Λίνα Μενδώνη, η «αναντικατάστατη»

Ο πρωθυπουργός εκτίμησε την ποιότητα της δουλειάς της υπουργού Πολιτισμού και τη διατήρησε στον θώκο της: η πολιτική ξεπουλήματος του δημόσιου τομέα είναι κεντρική. Γράφει ο Στάθης Γκότσης. 

Στάθης Γκότσης 22/09/2021 | 17:12

Ένα από τα πρόσωπα τα οποία σύµφωνα µε την έντονη σπερµολογία που προηγήθηκε του πρόσφατου κυβερνητικού ανασχηµατισµού φέρονταν ως εξαιρετικά πιθανό να χάσουν τον υπουργικό τους θώκο ήταν και η υπουργός Πολιτισµού και Αθλητισµού Λίνα Μενδώνη.

Ήδη κατά τη διετία της υπουργίας της είχαν δηµιουργηθεί µια σειρά από σοβαρά ζητήµατα στον χώρο αρµοδιότητάς της, τα οποία πήραν µεγάλες διαστάσεις και –αν µη τι άλλο– είχαν φέρει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση: η πλήρως απαξιωτική στάση της κατά την περίοδο της καραντίνας απέναντι στο σύνολο του χειµαζόµενου καλλιτεχνικού κόσµου, που είχε ξεσηκωθεί σύσσωµος εναντίον της, η εµπλοκή της και η επικοινωνιακή διαχείριση εκ µέρους της της πολύκροτης υπόθεσης µε τις αποκαλύψεις για τον πρώην διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου ∆ηµήτρη Λιγνάδη, η εµµονή της στον καταστροφικό τεµαχισµό και στην απόσπαση των µοναδικής σηµασίας αρχαιοτήτων του σταθµού Βενιζέλου στο µετρό Θεσσαλονίκης, παρά την κατακραυγή από τη διεθνή επιστηµονική κοινότητα, την επίσηµη έκκληση από το ∆ιεθνές Συµβούλιο Μνηµείων και Τοποθεσιών (ICOMOS) και τη βούληση της πλειονότητας των κατοίκων της πόλης.

Πλάι σε αυτά αναδείχθηκαν µε αρνητικό πρόσηµο και µια σειρά από άλλα ζητήµατα στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονοµιάς, που µπορεί να µην καταγράφονται ως θέµατα πρώτης γραµµής στην επικαιρότητα σηµατοδοτούν ωστόσο όψεις µιας πολιτικής κατεύθυνσης που προκαλεί εντάσεις και ξεσηκώνει διαµαρτυρίες ακόµη και από τµήµατα του κοινωνικού σώµατος που διάκεινται φιλικά προς την κυβέρνηση: η ψήφιση διάταξης για τη δυνατότητα εξαγωγής αρχαιοτήτων από τη χώρα για 50 χρόνια, η µεθόδευση για τις εκτεταµένες τσιµεντοστρώσεις στην Ακρόπολη, η εξαγγελία για την αποκοπή των πέντε µεγαλύτερων κρατικών µουσείων της χώρας από το υπουργείο Πολιτισµού και την Αρχαιολογική Υπηρεσία διά της µετατροπής τους σε ΝΠ∆∆, το ζήτηµα της ανανέωσης άδειας λειτουργίας διαλυτηρίων πλοίων στον ιστορικό χώρο της Σαλαµίνας, η µαταίωση της κήρυξης της Πυρκάλ στην Ελευσίνα ως ιστορικού χώρου, οι διευκολύνσεις για την τοποθέτηση ανεµογεννητριών σε χώρους αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν φαίνεται να βάρυνε αρνητικά στον απολογισµό του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη – όχι τόσο πάντως ώστε να αποφασίσει την αντικατάσταση της υπουργού του. Η εξέλιξη αυτή µπορεί να ξάφνιασε ορισµένους, ήταν όµως µάλλον αναµενόµενη. ∆ιότι στην πραγµατικότητα η πολιτική που ασκεί η κ. Μενδώνη είναι η απόλυτη προσαρµογή της φιλελεύθερης πολιτικής της Νέας ∆ηµοκρατίας στο ειδικό πεδίο του πολιτισµού και ειδικότερα στα θέµατα που σχετίζονται µε την πολιτιστική κληρονοµιά.

Πρόκειται για µια πολιτική κατεύθυνση που ταυτίζει την οικονοµία µε τον πολιτισµό, που εξυπηρετεί µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα ποικίλα επιχειρηµατικά και εργολαβικά συµφέροντα, που διευκολύνει την ολοένα και µεγαλύτερη εµπλοκή ιδιωτών και ιδρυµάτων σε θέµατα όχι µόνο διαχείρισης αλλά και χάραξης πολιτικής για τον πολιτισµό. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι που εγγράφονται τόσο η συστηµατική προσπάθεια περαιτέρω απαξίωσης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και υποβάθµισης του αποφασιστικού και ελεγκτικού της ρόλου όσο και η εργαλειοποίηση των µνηµείων και ο διαχωρισµός τους σε «εµπόδια για την ανάπτυξη» και σε «αξιοποιήσιµα», µε έµφαση στην εµπορική διάσταση του όρου. Είναι η ίδια ακριβώς πολιτική που βλέπουµε να ασκείται σε όλους τους τοµείς: συνειδητή υποχώρηση του δηµοσίου και των κρατικών υπηρεσιών, υπονόµευση του δηµόσιου χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών και του δηµόσιου συµφέροντος, εµπορευµατοποίηση και ιδιωτικοποίηση, άµεση ή έµµεση, τµηµάτων του δηµόσιου τοµέα.

Εποµένως, ο πρωθυπουργός δεν είχε επί της ουσίας κανένα λόγο να αποπέµψει την υπουργό του. Η κ. Μενδώνη κάνει καλά τη δουλειά της. Πράγµατι, όταν στον πυρήνα της ασκούµενης πολιτικής δεν υπάρχουν πραγµατικές αποκλίσεις από την κεντρική κυβερνητική κατεύθυνση, τυχόν ιδιοµορφίες ύφους στην άσκηση της συγκεκριµένης πολιτικής δεν είναι επαρκής λόγος αποποµπής. Αλλωστε η στρεψοδικία, ο αυταρχισµός, οι κρυφές ατζέντες, η επικοινωνιακή και όχι επί της ουσίας διαχείριση προβληµατικών θεµάτων, οι αυθαίρετες αποφάσεις χωρίς διαβούλευση και η έλλειψη διαφάνειας απαντούν µάλλον στο σύνολο της κυβέρνησης και στον τρόπο που ασκεί την εξουσία παρά περιορίζονται σε ένα µόνο υπουργείο ή σε έναν υπουργό.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιβράβευσε την υπουργό του ανανεώνοντας τη θητεία της. Εκρινε πως η Λίνα Μενδώνη εφάρµοσε σωστή πολιτική στον τοµέα ευθύνης της και δεν έκανε κανένα λάθος, τέτοιο τουλάχιστον που να εκθέτει την κυβέρνηση και τον ίδιο, ικανό να της στοιχίσει τη θέση της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκρινε πως η Λίνα Μενδώνη δεν πρέπει να αντικατασταθεί. Προσυπέγραψε έτσι και το σύνολο των πεπραγµένων της, αναλαµβάνοντας πλήρως και τις ευθύνες που του αναλογούν για όσα έγιναν την προηγούµενη διετία στον χώρο του πολιτισµού αλλά και για όσα έπονται στο διάστηµα που θα παραµένει ακόµη στη θέση της.

Ο Στάθης Γκότσης είναι γενικός γραμματέας του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων Υπουργείου Πολιτισμού Αττικής, Στερεάς και Νήσων