Δεν ξέρω αν χαμογελάει ή όχι, πάντως θα έπρεπε… όταν δεν υπάρχει ούτε ένας επισκέπτης στο Παρίσι που δεν έχει στη λίστα του να πάει στο Μουσείο του Λούβρου και να δει το διασημότερο έργο του. Και εδώ είναι που προκύπτουν σημαντικότερα ερωτήματα από το αν χαμογελάει ή όχι:
Γιατί πηγαίνουμε στο Λούβρο και θεωρούμε σχεδόν υποχρεωτικό να δούμε τη Μόνα Λίζα;
Γιατί φωτογραφιζόμαστε μπροστά της;
Γιατί απογοητευόμαστε όταν τη βλέπουμε από μακριά, πίσω από δεκάδες κινητά;
Και τελικά, βλέπουμε πραγματικά τη Μόνα Λίζα ή βλέπουμε την ιδέα που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτήν;
Έχουμε φτάσει στο Παρίσι, έχουμε πληρώσει εισιτήριο, έχουμε περιμένει στην ουρά και τελικά στριμωχνόμαστε πίσω από ένα πλήθος ανθρώπων (και κινητών) για να κοιτάξουμε για λίγα δευτερόλεπτα ένα χαμόγελο που κανείς δεν είναι πραγματικά σίγουρος αν υπάρχει.

Η επιστήμη έχει αποφανθεί για το πιο διάσημο χαμόγελο του κόσμου αλλά εδώ θα μιλήσουμε για το παράξενο ταξιδιωτικό φαινόμενο που κρύβεται πίσω από την εμμονή μας να το δούμε από κοντά.
Πάντως το «χαμογελάει ή όχι» είναι όντως επιστημονικό ζήτημα
Η έκφραση της Μόνα Λίζα έχει μελετηθεί πειραματικά. Μια μελέτη του 2017 στο Scientific Reports έβαλε ανθρώπους να αξιολογήσουν διαφορετικές εκδοχές του προσώπου της, αλλάζοντας σταδιακά την καμπυλότητα του στόματος. Το ενδιαφέρον αποτέλεσμα ήταν ότι η αυθεντική Μόνα Λίζα γινόταν σχεδόν πάντα αντιληπτή ως χαρούμενη. Η μεγαλύτερη αμφισημία εμφανιζόταν στις τροποποιημένες εκδοχές.
Αλλά υπάρχει και ακόμη πιο ενδιαφέρουσα έρευνα. Το 2024 δημοσιεύτηκε νέα μελέτη στο Scientific Reports που υποστηρίζει ότι η περίφημη αμφισημία δεν βρίσκεται απλώς «στο μυαλό μας». Συνδέεται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος οργανώνει οπτικά τις πληροφορίες γύρω από το στόμα. Εδώ μπαίνει το sfumato του Leonardo Da Vinci, οι εξαιρετικά απαλές μεταβάσεις φωτός και σκιάς, χωρίς καθαρό περίγραμμα. Το Λούβρο εξηγεί ότι ο Leonardo δημιούργησε το πρόσωπο με λεπτές στρώσεις χρώματος, «σβήνοντας» τα περιγράμματα.
Και αυτό έχει μια εκπληκτική συνέπεια, όσο λιγότερο καθαρά βλέπεις το στόμα της, τόσο περισσότερο μπορεί να σου φαίνεται ότι χαμογελάει.
Η μελέτη του 2024 έκανε πειράματα αλλάζοντας την ορατότητα των λεπτομερειών και διαπίστωσε ότι από απόσταση οι παρατηρητές αντιλαμβάνονταν περισσότερη ικανοποίηση/χαμόγελο, ενώ από κοντά, όπου οι λεπτομέρειες του στόματος γίνονται πιο ευδιάκριτες, η έκφραση μπορούσε να αποκτήσει πιο μελαγχολική χροιά. Οπότε, όπως αντιλαμβάνεσαι δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν χαμογελάει ή όχι.
