Μαύρη είν' η τρύπα στα βουνά

Oι πρώτοι που ενοχλήθηκαν από τον, τότε λαοπρόβλητο, Θέμο Αναστασιάδη πρέπει να ήμασταν εμείς. Οι αθλητικοί συντάκτες. Ειδικότερα, όσοι πηγαίναμε στα γήπεδα για να περιγράψουμε αγώνες, ποδοσφαίρου και μπάσκετ.

Νίκος Παπαδογιάννης 13/02/2019 | 09:00

Η «Μαύρη Τρύπα» που έγραφε ο εκλιπών στην Ελευθεροτυπία (από τον δερμάτινο θρόνο του, περίπου δέκα μέτρα μακριά από το δικό μου, ταπεινό γραφείο) εκτόξευε δεξιά αριστερά προσβολές, προκλήσεις και καμουφλαρισμένες ύβρεις, διότι, τα ξέρετε δα, ο Ολυμπιακός να κερδάει και όλοι οι άλλοι ας πάνε να γ*μηθούνε. Εμείς τα γράφουμε από την μαύρη τρύπα της οδού Μίνωος και όλοι οι άλλοι, ας πάνε στα γήπεδα να γ*μηθούνε.

Οι δυναμίτες που άναβε με τις χουλιγκανίστικες εξυπνάδες του ο Αναστασιάδης έσκαγαν στα χέρια όσων υποχρεώνονταν να συγχρωτίζονται με τους κάφρους του γηπέδων. «Εσύ ρε μ**νί δεν είσαι από την Ελευθεροτυπία, γ*μώ τη Μαύρη Τρύπα σας;»

Ο ίδιος γελούσε. Όλα του φαίνονταν πλάκα. Ακόμα και όταν πλάκωσαν στο κτίριο οι «Ρηγάδες» για να τον γιαουρτώσουν, ο Θέμος τους υποδέχθηκε με εκείνο το σαρδόνιο, λοξό χαμόγελο.

Μόλις κατάλαβε ότι η πλάκα έφερνε και ψωμάκι, έστησε την πρώτη τυφλά οπαδική εφημερίδα στα χρονικά του αθλητικού Τύπου και έφερε στη ζωή μας τα άθλια πρωτοσέλιδα με τσιμπούκια, πισωκολλητά, στοχοποιήσεις ανθρώπων και καθαρό μίσος. 

Πλανάται πλάνην οικτρά, όποιος νομίζει ότι ο Πρωταθλητής και οι (ουκ ολίγες) φυλλάδες που ακολούθησαν το μονοπάτι του ανήκουν στην ίδια κατηγορία με πατροπαράδοτες «ενταγμένες» (αλλά πολιτισμένες) εφημερίδες, σαν το Φως και την Αθλητική Ηχώ. 

Αρκετά χρόνια πριν ξεκινήσει το πλυντήριο στους φαιοχίτωνες της κοινωνίας, ο Αναστασιάδης νομιμοποίησε την κονσομασιόν στους κακοποιούς των γηπέδων (που ενίοτε ήταν οι ίδιοι με τους φαιοχίτωνες). Και έσπαγε πλάκα, μετρώντας τα κέρδη.

Η συνταγή παραήταν προσοδοφόρα για να περιοριστεί στην πέτσινη μπάλα και στα τρύπια παντελονάκια των γηπέδων. Το Πρώτο Θέμα του Θέμου άφησε κατά μέρος το ποδόσφαιρο και πρωταγωνίστησε εκ γενετής σε μία διαρκή Ολυμπιάδα εκχυδαϊσμού και αποχαύνωσης της κοινωνίας. 

Σε τούτη την ολόμαυρη τρύπα δίχως πάτο, χώρεσε με άνεση οτιδήποτε συμβάλλει στο ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής και όσων έχουν συμφέρον από την παρουσία μίας ναζιστικής συμμορίας στον δημόσιο βίο.

Διαβάσαμε για παιδικούς σταθμούς και για ελληνοπρεπείς αιμοδοσίες με σβάστικες στο περιοβραχιόνιο, είδαμε καλοκάγαθους χιτλερικούς να περνάνε τις γριούλες απέναντι για να τις φορτώσουν στα τρένα προς το Άουσβιτς, πληροφορηθήκαμε το γοητευτικό lifestyle του Κασιδιάρη και του Παναγιώταρου, μάθαμε ότι ο εκδότης μετάνιωσε που μας έκανε ανθρώπους εμάς τους αριστερούς μαζί με τους Αλβανούς, δεν ακούσαμε τίποτε για Ζαχόπουλο και λαθραία εκατομμύρια διότι το πλυντήριο ήταν στον μάστορα, αντικρύσαμε ωστόσο τον Παύλο Φύσσα να ψυχορραγεί κρεμασμένος στα μανταλάκια. 

Ξεράσαμε ξανά και ξανά και ξανά.

Και ξανά, τώρα, με τις αγιογραφίες, στη μνήμη του μακαρίτη. 

Για το απαράμιλλο ήθος του, για την καλή του καρδιά και για τους αγώνες που έδωσε υπέρ της Μακεδονίας. Ο αη Βασίλης είναι υπαρκτό πρόσωπο και τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός.

Ο θανών, λένε, δεδικαίωται. Όχι. Η σαρξ εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αλλά το κληροδότημα μένει ολοζώντανο και διαιωνίζεται από τους κληρονόμους. 

Ο θανών διατηρεί το ιερό δικαίωμα στο ιδιωτικό πένθος από συγγενείς και φίλους, απαλλάσσεται οριστικά από τις αμαρτίες του (ουσιαστικά αυτό σημαίνει «δεδικαίωται», για όσους διδάχθηκαν τα ελληνικά μακριά από το σχολείο του Άδωνι), ωστόσο το ίχνος του στην κοινωνία είναι –και πρέπει να είναι- ανοιχτό σε κριτική, πριν και μετά το τέλος  του βίου του. 

Η κριτική αφορά το έργο του ανδρός, το δημόσιο αποτύπωμα και όχι την ιδιωτική ζωή του.

Ο Θέμος Αναστασιάδης μπορεί να ήταν κατά βάθος ένας καλός άνθρωπος και να σκόρπιζε το γέλιο μέσα από τις τηλεοπτικές εκπομπές του, σε όσους τέλος πάντων τις έβλεπαν για τα χωρατά και όχι για τα βυζιά, αλλά βύζαξε το φίδι στο στήθος του και το γαλούχησε μέσα από τις εφημερίδες και από τα κείμενά του

Μάλλον από επιχειρηματικό συμφέρον, παρά από ιδεολογία. Μάλλον για να πουλήσει φύλλα, παρά επειδή πίστευε στ’ αλήθεια στις ασυναρτησίες των Μιχαλολιάκων ή των Σαμαράδων. 

Στις μέρες που ζούμε, αυτό το ατόπημα είναι ανεπίτρεπτο να αγνοηθεί από την κοινωνία. Έστω, από Δευτέρα. Όταν κοπάσει το πένθος.