακές κριτικές και αποδοκιμασίες από το κοινό και έφερε δάκρυα στον καλλιτέχνη. Τότε η κριτική ανακάλυψε (πολύ εύστοχα) ένα νέο ταλέντο.

Ηταν ο Παντελής Βούλγαρης. Ολοι έδειξαν ότι ένιωσαν πως πίσω από την εξαιρετική κοινωνική ηθογραφία «Το προξενιό της Αννας» παραμονεύουν οι ηθικολογικοί αστικοί μηχανισμοί που εξέθρεψαν τη χούντα. Στην αντιπαράθεση του τότε με το σήμερα, στο παρελθόν όλη η πόλη αποτελούσε ένα φεστιβάλ, τώρα αποτελεί ένα σημαντικό μεν αλλά περιχαρακωμένογεγονός. Τώρα υπάρχουν 2.000 πιστοί σινεφίλ, τότε όλοι οι Θεσσαλονικείς λειτουργούσαν ως σινεφίλ. Επαναλαμβάνω όμως πως τέτοιες συγκρίσεις είναι αδόκιμες, αντιδιαλεκτικές και κατ’ επέκταση άδικες, ουσιαστικά ρετρό κλαψουρίσματα, κάτι σαν τον θρήνο των χαμένων θερινών σινεμά. Αντίθετα, παρουσιάζει ενδιαφέρον αν εξετάσουμε την περίσταση κοινωνιολογικά, ψυχαναλυτικά, αισθητικά και ιδεολογικά. Οι ταξικές διαφορές στο παρελθόν ήταν εμφανώς χαώδεις.

Οσο για τα οικονομικά μοντέλα ζωής και ψυχαγωγίας του Νεοέλληνα, είχαν απίστευτα χαμηλά στάνταρ. Ψυχαναλυτικά, η φαντασίωση μιας εξομοίωσης επαναστατικής συμπεριφοράς και η απαγκίστρωση από τον ρόλο του παρία μέσω της συμμετοχής έδιναν σταγόνες ελπίδας. Οι ελλειμματικές προσωπικότητες έπαιρναν ζωογόνα ανάσα από το φεστιβάλ, όπου παράλληλα είχαμε και προβολές –εκτός συναγωνισμού– εκλεκτών ξένων ταινιών. «Ο ξένοιαστος καβαλάρης» του Χόπερ αγαπήθηκε πολύ και λειτούργησε εκτονωτικά. Οι αστοί διανοούμενοι της πόλης αγάπησαν και συζήτησαν πολύ το φιλμ του Ρενέ «Ο πόλεμος τελείωσε», που κόμιζε μαζί του και τον θόρυβο των απαγορεύσεων στη Γαλλία. Το «Sweet movie» του Μακαβέγεφ (προβάλλεται και φέτος στο 60ό φεστιβάλ) άρεσε πολύ και φυσικά εξελήφθη ως πορνό από μέρος των θεατών.

ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ ΣΟΥ

Για τους πολυπληθείς σινεφίλ του παρελθόντος τα πράγματα για τον γράφοντα είναι απλά: πες μου τη φαντασίωσή σου για να σου πω ποιος είσαι. Σήμερα δεν υφίσταται φαντασίωση, μιας και το φαντασιακό των θεατών έχει αποικιοποιηθεί από εικόνες τόσο κοινότοπες και πραγματιστικές, έτσι ώστε η προσέλευση στο φεστιβάλ να αποτελεί τελετουργία συμμετοχής σε ένα απόλυτα ορθολογιστικό σύστημα προσαρμογής. Δεν μπορείς λοιπόν να επανακατασκευάσεις το παρελθόν με όρους του σήμερα (lifestyle, ευμάρεια, υποβαθμισμένο σινεμά) γιατί θα αποτύχεις.

