Λίνος Κόκοτος: «Θα μπορούσα να γράψω ένα punk τραγούδι»!

Ο βετεράνος συνθέτης Λίνος Κόκοτος επιστρέφει με καινούργιο δίσκο και ξαναδίνει συνέντευξη μετά από πολύ καιρό αποκλειστικά στο koutipandoras.gr  

Αντώνης Μποσκοΐτης 28/01/2019 | 11:25

Ο Λίνος Κόκοτος είναι ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού με τουλάχιστον δύο εργασίες του, το «Θαλασσινό τριφύλλι» (1972) και τα «Αντιπολεμικά» (1978). να διατηρούν ακέραιη την υψηλή θέση τους στην εγχώρια δισκογραφία. Ένας δημιουργός, επίσης, που ταυτίστηκε κατά κόρον με το νέο κύμα, χωρίς αυτό να τον εκφράζει απόλυτα, και που τραγούδια του απέδωσαν οι μεγαλύτερες φωνές: Ξυλούρης, Μητσιάς, Γαλάνη, Κουμιώτη, Πουλόπουλος, Ζωγράφος, Γλυκερία κ.α.

Την επάνοδο του στα μουσικά πράγματα σηματοδότησε η συνεργασία του με την ποιήτρια Βέρα Βασιλείου - Πέτσα στο βιβλίο - CD της με τίτλο «Βορινό παράθυρο» (Μετρονόμος, 2015). Στην εν λόγω δουλειά, τον Κόκοτο ερμήνευσαν και τραγουδιστές νεότερης γενιάς σαν τη Λιζέτα Καλημέρη και τον Πάνο Μπούσαλη. Πρόσφατα σχετικά επισφράγισε την επιστροφή του στη μουσική δημιουργία με έναν ολοκληρωμένο καλαίσθητο κύκλο τραγουδιών, τον «Ανεμογιαλό», εξ ολοκλήρου σε στίχους Κώστα Λάζαρη και με τους ερμηνευτές Νίκο Ανδρουλάκη, Νένα Βενετσάνου, Θέλμα Καραγιάννη. 

Ο ''Ανεμογιαλός'' του Κόκοτου και του Λάζαρη δεν είναι παλαιομοδίτικος. Είναι ο φόρος τιμής όλων των συντελεστών του στο πιο ευγενές είδος τραγουδιού που γνώρισε η χώρα αυτή στον 20ο αι. Είναι το νέο σκύψιμο του συνθέτη πάνω στα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη εν τη απουσία του ποιητή. Το ταξίδι του συνεχίζεται με καινούργιους συνεργάτες σήμερα, το στιχουργό και τους τραγουδιστές του. Και με μία συνέντευξη ύστερα από πολύ - πολύ καιρό.

Μικρογραφία

Ενώ στη wikipedia χαρακτηρίζεστε συνθέτης του νέου κύματος, νομίζω πως η μεγαλύτερη προσφορά σας είναι στο μεταπολιτευτικό τραγούδι. Συμφωνείτε;

Βεβαίως και μάλιστα επειδή δεν είναι μια βδομάδα που «άνοιξα» κι εγώ facebook, βρήκα στο internet αυτό που λέτε. Εγώ θα παραπέμψω στον Κώστα Μυλωνά, ο οποίος με αναφέρει τη χρονιά του 1971 ότι δεν ανήκω στο νέο κύμα, αλλά καπελώθηκα απ' αυτό. Ήταν η περίοδος της Lyra του Πατσιφά, όπου τα πάντα διαφημίζονταν ως νέο κύμα και μέσα κει έμπαιναν τραγούδια δικά μου, του Πλέσσα και του Σπανού. Πάρε, ας πούμε, το «Γειτονάκι» με τον Πουλόπουλο μες το 1969 που ήταν ένα κλασικό χασάπικο. Το «Ένα μαχαίρι», πάλι με τον Πουλόπουλο, ήταν το δεύτερο τραγούδι που ηχογράφησα και η πρώτη μου μεγάλη επιτυχία. Στην πίσω πλευρά απ' το 45άρι αυτό υπήρχε ένα ορίτζιναλ ζεϊμπέκικο. Μιλάμε για έντεχνα λαϊκά τραγούδια κι εμάς μας είχε φάει τότε η φωνή που ακούγαμε: «His master's voice capitol»! Το μυαλό μας ήταν στην Columbia και όχι στη Lyra, αλλά το πως βρέθηκα εκεί οφείλεται σε μια σημαντική συγκυρία.

Είχατε πέσει σε μεγάλη αδράνεια, η αλήθεια είναι, τα τελευταία 25 χρόνια.