Αλλά γιατί τελικά μας νοιάζει τόσο;
Για να επανέλθω στο θέμα (αφού καταγράψαμε και την επιστημονική άποψη), πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν η Μόνα Λίζα χαμογελάει. Είναι γιατί μας απασχολεί τόσο πολύ να αποφασίσουμε αν χαμογελάει. Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι ταξιδεύουν στο Παρίσι για να σταθούν μπροστά σε έναν πίνακα που έχουν δει άπειρες φορές σε βιβλία, οθόνες και social media;
Γιατί νιώθουμε ότι πρέπει να τη δούμε; Γιατί όταν φτάσουμε στο Λούβρο, η επίσκεψη μοιάζει σχεδόν ανολοκλήρωτη αν δεν περάσουμε από τη Salle des États;
Το ίδιο το Λούβρο χαρακτηρίζει τη Μόνα Λίζα ως «το πιο διάσημο πορτρέτο στον κόσμο» και αναγνωρίζει ότι η ιδιαίτερη γοητεία της οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο περίφημο χαμόγελο και στην τεχνική του sfumato. Αλλά η αίθουσα υπάρχει και μια μοναδική ειρωνεία… Απέναντι από τη Μόνα Λίζα βρίσκεται ο τεράστιος «Γάμος στην Κανά» του Veronese, περίπου 70 τ.μ., κι όμως οι περισσότεροι επισκέπτες σχεδόν δεν τον κοιτούν. Το ίδιο το Λούβρο το επισημαίνει στους επισκέπτες που περιμένουν στην ουρά για τη Μόνα Λίζα!
Έχουμε μπροστά μας ένα έργο σχεδόν 70 τετραγωνικών μέτρων και εκατοντάδες πρόσωπα, αλλά εμείς περιμένουμε στην ουρά για να δούμε ένα πρόσωπο 77 επί 53 εκατοστά.
Το αν «η Μόνα Λίζα χαμογελάει ή όχι;», είναι ένα μικρό μάθημα για την αντίληψη και Την τέχνη αλλά καταλήγει σε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα για το πώς ταξιδεύουμε σήμερα.
Η ταξιδιωτική εμπειρία στην εποχή του Instagram
Κι εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας της Μόνα Λίζα. Γιατί η εμμονή μας με το αν χαμογελάει ή όχι δεν αφορά τελικά μόνο έναν πίνακα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να ταξιδεύουμε. Μήπως, τελικά, δεν ταξιδεύουμε πάντα για να δούμε αυτό που αξίζει περισσότερο, αλλά αυτό που έχουμε μάθει ότι αξίζει περισσότερο;
Η Μόνα Λίζα είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Πριν ακόμη βρεθούμε μπροστά της, γνωρίζουμε ήδη ότι είναι «το πιο διάσημο έργο τέχνης στον κόσμο». Ξέρουμε πώς μοιάζει. Έχουμε δει το πρόσωπό της σε βιβλία, αφίσες, διαφημίσεις, μπλουζάκια, ταινίες, memes, εκατομμύρια αναρτήσεις στα social media. Δεν πηγαίνουμε στο Λούβρο για να ανακαλύψουμε ποια είναι η Μόνα Λίζα. Πηγαίνουμε για να επιβεβαιώσουμε ότι την είδαμε και αυτή είναι μια μικρή αλλά σημαντική διαφορά.
Δεν ανακαλύπτουμε. Επιβεβαιώνουμε.
Σκεφτείτε πόσα αξιοθέατα υπάρχουν σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη. Πόσα κτίρια, μουσεία, πλατείες, γειτονιές, μικρά εστιατόρια, δρόμοι και ιστορίες δεν θα γνωρίσουμε ποτέ, ακόμη κι αν περάσουμε εβδομάδες εκεί.Κι όμως, όταν φτάνουμε για πρώτη φορά σε μια πόλη, έχουμε ήδη μια νοητή λίστα στο μυαλό μας.
Στο Παρίσι πρέπει να δούμε τον Πύργο του Άιφελ και τη Μόνα Λίζα. Στη Ρώμη το Κολοσσαίο και τη Fontana di Trevi. Στη Νέα Υόρκη το Άγαλμα της Ελευθερίας και το Empire State Building. Στη Βαρκελώνη τη Sagrada Família. Στην Αθήνα την Ακρόπολη. Κάπως έτσι δημιουργείται ένας κύκλος, βλέπουμε κάτι επειδή είναι διάσημο, γίνεται ακόμη πιο διάσημο επειδή όλοι το βλέπουν και, επειδή όλοι το βλέπουν, θεωρούμε αυτονόητο ότι πρέπει να το δούμε κι εμείς.