Εξωστρέφεια και τώρα και τότε, μόνο που εκείνη του παρελθόντος αποτελούσε τον κόμβο μιας βαθιάς επικοινωνίας και γνώσης του κοινού, ενώ η εξωστρέφεια του σήμερα τοποθετείται στο πλαίσιο μιας ομοιόμορφης διάταξης. Δηλαδή το άλλο πρέπει να αναζητηθεί ή να κατασκευαστεί ενώ στο παρελθόν ήταν πάντα παρόν, ανησυχητικό, επικίνδυνο, ερεθιστικό. Ολα τότε ήταν ένα άλλο, τώρα το άλλο είναι και ευπρέπεια και πρέπει. Βέβαια το άλλο στο παρελθόν πολλοί το «ίππευσαν», λίγοι όμως το τίμησαν.

Η αλλοτρίωση και η ενσωμάτωση έφεραν πολλούς νεαρούς σινεφίλ του τότε να έχουν γίνει πλέον διάσημοι καθηγητές της πόλης και της χώρας, να αγαπάνε ακόμη το σινεμά αλλά να έχουν διαταχθεί στην αμυντική σταθερή στάση του συντηρητισμού. Στο σήμερα κανένας δεν «ιππεύει» το άλλο γιατί πιστεύει πως το ζει μέσα από τα στερεότυπα της εποχής, που είναι η μοναξιά, η μπίρα, οι περιστασιακές σχέσεις, η έντονη κρυμμένη οργή, η κατάθλιψη, η τεχνητή χαρά και η ομοιομορφία.

Η ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ «ΜΕΤΑΒΑΣΗ»

Και πώς λοιπόν θα αφηγηθούμε όλη την ιστορία (κατά τον Βέντερς) στα παιδιά μας και στους μικρότερους; Πώς θα τους απολογηθούμε γι’ αυτό που τους παραδώσαμε; Μια ιστορία χωρίς υστερία σε μια εποχή πολλαπλών υστερικών κραυγών, μόδας, «ανακάλυψης» νέων σκηνοθετών και προτάσεων για καλλιτέχνες κατά βάση μηδαμινής αξίας. Τι θα τους πούμε σχετικά με το πώς από τον Ρενέ καταλήξαμε στον Απιτσατπόνγκ και από τον Αγγελόπουλο στους Ελληνες κακούς μιμητές των Πολάνσκι και Γκοντάρ;

Πώς και γιατί δεν σταμάτησε αυτή η διαρκής αιμορραγία; Γιατί δεν συνυπολογίστηκαν οι συνεχείς κοινωνικές αλλαγές στην πορεία του φεστιβάλ, γιατί δεν έγινε μια ομαλή «μετάβαση» (transition); Βέβαια, με τις τόσες αλλαγές κατευθύνσεων, με κριτικές επιτροπές μη ειδικών (π.χ. είναι δυνατόν το «Ρεμπέτικο» να μην παίρνει το βραβείο σεναρίου εξαιτίας της εμμονοληψίας ενός και μόνου ατόμου ή να μην κερδίζει βραβείο σκηνοθεσίας ο νούμερο ένα Ελληνας filmmaker Νικολαΐδης για τη «Γλυκιά συμμορία» επειδή η ταινία του θεωρήθηκε ανήθικη;

Είναι δυνατόν επίσης κάποτε το φεστιβάλ να οργανώθηκε με όρους υπαρκτού και σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπως μπάντες κ.λπ.). Οσες αισθητικές αλλαγές κι αν έγιναν, το χαίνον τραύμα της ιστορίας ακόμη αιμορραγεί, μια και την ίασή του την πρόλαβαν οι νέες αντιλήψεις για την εικόνα. Οταν μιλάω για εξήντα χρόνια φεστιβάλ δεν έχω καμία βεβαιότητα, καμία πρόταση, καμία αντικειμενικότητα, απλώς καταγράφω ένα μοντάζ αναθεωρημένων απόψεων (και αυτό μου στοιχίζει πολύ), ημιφωτισμένων εικόνων, θολών αναμνήσεων.

*(1) *Το γνωστό τραγούδι του Ντιν Μάρτιν. Ακούγεται και στη «Βερόνικα Φoς» του Φασμπίντερ

*(2) Ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου είναι θεωρητικός κινηματογράφου

** Περιοδικό Hot Doc #191, «60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», 3/11/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.