Δίκιο έχετε. Ολοκληρωμένη δουλειά είχα να κάνω από το 1994. Είχα τις δυνατότητες με την τότε FM Records, επί Μουφλουζέλη, να υλοποιήσω μία δουλειά και κάτω από οικονομικές αντιξοότητες. Τα πράγματα, όμως, είχαν αρχίσει να δυσκολεύουν. Έγραφα και ακόμη γράφω τραγούδια, έλα όμως που έτρωγα τις μέρες μου πηγαίνοντας από εταιρεία σε εταιρεία με demo μου! Θα αναφέρω ότι ενώ είχα γνωστό παραγωγό, πέρασα από μία ΤΟΠ εταιρεία, μπήκα μέσα και τους είπα: «Έχω εδώ ένα CD με έξι κομμάτια. Είστε διατεθειμένοι να το ακούσετε;», δεν τους είπα δηλαδή βγάλτε το σώνει και καλά. «Καθίστε ένα λεπτό» μου είπαν. Ο παραγωγός μπήκε - βγήκε, με έπιασε μετά: «Λίνο, δεν γίνεται»...Άρχισα τότε να κάνω flashback στο «είναι» μου και στα λόγια των άλλων, που συχνά αναφέρονταν σε μία ελληνικότητα. Ο Μυλωνάς, ο φοβερός ιστορικός της μουσικής, έλεγε ότι ο Κόκοτος γράφει μεταξύ δωρικού και ιωνικού ρυθμού, κάτι που του βγαίνει πηγαία και όχι βάσει συνταγής. Η αδράνεια που λέτε δεν οφείλεται στο ότι εγώ αποχώρησα, όπως και κάποιοι άλλοι, απλώς αυτά που έγραφα θεωρούνταν «out of time». Εάν ήθελα να γράψω ένα τραγούδι μες την εποχή του, θα ήμουν σε θέση να το κάνω;

Εσείς λέτε όχι;

Μπορεί και όχι! Θα ήμουν άσχετος, φτιαχτός...

Σαν πολύ δεν περιχαρακώνεστε;

Μα θα έπρεπε να ασελγήσω πάνω στον ίδιο μου τον εαυτό! Θα σας πω ένα περιστατικό: Κάποιος περαστικός στο δρόμο νόμιζε πως είχα γράψει ένα τραγούδι με τον Ξυλούρη και το τραγούδησε ο Σφακιανάκης. 

Αναφέρεστε στη «Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου» του Λουκά Θάνου σε ποίηση Βάρναλη.

Εντάξει, ναι, τό'πατε εσείς. Στο δρόμο, λοιπόν, τυχαία αυτός άρχισε να με κράζει, επειδή έκανε το λάθος να νομίζει ότι ήταν δικό μου το τραγούδι. Όταν του εξήγησα ότι εγώ είμαι ο Λίνος Κόκοτος, «έπεσε» κάτω και μου ζητούσε χίλια συγγνώμη. Γύρω στα 45 ήταν αυτός, πριν μία δεκαετία περίπου. Απ' τη μία το ψιλοχάρηκα, απ' την άλλη κάτσαμε και ήπιαμε καφέ. Λύσαμε την παρεξήγηση και αναπτύξαμε μία ουσιαστική συζήτηση. «Πως θα με ήθελες;» τον ρώτησα, «έτσι, όπως είμαι τώρα, με κάθε τίμημα;» 

Δηλαδή ένας συνθέτης που έχει την ευχέρεια να μεταλλάσσεται μέσα στα χρόνια, δεν είναι πηγαίος, πρόκειται για κατασκεύασμα εταιρειών;

Ο συνθέτης και ο κάθε δημιουργός πάντα πρέπει νά'χει στόχο να ανανεώνεται, χωρίς όμως να πάψει να είναι αυτό που είναι. Από δική του επιλογή και ανάγκη να ανανεώνεται, όχι επειδή το θέλουν αυτοί που στήνουν ένα σκηνικό για να τον ρίξουν εκεί μέσα.

Απ' την άλλη εκτιμάτε τον Περίδη, τον Μάλαμα, τον Θαλασσινό. Δεν θα μπορούσατε εσείς να χωρέσετε μέσα σ' αυτό το «κλίμα»;

Θα μπορούσα, αλλά όταν οι ίδιοι γράφουν τραγούδια και τα τραγουδάνε, δεν είναι και εύκολο. Όταν ο άλλος κάνει μία συλλογική δουλειά, ή θα βρει τους δικούς του συνεργάτες, ή θα βρεθεί η συγκυρία να δώσει κάποιο μεμονωμένο τραγούδι. Οι τραγουδοποιοί κατάφεραν να βγάλουν μία ελληνικότητα, στηριζόμενοι κατά πολύ στην παράδοση και στο λαϊκό τραγούδι. Έχουν μέσα τους τον απόηχο ακόμη κι απ' το ρεμπέτικο, αλλά με μία καινούργια έκφραση.

Θεμιτό δεν είναι αυτό;

Ναι, είναι, και αυτοί το κάνουν αυτόφωτα! Η δική μου απομάκρυνση, όμως, και ο μη συμβιβασμός μου με το τι επιτάσσει η εποχή, φανερώνει ότι δεν ήθελα να μπω στο «κλίμα» αυτό. Επομένως, έκανα πίσω, δίνοντας καθημερινά τη μάχη μου.

Που δεν «πέρναγε».

Δεν «πέρναγε»! Ξενύχταγα μέχρι τις 6 το πρωί έξω από καμαρίνια διάσημων τραγουδιστών μέχρι να τελειώσουν τα προγράμματα τους. Το ότι αυτό που άκουγα μέχρι να τους δω, δεν μου άρεσε, με έκανε δύο φορές ράκος...Δεν θα ήθελα να πω ονόματα. Δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να μου τηλεφωνήσουν, έστω για ένα «δεν με ενδιαφέρει». Μόνο ο Μανώλης Μητσιάς όταν έκανε έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο το 2009, μου είπε «Λίνο, αυτά τα δύο τραγούδια που μου έδωσες, θα τα πω, μου αρέσουν». Παρόλο που με κάποιους γνωριζόμουν από τότε που ξεκινούσαμε όλοι μαζί απ' τα στενά της Πλάκας, μου έλεγαν: «Στείλ'το στον παραγωγό μου». Τό'κανα εγώ, έφτιαχνα κι ένα φάκελλο για τον παραγωγό. Σας λέω, την έδινα τη μάχη μου. 

Όταν κάποιος είναι παροπλισμένος, τι κάνει; Ζει απλά με τις μνήμες του;

Δεν νοσταλγώ! Εκείνο που με θυμώνει, ενώ καταλαβαίνω τις δυνατότητες μου, είναι το ότι δεν αισθάνομαι κούραση. Δεν νιώθω την κούραση! Έτσι, μετά απ' τα δύο τραγούδια με τον Μητσιά, θα μπορούσα να κάνω μία παραγωγή ιδίοις εξόδοις. Κι όμως, δεν την είχα ποτέ αυτή τη δυνατότητα! Τα τραγούδια μου έχουν μία διαχρονικότητα, η οποία όμως δεν μεταφράστηκε ποτέ με πακτωλό χρημάτων. Δεν είχα οικονομικές δυνατότητες, έτυχε όμως να'μαι φίλος με την ποιήτρια Βέρα Βασιλείου - Πέτσα, η οποία ήξερε τραγούδια μου που μέχρι κι εγώ τά'χα ξεχάσει. Η επιθυμία της να κάνει το «Βορεινό παράθυρο», μου έδωσε τη δυνατότητα να φτιάξω κι εγώ πέντε νέα τραγούδια. Ήταν μία επιβεβαίωση όταν εσείς γράψατε το 2015 πως επρόκειτο για «το comeback του Λίνου Κόκοτου». Έτσι τον ήθελα τον Λίνο, με δική μου προέκταση και ψάξιμο. 

Κι απ' αυτά τα πέντε τραγούδια, κάνατε πρόσφατα ολόκληρο νέο άλμπουμ σε στίχους του Κώστα Λάζαρη. Τα καταφέρατε τελικά!

Ο Λάζαρης είχε καλέσει τη Βέρα Βασιλείου - Πέτσα στη ραδιοφωνική εκπομπή του για μία συνέντευξη. Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν τα πάντα, οπότε τη ρώτησε εκεί ο Λάζαρης: «Μα καλά, ο Λίνος γράφει ακόμα;» Έγινε ένα άλλο ξεκίνημα και μου πρότεινε να κάνουμε μαζί μία νέα δουλειά, τον «Ανεμογιαλό». Οι κριτικές ήταν καλές στο σύνολο τους.

Έχετε μέσα και ένα υπέροχο τραγούδι με τη Θέλμα Καραγιάννη.

Το «Μην ψάχνεις την Ιθάκη» λέτε. Στην παρουσίαση του δίσκου ήταν και ο Λουκάς Θάνος που μου είπε: «Λίνο, δεν περίμενα ότι θα άκουγα τέτοιο τραγούδι από σένα»! Ήταν μία τελείως διαφορετική μπαλάντα με έναν αέρα διαχρονικότητας, πιστεύω.

Κρατήσατε επαφές με το συνάφι σας όλα αυτά τα χρόνια της απουσίας;

Ναι, όχι με πολλούς. Είχα και έχω επαφές με τον Γιάννη Σπανό, τον Μιχάλη Τερζή, τον Νότη Μαυρουδή, τον Χρήστο Λεοντή, αλλά και νεότερους. Με τον Παντελή Θαλασσινό, τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, όπως και με τη Νένα Βενετσάνου. Πέρα απ' τους δίσκους και τη δουλειά, μιλάω για ανθρώπινη επικοινωνία. 

Πως βλέπει ο Λίνος Κόκοτος το σημερινό τραγούδι;

Εντάξει, θέλοντας και μη, βομβαρδίζεσαι με διάφορα ακόμα και μέσα σ' ένα ταξί. Βλέπω καμιά φορά το MAD στα καφέ και λέω στην παρέα: «Παιδιά, πάμε κάπου αλλού, θα τρελαθώ». Μ' αυτά που μου λέτε τώρα, το σημερινό λαϊκό τραγούδι έχει γίνει ηχοκρουστικό. Η μελωδία, κάτι που παρατήρησα από νωρίς και αποδεικνύει πως δεν είμαι εκτός πραγματικότητας, είναι διαλυμένη πλέον, αποδομημένη. Πάρτε τη γαλλική σχολή, την ιταλική, τη μπαλάντα που η μελωδία ήταν πολύ ελκυστική από τους ανθρώπους. Η μελωδία ενώνει ακόμη τους ανθρώπους. Εάν βρεθούμε 50.000 άνθρωποι σ' ένα χωράφι ή σ' ένα γήπεδο και ακούσουμε το «Δελφίνι - δελφινάκι», θα γίνουμε όλοι μία φωνή! Αντίθετα, μπορούμε οι ίδιοι άνθρωποι να παρακολουθήσουμε το υπερθέαμα ενός σταρ παγκοσμίου φήμης και να μη μας πει τίποτα. 

Αυτό δεν έχει να κάνει με τη φύση της μουσικής, αλλά με όλο το «θεατροποιημένο» background.

Ισχύει, επομένως δε μπορεί να είναι από φλέβα γνήσια. Πρόκειται για συνταγή, κατασκεύασμα.

Μικρογραφία
Μανώλης Μητσιάς - Δήμητρα Γαλάνη, το σούπερ τραγουδιστικό δίδυμο των 70s, στο εξώφυλλο του δίσκου «Αποχαιρετισμός» (1975)

Χαμηλών τόνων μού φαίνεστε.

Είμαι. 

Έπαιξε ρόλο αυτό στην πορεία σας;

Κάθομαι και σκέφτομαι ότι μπορεί να είμαι χαμηλών τόνων, δεν έπαψα όμως ν' αγωνίζομαι. Διεκδικώ κι εγώ μια θέση.

Μα τη θέση σας την έχετε ήδη, τι να διεκδικήσετε εσείς εκτός απ' το να «υπάρξετε» σήμερα;

Ακριβώς...Είμαι χαμηλών τόνων, αλλά δεν έχω παραιτηθεί, αυτό λέω. Και αν υπάρχω ακόμα σήμερα είναι επειδή έχω μέσα μου την αισιοδοξία και την ανάγκη έκφρασης.

Και τις σημαντικές στιγμές σας δίπλα στον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, να πούμε.

Μιλάμε τώρα για δύο θεϊκές περιπτώσεις. Δε μπορείς να τους συγκρίνεις. Υπάρχουν στιγμές που ακούς τραγούδια του ενός και του άλλου και ανατριχιάζεις. Σε άλλα συναισθήματα θα σε πιάσει ο Μίκης, σε άλλα ο Μάνος! Τους γνώρισα αρκετά καλά και τους δύο, αλλά καλύτερα τον Μίκη! Θυμάμαι μία συνέντευξη που είχα δώσει στον Πάνο Γεραμάνη τρεις μήνες πριν φύγει απ' τη ζωή. Μου είχε κάνει δύο δίωρες εκπομπές κι εκεί πρωτοείπα ότι σε ηλικία 15 - 16 ετών είχα γράψει δύο τραγούδια, μελοποιώντας Γεώργιο Δροσίνη από το σχολικό αναγνωστικό. Το ένα ήταν «Τα άσπρα σπιτάκια» και το άλλο, το «Τρεχούμενο νερό». Κάποια συγκυρία με έφερε τέλος Μαΐου στο σπίτι του Μίκη. Πήγα δειλά - δειλά, καταλαβαίνετε τώρα. Κατευθείαν άρχισε να τα τραγουδάει! «Διακρίνω συνθετικό ταλέντο» μου είπε και με καθοδήγησε, πέραν του πιάνου που σπούδαζα, ν' ακολουθήσω θεωρητικά μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών. Ο Μίκης ήταν εκείνος που με έβαλε στη μουσική επαγγελματικά και μου σύστησε κι έναν άλλο νέο συνθέτη να μου έκανε το πρώτο μάθημα σολφέζ για τις εξετάσεις μου στο Ωδείο: Ήταν ο Γιάννης Μαρκόπουλος, τον οποίο ήδη γνώριζα από' να ωραίο τραγούδι του με τη Μαίρη Δαλάκου και τη μουσική του για τον «Πατούχα», ανεβασμένο από τον Κατράκη. Με τον Μίκη βλεπόμασταν μέχρι και πριν πέντε χρόνια, όσο κι εκείνος ήταν πιο κινητικός. Τελευταία φορά πριν μία τετραετία τον πέτυχα σε μία μάζωξη στο «Ρεξ». Πάω κοντά του, που ήταν περικυκλωμένος από κόσμο, και του λέω: «Μίκη, ξέρεις ποιος είμαι;» Με κοιτάει και μου κάνει: «Εμένα θα μου πεις; Εγώ δεν ήρθα στην Πλάκα για ν'ακούσω το ''Μικρό παιδί'' σου με τον Γιώργο Ζωγράφο;» Έφυγα συγκινημένος από την καλή του μνήμη! Μου έδωσε να καταλάβω ότι με θυμόταν πολύ καλά, αυτός που μια ζωή με έλεγε «Ο μικρός με το κοντό παντελονάκι»...Με τον Μάνο Χατζιδάκι κρατάω κάτι βράδια και μεσημέρια με παρέες, μαζί με τον Νίκο Γκάτσο, ας πούμε! Να σας πω κι ένα στιγμιότυπο και μ' αυτόν: Τη δεκαετία του '70 έγραφα κάτι στο στούντιο. Οι ώρες ήταν 10 με 4 πρωί και η άλλη 4 με 10 το βράδυ. Εγώ έγραφα μέχρι τις 4 το μεσημέρι κι ήξερα ότι μετά θα έγραφε ο Χατζιδάκις. Μπαίνει στο στούντιο ο Μάνος, με ρωτάει: «Λίνο, από τι ώρα είσαι εδώ;». Του απαντάω «Ε, δεν θά'μαι από τις 10 το πρωί;» και κάνει: «Πω, πω, τι βάρβαρες ώρες» (γέλια) 

Για μένα έχετε κάνει δύο οριακούς δίσκους, το «Θαλασσινό τριφύλλι» και τα «Αντιπολεμικά».

Το «Θαλασσινό τριφύλλι» βγήκε το '72, μες τη χούντα. Ο Πατσιφάς δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο: Με φωνάζει και μου λέει να περάσω από την εταιρεία, αν και τότε οι εταιρείες ήταν το στέκι μας. Εκεί πηγαίναμε όλοι, δεν υπήρχαν ραντεβού, «γιατί ήρθατε, τι θέλετε από δω;» κλπ. Μου δίνει λοιπόν να διαβάσω δύο ποιήματα, τα «Τζιτζίκια» και το «Ερημονήσι». Οι στίχοι στο ένα ήταν σκορπισμένοι, τους οποίους εγώ μπόρεσα και «έδεσα» για να τους μελοποιήσω. Κοιτάω πίσω απ' το χαρτί, δεν βλέπω όνομα στιχουργού. «Δεν θα σου πω το όνομα του» μου λέει ο Πατσιφάς. Κάτι συνέβαινε! Μου είπε να μη βιαστώ στη μελοποίηση και να πάω να του παίξω τα κομμάτια μου όταν θά'ναι έτοιμα - αυτό, τίποτα άλλο! Βγαίνοντας απ' το γραφείο του, συναντάω τον Άκο Δασκαλόπουλο. Μείναμε μαζί ως τις 2 τη νύχτα μ' αυτή την απορία: Γιατί δεν υπήρχε το όνομα του στιχουργού! Έκανε άγια που δεν μου είπε το όνομα ο Πατσιφάς, διότι αν μου έλεγε «Οδυσσέας Ελύτης», θα μού'χαν κοπεί τα πόδια, θα έπεφτε πάνω μου όλο αυτό το βάρος. 

Σας βγήκαν αβίαστα τα τραγούδια;

Όσο δεν φαντάζεστε! Ειδικά στα «Τζιτζίκια» είχα μέσα μου τον ρυθμό και είχαν γίνει κτήμα μου οι στίχοι. Σηκώνομαι ένα πρωί και γράφω την εισαγωγή. Από εκείνη τη στιγμή, δε σταμάτησα καθόλου! Πήγα, τα έπαιξα στον Πατσιφά και τότε μου είπε ότι είχα μελοποιήσει τον Ελύτη. Κόντεψα να πέσω κάτω, αλλά για να μου πει αμέσως τ' όνομα του ποιητή, σήμαινε ότι του άρεσαν πολύ τα κομμάτια. Έκλεισε κοινό ραντεβού με τον ποιητή ώστε να τ' άκουγε κι εκείνος. Εκεί ήρθε το δεύτερο σοκ! Ξαναπήγαμε στη Lyra και τά'χα χαμένα, «θα ακούσει τραγούδια μου ο Ελύτης;» έλεγα. Ξεκινάω να παίζω τα «Τζιτζίκια» και μόλις φτάνω στο δεύτερο ρεφραίν, νιώθω ένα χέρι στο στήθος μου απάνω. «Σταμάτα, παιδί μου» λέει ο Ελύτης, «έπιασες όλο το Αιγαίο! Μπράβο σου!» Ακόμα δεν το πιστεύω ότι πήγαινα στο σπίτι του μετά για να ακούσει ότι καινούργιο έφτιαχνα! Είναι στιγμές καταγραφής ζωής που δεν αλλάζονται με τίποτα! Βλέποντας εμένα ο Ελύτης, ένα ντροπαλό παιδί που δεν τον κοίταγε στα μάτια, λέει κάποια στιγμή: «Άκου να σου πω, νεαρέ, αυτόν τον καιρό είμαστε συνεργάτες», ακόμα το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Δικαιώθηκα και εγώ και εκείνος και έκτοτε δεν υπάρχει σχολική χορωδία που να μην τραγουδάνε αυτά τα τραγούδια τα παιδάκια. Και δεν μιλάω για εδώ μόνο, αλλά για τον παγκόσμιο ελληνισμό! Ο Ελύτης ήθελε αυτά τα τραγούδια να μείνουν και χαίρομαι που το είδε να γίνεται πριν φύγει από τη ζωή. 

Η επιλογή των τραγουδιστών Ρένας Κουμιώτη και Μιχάλη Βιολάρη ήταν δική σας;

Η επιλογή έγινε από μένα μαζί με τον Πατσιφά. Θέλαμε ανάλαφρες φωνές, πιο ανθρώπινες, γήινες, για να ειπωθούν σωστά τα κομμάτια, χωρίς στόμφο. Κάτι που δεν έγινε γνωστό είναι πως όταν ολοκληρώθηκε η δουλειά, κάπου σκοντάψαμε στο να βγει ο δίσκος. Η πρώτη απάντηση από το χουντικό υπουργείο Προεδρίας ήταν αρνητική. Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε πάρει μία θέση εναντίον της χούντας.

Είστε σίγουρος; Δεν έχει ακουστεί ποτέ κάτι τέτοιο για τον Ελύτη.

Μα ναι, σας λέω, και μάλιστα επειδή ο Πατσιφάς ήξερε πόσο συναισθηματικός ήμουν, έλεγε στα κορίτσια στην εταιρεία: «Άμα περάσει ο Λίνος, μην του πείτε ότι έχει προκύψει θέμα με το δίσκο». Την ίδια εποχή, μου τηλεφώνησε και ο Γιώργος Λιάνης, νέος δημοσιογράφος τότε, για να του έδινα το νούμερο του Οδυσσέα Ελύτη. Δεν το έδωσα, βέβαια, δεν θα μου επιτρεπόταν. Το πώς βγήκε ο δίσκος, δε μπορώ να σας πω...

Δεν θέλετε ή δεν ξέρετε;

Δεν ξέρω, απλώς μεσολάβησαν κάποιοι φωτισμένοι που πίεσαν την κατάσταση και βγήκε ο δίσκος!

Ένα νέο παιδί σήμερα, συνθέτης, όπως ήσασταν εσείς τότε στα 28 σας, θα ένιωθε το ίδιο δέος απέναντι σ' έναν ποιητή;

Εγώ είχα και μια έφεση στην ποίηση, μου άρεσε πολύ το διάβασμα, η λογοτεχνία, να ψάχνω, να μαθαίνω. Πολύ μικρός είχα μάθει τι σημαίνει το «Άξιον Εστί» πριν μελοποιηθεί από τον Θεοδωράκη. Το γνώριζα ως γραφή. Διάβαζα αρκετούς ποιητές, Έλληνες και ξένους. Σήμερα, όχι, αν υποθέσουμε ότι οι εποχές έχουν αλλάξει, δύσκολα ένας νέος συνθέτης να ένιωθε δέος για έναν ποιητή, τουλάχιστον το ίδιο που ένιωσα εγώ απέναντι στον Ελύτη. 

Λέτε, πάλι, να ένιωθε δέος αν ήξερε πως ο ποιητής έχει κάνει ήδη «σουξέ» με άλλον συνθέτη;

Συμφωνώ απόλυτα (χαμογελάει). Καταλαβαίνω απόλυτα πώς το λέτε! Εμείς μέχρι και τα τέλη του '70 ζήσαμε τη μεγαλύτερη Αναγέννηση μουσικής και λόγου. Και όχι μόνο! Και στα εικαστικά, στον κινηματογράφο, στα πάντα: Κουν, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ακριθάκης! Καμιά φορά λέω «τι θα γίνει τώρα, που θα βρεθεί μια τέτοια εποχή για τους άλλους;», συνειδητοποιώ όμως την πνευματική παρακμή που περνάμε, σε αντίθεση με την τεχνολογία που τρέχει και δε φτάνει. Σας είπα, με το internet έχω σχέση ενημέρωσης, να μαθαίνω όχι με κουτσομπολίστικη διάθεση, αλλά για να ακούσω μια καινούργια δουλειά περισσότερο.

Μικρογραφία
Στο οπισθόφυλλο του κύκλου τραγουδιών «Τα Αντιπολεμικά» (1978), Νίκος Ξυλούρης - Λίνος Κόκοτος - Δημήτρης Χριστοδούλου

Είχατε ποτέ επαφή με την ξένη μουσική;

Και βέβαια είχα: Platters, Perry Como, Beatles, Rolling Stones, άκουγα πολλά πράγματα. Η Αναγέννηση ήταν παγκόσμια. Και οι Sex Pistols έκαναν αίσθηση λίγο πιο μετά.

Αλήθεια τώρα, ακούγατε Sex Pistols;

Βέβαια άκουγα! Δεν τα ξεχνάμε αυτά! Πάντα ήθελα όμως να διακρίνω έστω και δύο - τρία μέτρα μιας μελωδίας, επαναλαμβανόμενης ή επεξεργασμένης.

Θα μπορούσατε να γράψετε ένα punk τραγούδι; Πλάκα θά'χε!

Εάν το ήθελαν οι προϋποθέσεις, θα μπορούσα!

Θα μπορούσατε να υπηρετήσετε τη βαβούρα;

Τη βαβούρα, όχι!

Punk σημαίνει βαβούρα.

Εξαρτάται! Αν υπήρχε, ας πούμε, ένα θεατρικό έργο που να χρειαζόταν να γράψω τέτοια μουσική, θα τό'κανα, θα τό'βγαζα πέρα. Το «σκηνικό» εγώ χρειάζομαι κάθε φορά. Κάτι κατά παραγγελία, ας πούμε, να υπάρχει λόγος. 

Κι από το punk στον Νίκο Ξυλούρη, Πολυτεχνείο και Μεταπολίτευση.

Οι μέρες του Πολυτεχνείου με βρίσκουν να ξεκινάμε ένα σχήμα με τον Γιάννη Πουλόπουλο και τη Ρένα Κουμιώτη που βέβαια σταμάτησε εντός μίας αναζήτησης. Η χούντα ανέκοψε αυτή τη συνεργασία κι εδώ μένω στον Λίνο, σε μένα: Αυτό ήταν που με εξόργισε πιο πολύ απ' όλα, μου έκοψαν την έκφραση! Η προσπάθεια ήταν να βρούμε μια χαραμάδα και ν' αντιδράσουμε, να μη μπούμε στο γύψο.

Και τι κάνατε;

Αντέδρασα μαζί με όλο τον κόσμο! Ενσωματώθηκα με το κοινό, βγήκα στο δρόμο.

Το ίδιο και οι τραγουδιστές;

Όχι όλοι. Έναν Ξυλούρη τον θυμάμαι! Μία Δημητριάδη! Ξέρουμε ποιοι έδωσαν το παρόν, τους έχει καταγράψει η ιστορία. Είναι γνωστά πράγματα πια και δε μπορεί να τα κρύψει κανείς. Έχουμε οπτικά και ηχητικά ντοκουμέντα από τα χρόνια εκείνα.

Συμφωνείτε με το ότι από τη Μεταπολίτευση και μετά, γεμίσαμε από υδροκέφαλα του Θεοδωράκη; Υπήρξαν οι ταλαντούχοι, οι πολιτικοποιημένοι. Εσείς πάλι δεν ταυτιστήκατε ποτέ με το πολιτικό τραγούδι, δε μπήκατε εκεί μέσα.

Εγώ μπήκα στον εαυτό μου! Είχα τη δική μου σκέψη. Θυμάμαι μετά την πτώση της δικτατορίας να βγαίνουν σωρηδόν δίσκοι κάθε βδομάδα από ανθρώπους που δεν ήταν κομμουνιστές ή, να το πω καλύτερα, υπέρμαχοι εναντίον της χούντας.  Σιωπηλά άτομα που ήθελαν να βγάζουν τραγούδια - πλακάτ. Δεν μου άρεσε όλο αυτό.

Σας κόστισε, πιστεύετε;

Βέβαια μου κόστισε! 

Ξέρετε, κάτι παρεμφερές μου είχε πει και ο Γιάννης Πάριος, ότι κινδύνεψε να αφανιστεί τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Ναι, το καταλαβαίνω, ειδικά για τον Πάριο. Μάλιστα, την ίδια εποχή ίσως και η δική μου επιθυμία με έφερε να βρεθούμε με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και να κάνουμε τον «Αποχαιρετισμό». Τραγουδούσαν ο Μανώλης Μητσιάς με τη Δήμητρα Γαλάνη. Άρχισε να μ' απασχολεί το θέμα εναντίον των πυρηνικών τότε, αφού γίνονταν τεράστιες διαδηλώσεις σ' όλο τον κόσμο. Δημιουργήθηκε εντός μου μία αντιπολεμική διάθεση!

Να σας ρωτήσω κάτι άλλο τώρα: Ξέρετε πως με το τραγούδι σας, «Κορίτσι - κορίτσι με τα παντελόνια και με τα αγορίστικα μαλλιά», κάπου απενοχοποιήσατε τις λεσβίες σε δύσκολες ακόμη εποχές;

Εσείς θα το ξέρετε καλύτερα, μια και συναλλάσσεστε καθημερινά με πολύ περισσότερο κόσμο, εγώ όμως δεν τ' άκουσα ποτέ έτσι το τραγούδι αυτό. Να που μαθαίνω ακόμη πράγματα κι εγώ! Σίγουρα ήταν ένα πρωτοποριακό κομμάτι, αλλά δεν το είδα ποτέ έτσι και όχι ότι έχω κάτι με τις λεσβίες, μην παρεξηγηθώ, για όνομα του Θεού! Δεν με ξαφνιάζετε, να πω την αλήθεια, αλλά καθετί που αρέσει, επιδέχεται πολλές ερμηνείες.

Πιθανώς ο Λευτέρης Παπαδόπουλος να είχε στο νου του και την κοινωνική αναβάθμιση της γυναίκας. 

Γιατί όχι; Οι επαναστάσεις καμιά φορά δε γίνονται με θούριους κι αυτός ο ρυθμός πού'χει το τραγούδι στην εισαγωγή του, τα 3/4, δείχνει το «φεύγα» του, την πέραση του στον ακροατή. Είναι ένα δυναμικό τραγούδι που δεν του έδωσα παθητική θέση. Καθένας δημιουργός δεν ειν' ανάγκη να βγει με πλακάτ, να πει «Αυτό είμαι εγώ». Η θέση του και το έργο του ορίζουν την πολιτική και όχι την κομματική του στάση.

Πείτε μου για τη γνωριμία με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου.

Η γνωριμία μας πήγαινε πολύ πίσω, στο '61 - '62, εποχή Μίκη. Ήθελα ανέκαθεν να τον μελοποιήσω. Κάποια στιγμή μου δίνει δύο φακέλλους με στίχους του: Ο ένας φάκελλος, όχι της Ασφάλειας (γέλια), περιείχε τον κύκλο «Τα Αντιπολεμικά» και ο άλλος μια σειρά αδέσποτων στίχων του. Μου λέει «Λίνο, θα ήθελα να μου απαντήσεις σε κάνα μήνα από τώρα». Του τηλεφώνησα την άλλη μέρα και του λέω «Δημήτρη, θα φτιάξω τα Αντιπολεμικά». Είχε πολύ μπροστά μυαλό ο άνθρωπος, μου έδωσε συγχαρητήρια και μου ευχήθηκε καλό κουράγιο. Σου λέει, ωραίο πράγμα τα Αντιπολεμικά, η αγάπη για την ειρήνη, ποια πόρτα όμως θα χτυπούσαμε; Με τον Νίκο Ξυλούρη γνωριζόμασταν, πήγαινα και τον άκουγα χωρίς να έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις. Πήγα στο σπίτι του στο Γαλάτσι, κάθισα στο πιάνο, του έπαιξα δύο τραγούδια και μου κάνει: «Λίνο μου, δωσ' τα μου όλα, θα τα πω». Άκουγε ένα - ένα τα κομμάτια και παλλόταν ολόκληρος. Μου είπε να πηγαίνω στο στούντιο, όχι για να τον διευθύνω, αλλά για να παρακολουθεί την έκφραση των ματιών μου. Πολύ σημαντικό αυτό και δεν θα το ξεχάσω! Πολλές φορές δάκρυζε όποτε τελείωνε την εγγραφή ενός τραγουδιού! Πού νά'ξερε ότι θα ήταν οι τελευταίες του ηχογραφήσεις...

Το '78 δεν είχε βγει και το «Σάλπισμα» του Λουκά Θάνου;

Το «Σάλπισμα» είχε προηγηθεί, είχε γραφτεί νωρίτερα στο στούντιο, απλά βγήκε αργότερα, το '78. Εμείς γράψαμε στο στούντιο το '77 και κυκλοφορήσαμε το '78. Μάλιστα, είχα και την καλλιτεχνική επιμέλεια στο «Θεμέλιο», στην Πλάκα, στις τελευταίες παραστάσεις του Ξυλούρη. Ήταν ακμαίος, δυνατός, σε τίναζε, είχε διονυσιασμό! Μετά αρρώστησε και πέθανε...Λέγαμε με τον Χριστοδούλου πόσο τυχεροί ήμασταν που άρεσαν τα τραγούδια μας στον Ξυλούρη και δέχτηκε να τα πει. Γίναμε οικογενειακοί φίλοι με τον Νίκο. Έμπαινες στο σπίτι ενός σταρ, μιας φίρμας, αλλά αυτός ότι ήταν να πει, το έλεγε τραγουδώντας. Ερμήνευσε κομμάτια μεγάλης πολιτισμικής καταγραφής ο Ξυλούρης!

Μικρογραφία

Τι θα θέλατε να κάνετε από δω και πέρα;

Εκείνο που θα ήθελα είναι να ξανακάνω το ορχηστρικό από τις «Ώρες» πιο συμφωνικό. Η συμφωνική πλευρά μου δεν έχει αναδειχτεί και κάτι που δεν σας είπα είναι ότι εγώ, προτού βρεθώ στην Πλάκα, ηδονιζόμουν ν' ακούω έργα από τεράστιες συμφωνικές ορχήστρες.

Κάτι που δεν ένιωθε καθόλου ο Μάνος Χατζιδάκις.

Εγώ, αντίθετα, το ένιωσα πολύ! 

Η συμφωνική πλευρά αποτελεί φιλοδοξία κάθε συνθέτη;

Όχι! Δε σημαίνει ότι επειδή θα γράψεις κάτι για μεγάλη ορχήστρα, θ' ανέβεις και σκαλοπάτια. Εξαρτάται απ' το τι θα γράψεις. Μια επιθυμία σάς εξέφρασα από μένα για μένα.

Απολαμβάνετε μια ήρεμη οικογενειακή ζωή;

Παντρεύτηκα μικρός, έχω μια κόρη γύρω στα 37 - 38 που δε λέει ακόμα να με κάνει παππού. Μόνο νά'ναι καλά και τυχερή στη ζωή της...Είναι σε ηλικία δύσκολη, η πιο άτυχη είναι η σημερινή γενιά των σαραντάρηδων. Φταίμε κι εμείς οι παλιότεροι σίγουρα...Έχει δυσκολέψει απίστευτα η ζωή των νέων ανθρώπων στην Ελλάδα. Η γυναίκα μου, πάλι, δεν έχει σχέση με το μουσικό χώρο, αλλά είναι μια εξαιρετική διακοσμήτρια. 

Υπήρξατε ποτέ μποέμ;

Στιγμές... (γελάει)

Δηλαδή;

Προτού παντρευτώ, είχα τάσεις φυγής. Δεν πήγαινα στο σπίτι, έπαιρνα ένα τηλέφωνο και τους έλεγα απλά ότι είμαι καλά. Είμαι άνθρωπος του ταξιδιού, μ' αρέσει να γνωρίζω τόπους, αλλά όχι με την τουριστική έννοια. Μου αρέσει να μπαίνω μέσα στους διαφορετικούς πολιτισμούς. 

Προσέχετε την υγεία σας;

Έκοψα το τσιγάρο μετά από σαράντα χρόνια. Κάπνιζα τρία με τέσσερα πακέτα την ημέρα. Έπρεπε να το έκοβα! Γενικά, όμως, πλέον προσέχω.

Η ώρα έχει πάει 9 το βράδυ. Τι θα κάνετε όταν πάτε στο σπίτι σας;

Στο σπίτι μπορεί ν' ανοίξω το πιάνο και να παίξω με τα ακουστικά μου. Μπορεί να διαβάσω κάτι, αν και πιστεύω ότι στο πιάνο θα πάω πρώτα. Βάζω ακουστικά για να μην ενοχλώ.

Σε πολυκατοικία ζείτε;

Ναι, σε πολυκατοικία.

Κι έχετε ενοχλήσει τους γείτονες;

Ποτέ, ποτέ! Όταν έπαιζα στο πιάνο που έγραψα και τα πρώτα μου τραγούδια, ούτε τότε θα έλεγα ότι ενόχλησα. Όταν όμως πήρα ηλεκτρονικό πιάνο κι έπαιζα με τα ακουστικά, έβγαινα στο μπαλκόνι μετά και μου λέγανε: «Χαθήκατε, δεν ακούμε τίποτα πια»...

Εγώ λέω να συνεχίσετε να ενοχλείτε τόσο τους γείτονες, όσο και τη δισκογραφία. Σας ευχαριστώ γι' αυτή τη συζήτηση.

Εγώ σας ευχαριστώ πιο πολύ, γιατί όλα αυτά που είπαμε ήταν και μία όαση μέσα στη στεγνή εποχή μας. 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.