Η Μόνα Λίζα δεν είναι απλώς ένας πίνακας που έγινε διάσημος επειδή είναι σημαντικός. Είναι πλέον και ένας πίνακας που θεωρούμε πολύ σημαντικό, επειδή είναι τόσο διάσημος.
Δεν θεωρώ, βέβαια, ότι υπάρχει κάτι κακό στο να θέλει κάποιος να δει τη Μόνα Λίζα, τον Πύργο του Άιφελ ή το Κολοσσαίο. Ούτε πιστεύω ότι επειδή ένα αξιοθέατο είναι δημοφιλές παύει να αξίζει. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν ξεχνάμε να αναρωτηθούμε αν τα επιλέγουμε επειδή πραγματικά μας ενδιαφέρουν ή επειδή θεωρούμε ότι πρέπει να μας ενδιαφέρουν.
Η εμπειρία πριν από την εμπειρία
Αν μπαίναμε για πρώτη φορά στο Λούβρο χωρίς οδηγό, χωρίς χάρτη, χωρίς Instagram και χωρίς καμία προηγούμενη γνώση για τα έργα του, θα πηγαίναμε άραγε κατευθείαν στη Μόνα Λίζα; Πιθανότατα όχι. Και αυτό δεν σημαίνει ότι η Μόνα Λίζα δεν αξίζει τη φήμη που έχει. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, ότι η εμπειρία μας από ένα έργο Τέχνης αρχίζει πολύ πριν το αντικρίσουμε. Έχουμε ήδη αποφασίσει ότι είναι σημαντικό. Έχουμε ήδη δημιουργήσει προσδοκίες. Έχουμε ήδη δει χιλιάδες άλλους ανθρώπους να το φωτογραφίζουν.
Όταν τελικά στεκόμαστε μπροστά του, δεν κοιτάμε μόνο τον πίνακα. Κοιτάμε και την ιδέα που έχουμε ήδη σχηματίσει γι’ αυτόν.

Τα social media δεν δημιούργησαν το φαινόμενο. Το απογείωσαν.
Βέβαια, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε αποκλειστικά το Instagram. Η ανάγκη να ακολουθούμε τα «must-see» υπήρχε πολύ πριν από τα social media. Οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, οι ξεναγοί και η ίδια η τουριστική βιομηχανία εδώ και δεκαετίες αποφασίζουν σε μεγάλο βαθμό ποια μέρη αξίζει να επισκεφθεί ένας ταξιδιώτης.
Το Instagram και το TikTok απλώς έκαναν αυτή τη διαδικασία πολύ πιο ισχυρή. Πλέον δεν μας λέει μόνο ένας οδηγός τι πρέπει να δούμε. Μας το δείχνουν καθημερινά εκατομμύρια άνθρωποι. Βλέπουμε την ίδια θέα από την ίδια γωνία. Το ίδιο σοκάκι. Την ίδια πισίνα. Το ίδιο ηλιοβασίλεμα. Το ίδιο καφέ… και κάποια στιγμή η εικόνα γίνεται τόσο οικεία, ώστε όταν φτάνουμε εκεί έχουμε την παράξενη αίσθηση ότι το έχουμε ήδη επισκεφθεί.
Η φωτογραφία πριν από την εμπειρία
Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο κοιτάμε. Όταν φτάνουμε κάπου, πολλές φορές δεν αναρωτιόμαστε μόνο «τι βλέπω;», αναρωτιόμαστε, συνειδητά ή ασυνείδητα, «πώς θα το φωτογραφίσω;». Ποια είναι η σωστή γωνία; Πού πρέπει να σταθώ; Πώς θα βγει καλύτερα το κάδρο; Είναι αρκετά εντυπωσιακό; Αξίζει story; Και κάπως έτσι η πραγματική εμπειρία κινδυνεύει να γίνει δεύτερη.
Αυτό είναι ακόμη πιο έντονο στην περίπτωση της Μόνα Λίζα. Περιμένεις στην ουρά, φτάνεις μπροστά της, σηκώνεις το κινητό, τραβάς μία φωτογραφία και απομακρύνεσαι. Και υπάρχει εδώ μια παράξενη αντιστροφή, πηγαίνουμε στο Λούβρο για να δούμε τον πίνακα από κοντά και τελικά κοιτάμε την οθόνη του κινητού μας για να βεβαιωθούμε ότι τον καταγράψαμε.
Ποιος αποφασίζει τελικά τι αξίζει;
Το θέμα, όμως, δεν είναι να κατηγορήσουμε τον ταξιδιώτη. Όταν αποφασίζουμε να πάμε κάπου, κουβαλάμε μαζί μας όλα όσα έχουμε δει και ακούσει γι’ αυτό το μέρος, τις ταινίες που γυρίστηκαν εκεί, τις φωτογραφίες που είδαμε, τα άρθρα που διαβάσαμε, τις προτάσεις των φίλων μας, τους ταξιδιωτικούς οδηγούς, αλλά και τον αλγόριθμο που μας δείχνει ξανά και ξανά τα ίδια μέρη.
Έτσι δημιουργείται μια άτυπη ιεραρχία της ταξιδιωτικής εμπειρίας. Κάποια πράγματα θεωρούνται «απαραίτητα», κάποια «κρυμμένα διαμάντια», κάποια «τουριστικά» και άρα υποτίθεται λιγότερο αυθεντικά, κάποια «Instagrammable», κάποια «must». Και εμείς κινούμαστε μέσα σε αυτή την ιεραρχία, πιστεύοντας ότι επιλέγουμε ελεύθερα. Μήπως όμως πολλές φορές απλώς επιλέγουμε ανάμεσα σε αυτά που μας έχουν ήδη υποδείξει ως επιλογές;
Και αν δεν υπήρχε η λίστα;
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ταξιδιωτική εμπειρία να ήταν, κάποιες φορές, να φτάσουμε σε μια πόλη χωρίς να ξέρουμε τι «πρέπει» να δούμε, να χαθούμε λίγο. Να μπούμε σε έναν δρόμο επειδή μας άρεσε το φως του. Να καθίσουμε σε ένα καφέ χωρίς να έχει τέσσερα εκατομμύρια views. Να επισκεφθούμε ένα μικρό μουσείο που δεν εμφανίζεται στις πρώτες δέκα αναζητήσεις. Να μιλήσουμε με έναν άνθρωπο χωρίς να ξέρουμε αν η γειτονιά του θεωρείται «must-see». Όχι επειδή όλα αυτά είναι καλύτερα από τη Μόνα Λίζα αλλά επειδή η αξία ενός ταξιδιού δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια λίστα με πράγματα που τσεκάραμε.
Αυτό είναι τελικά το πραγματικό ερώτημα που μας θέτει η Μόνα Λίζα. Όχι αν χαμογελάει, αλλά αν, όταν στεκόμαστε μπροστά της, μπορούμε ακόμη να τη δούμε πραγματικά ή αν βλέπουμε αυτό που μας έχουν μάθει να βλέπουμε. Γιατί το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα ταξίδια μας.
Πόσο από αυτό που βλέπουμε είναι πραγματικά δική μας επιλογή και πόσο είναι η επιλογή που έχει ήδη κάνει για εμάς η ιστορία, οι οδηγοί, οι φωτογραφίες, τα social media και ο ίδιος ο τουριστικός μηχανισμός;
Μπορεί να μην υπάρχει απάντηση. Και δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να πηγαίνουμε στη Μόνα Λίζα, στον Πύργο του Άιφελ ή στο Κολοσσαίο. Ίσως χρειάζεται απλώς, αφού τα δούμε, να συνεχίσουμε να κοιτάμε.
Και την επόμενη φορά που θα δεις κάτι, θα διαβάσεις κάτι ή θα βρεθείς μπροστά σε μια ακόμη συζήτηση για το ύφος της Μόνα Λίζα, ίσως αξίζει να αναρωτηθείς: «Με ενδιαφέρει όντως αν χαμογελάει ή όχι;»
Διαβάστε επίσης
Ποια νησιά επέλεξαν οι Έλληνες και ξένοι ταξιδιώτες το φετινό καλοκαίρι
Ο «κρυφός« υδάτινος παράδεισος στην Πελοπόννησο μόλις 1,5 ώρα από την Αθήνα
Μόλις 2 ώρες από την Αθήνα: Το γραφικό χωριό στη Νότια Εύβοια με τις εξωτικές παραλίες
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια