Στις 30 Μαρτίου του 2020, η ελληνική γη υποδέχθηκε για πάντα τον άνθρωπο που ο Σαρλ ντε Γκωλ αποκάλεσε «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης». Ο Μανώλης Γλέζος δεν υπήρξε απλώς ένας πολιτικός ή ένας δημοσιογράφος· ήταν η ενσάρκωση της ελληνικής Αριστεράς, ένας αιώνιος έφηβος που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με το άδικο, ακόμη και όταν αυτό φορούσε τη στολή του κατακτητή, του δεσμοφύλακα ή του τεχνοκράτη. Μια ζωή που ξεκίνησε από τις ακτές των Κυκλάδων για να γίνει παγκόσμιο σύμβολο, διαπερνώντας έναν αιώνα γεμάτο αίμα, εξορίες και ακατάσβεστη ελπίδα για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου.
Οι ρίζες στο Αιγαίο και η πρώτη αφύπνιση
Γεννημένος στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 στην Απείρανθο της Νάξου, στ’ Απεράθου όπως επέμενε να λέει, ο Μανώλης κουβαλούσε πάντα μέσα του το φως των Κυκλάδων. Γιος του δημοσιογράφου Νικόλαου Γλέζου και της Ανδρομάχης Ναυπλιώτου, που καταγόταν από την Πάρο, ο Μανώλης σφυρηλατήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές πατρίδες πριν η οικογένεια μετακομίσει στην Αθήνα το 1935.
Εκεί, ανάμεσα στα θρανία του γυμνασίου και το μεροκάματο του φαρμακοϋπαλλήλου, άρχισε να αναδύεται ο άνθρωπος, ο αγωνιστής. Η δικτατορία του Μεταξά και η ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων τον βρίσκουν στα 17 του να ιδρύει αντιφασιστική ομάδα, ενώ το 1940, φοιτητής πια της ΑΣΟΕΕ, βλέπει το αίτημά του για εθελοντική κατάταξη στο μέτωπο να απορρίπτεται λόγω ηλικίας. Η Ιστορία όμως του φύλαγε μια άλλη, πιο εμβληματική θέση στις σελίδες της.
Η νύχτα που έπεσε η σβάστικα
Το ημερολόγιο έδειχνε 30 Μαΐου 1941. Η Αθήνα ασφυκτιούσε κάτω από την μπότα των Ναζί. Ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας, οπλισμένοι μόνο με ένα φαναράκι, ένα μαχαίρι και την απίστευτη νεανική τους τόλμη, σκαρφαλώνουν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Μέσα από το σπήλαιο του Πανδροσείου, έρποντας, φτάνουν στον ιστό και υποστέλλουν τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό.
Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς ένα χτύπημα στο γόητρο του Γ’ Ράιχ· ήταν η σπίθα που αναζωπύρωσε την ελπίδα σε μια κατεχόμενη Ευρώπη. Οι κατακτητές τους καταδικάζουν ερήμην σε θάνατο, όμως η ταυτότητα των δραστών παραμένει ένα «κοινό μυστικό» που θα αποκαλυφθεί επίσημα μόνο μετά την απελευθέρωση. Η Κατοχή για τον Γλέζο θα είναι μια διαδοχή συλλήψεων, απάνθρωπων βασανιστηρίων στις φυλακές Αβέρωφ, φυματίωσης και αποδράσεων, πάντα στις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ.
Ο μετεμφυλιακός Γολγοθάς
Αν η Κατοχή ήταν ο πόλεμος της επιβίωσης, η μετεμφυλιακή περίοδος υπήρξε για τον Γλέζο ένας διαρκής δικαστικός και πολιτικός αγώνας. Ως αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη» από τον Αύγουστο του 1947, ο Γλέζος στοχοποιείται αμέσως από το κράτος των νικητών. Η σύλληψή του στις 3 Μαρτίου 1948 ανοίγει έναν κύκλο 28 διαδοχικών δικών, κυρίως για «αδικήματα Τύπου», που αποσκοπούσαν στη φυσική και ηθική του εξόντωση. Τον Οκτώβριο του 1948 καταδικάζεται για πρώτη φορά σε θάνατο, ενώ μια δεύτερη θανατική ποινή τού επιβάλλεται στις 21 Μαρτίου 1949 για παράβαση του διαβόητου Γ’ Ψηφίσματος.
Τότε είναι που η μοίρα του «πρώτου παρτιζάνου» γίνεται παγκόσμιο πολιτικό διακύβευμα. Η διεθνής κοινή γνώμη ξεσηκώνεται. Ο Πάμπλο Πικάσο, φιλοτεχνεί το εμβληματικό σκίτσο του Γλέζου στην Ακρόπολη, ενώ ο Σαρτρ και ο Καμύ στέλνουν επιστολές στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την ελληνική κυβέρνηση, ζητώντας την επιείκεια για έναν άνθρωπο που η γενναιότητά του «είναι άξια εκτίμησης, πέρα από πεποιθήσεις». Υπό το βάρος αυτής της πίεσης, οι θανατικές ποινές μετατρέπονται σε ισόβια το 1950.
Ακόμη και πίσω από τα κάγκελα, ο Γλέζος παραμένει πολιτικά ενεργός. Στις εκλογές του 1951, αν και θανατοποινίτης, εκλέγεται βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ. Ξεκινά αμέσως απεργία πείνας 12 ημερών, διεκδικώντας την αποφυλάκιση των δέκα εκλεγμένων βουλευτών της Αριστεράς που βρίσκονταν σε φυλακές και εξορίες, καταφέρνοντας τελικά να φέρει πίσω τους επτά. Αποφυλακίζεται προσωρινά το 1954, για να συλληφθεί ξανά το 1958 με την κατασκευασμένη κατηγορία της «κατασκοπίας», οδηγώντας σε ένα νέο κύμα διεθνούς συμπαράστασης που τον φέρνει ξανά στα βουλευτικά έδρανα το 1961, ενώ ήταν ακόμη κρατούμενος.
Το πείραμα της Άμεσης Δημοκρατίας
Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Γλέζος δεν αναζήτησε τις δάφνες του ήρωα, αλλά την ουσία της πολιτικής συμμετοχής. Το 1986 εκλέγεται κοινοτάρχης στην Απείρανθο, όπου εισάγει ένα ρηξικέλευθο σύστημα άμεσης δημοκρατίας, δίνοντας τον έλεγχο της κοινότητας στη λαϊκή συνέλευση. Αυτή η προσήλωση στην τοπική αυτοδιοίκηση τον οδήγησε αργότερα, το 2010, να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος στην Πάρο, την ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας του, επικεφαλής της «Κίνησης Ενεργών Πολιτών». Για τον Μανώλη, από το σκοτάδι της σβάστικας μέχρι το φως της Απειράνθου και της Πάρου, ο δρόμος ήταν πάντα ο ίδιος: η ευθύνη του πολίτη απέναντι στον διπλανό του και η δυνατότητά του να αποφασίζει μόνος του, αμεσοδημοκρατικά, για τη ζωή του.
Ο αιώνιος αγωνιστής
Στα στερνά του, ο Γλέζος παρέμεινε στην πρώτη γραμμή. Επανήλθε στην κεντρική σκηνή με τον ΣΥΡΙΖΑ, εκλέχθηκε ευρωβουλευτής το 2014 και χρησιμοποίησε το βήμα των Βρυξελλών για να θέσει με σθένος το ζήτημα των γερμανικών οφειλών και όχι μόνο. Δεν δίστασε να βρεθεί στην καρδιά των κινητοποιήσεων, να δεχθεί δακρυγόνα στα 88 του χρόνια έξω από τη Βουλή, να σταθεί υπό βροχή για να τιμήσει τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.
Έφυγε πλήρης ημερών στα 97 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του εννέα απόπειρες δολοφονίας που απέτυχαν και μια Ιστορία που πέτυχε να τον κατατάξει στους αθάνατους. Ο Μανώλης Γλέζος δεν ήταν απλώς ένας παρτιζάνος· ήταν η συνείδηση μιας χώρας που, ακόμη και στις πιο σκοτεινές της ώρες, έβρισκε έναν τρόπο να κοιτάζει προς το φως. Ήταν, όμως, και κάτι ακόμα για όσες και όσους τον γνωρίσαμε και είχαμε την τιμή να βαδίσουμε, έστω και για λίγο, στο πλάι του. Ο Μανώλης ήταν ο παππούς μας, όπως τον αποκαλούσαμε, ένας Άνθρωπος όπου, στις πιο δύσκολες και αμφίβολες στιγμές μας, γινόταν πάντα και θα συνεχίσει να γίνεται οδοδείκτης του ήθους και της πράξης μας.
Διαβάστε επίσης:
Εκβιάζεται ο Μητσοτάκης από έναν ιδιώτη;
Γεραπετρίτης και Αραγτσί: Το ελληνικό διπλωματικό αδιέξοδο και η ρήξη με το Ιράν
Η Ελλάδα ως «luxury καταφύγιο» και το Real Estate της υποτέλειας
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια