Κυκλοφόρησε σε συλλεκτικό βινύλιο το βραβευμένο soundtrack του Νίκου Ξυδάκη για την ταινία «Sacrilege» της Μάρσας Μακρή

Δίσκος της χρονιάς δεν είναι, λόγω της φύσης του (μουσική για ταινία). Άνετα, όμως, η εργασία του Νίκου Ξυδάκη για το κινηματογραφικό «Sacrilege» θα χαρακτηριζόταν το soundtrack της χρονιάς που φεύγει κι αυτής που έρχεται! 

Με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη θα κάνουμε μία μεγάλη συνέντευξη για το koutipandoras.gr, όπως έχουμε ήδη συνεννοηθεί. Ξεκινάω τούτο το κείμενο τώρα, δίνοντας το λόγο στη Μάρσα Μακρή, τη δημιουργό της ταινίας «Sacrilege (Ιερόσυλοι)», που είχε το καλλιτεχνικό κριτήριο ή το ένστικτο, αν θέλετε, να εμπιστευθεί τη μουσική της δουλειάς της στον Ξυδάκη: «Σίγουρα όλοι γνωρίζουμε ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε το έργο του, που πέραν του ότι εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών, χαρακτηρίζεται κύρια από μια φινέτσα, όπως και από μια διαρκή αναζήτηση σε κάθε επίπεδο μουσικότητας».

Αυτή η συνθήκη της εκλεκτικής και πολυσύνθετης μουσικότητας, αποτελεί ένα μοναδικό «ατού» στη δημιουργική συνομιλία που απαιτείται με την (κινούμενη) εικόνα, σύμφωνα πάντα με τη σκηνοθέτιδα. «Ο Νίκος το έχει αυτό, όπως και το μοναδικό στοιχείο του να συνομιλεί αβίαστα με την ποίηση και την Ιστορία. Μια συνεργασία συμπερασματικά υποδειγματική, που ελπίζω να είναι το έναυσμα και για άλλες μελλοντικές. Προσθέτω πως τα τελευταία χρόνια είχα τη χαρά να τον ακούσω σε διάφορες συναυλιακές συνθήκες: πάντα με διαφορετικό σχήμα ευρύτερο ή και ”δωματίου”, πάντα με εκλεκτούς συνεργάτες επίσης, στους οποίους προσφέρει μεγάλο εύρος μουσικής έκφρασης, που υπογραμμίζεται φυσικά από τη μοναδική του αισθητική. Κάθε φορά η εμπειρία ήταν ξεχωριστή με μια αίσθηση ευφορίας αλλά και ειλικρινούς θαυμασμού, για τη λεπτότητα των ερμηνειών και την ευρηματικότητα της δεξιοτεχνίας, σε συνδυασμό με το λεπτό χιούμορ που τον χαρακτηρίζει. Προκύπτει έτσι ένα μοναδικό κλίμα που αφήνει μια υπέροχη αύρα, η οποία σε ακολουθεί».

Αυτό το «μοναδικό κλίμα» και η «υπέροχη αύρα», που επισημαίνει η Μακρή, γίνεται εύληπτη με το πρώτο άκουσμα. Ένας Νίκος Ξυδάκης, όπως δεν τον έχουμε ξανακούσει, που άφησε κατά μέρος τα ούτια και τα κανονάκια, τα όργανα δηλαδή που μεταχειρίζεται συχνά στις μουσικές του, κινούμενος τώρα σε πιο ηλεκτρικές – ηλεκτρονικές ατμόσφαιρες, οι οποίες θα χαρακτηρίζονταν από post rock έως νεοψυχεδελικές! Η πειραματική «Εισαγωγή», λόγου χάριν, μας εισάγει και στο ανορθόδοξο σύμπαν της ταινίας, μιας σουρεαλιστικής ιστορίας που διαπερνά ολόκληρη τη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας από τη Μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας: Η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, η επίπλαστη ευμάρεια των early eighties, ακόμη και η δολοφονία Νάσιουτζικ, ένα γεγονός που συντάραξε τη συντηρητική ελληνική κοινή γνώμη, παρελαύνουν από τους «Ιερόσυλους», μέχρι να καταλήξουν στην άνοδο του νεοναζισμού και τη σύγχρονη κοινωνική ανωμαλία. Όλα αυτά στο background της ιστορίας, διότι στο επίκεντρο παρακολουθούμε τη νοσηρή σχέση μίας νέας γυναίκας (Λουκία Μιχαλοπούλου) μ’ έναν παράλυτο κατάκοιτο άνδρα (Blaine Reininger) και την αναζήτηση μιας παλιάς εικόνας του Αγίου Γεωργίου, ικανής να ξεθάψει εξίσου παλιά μυστικά και θαμμένες μνήμες του παρελθόντος.

 Ρώτησα τη Μάρσα Μακρή τι πιστεύει πως προσφέρει η χρήση της μουσικής στις ταινίες της κάθε φορά. Έχει, άλλωστε, «παρελθόν» σε ότι αφορά τη μουσική επένδυση των κινηματογραφικών εργασιών της: Η μικρού μήκους ταινία της με τίτλο «Στον τοίχο» (2003), είχε τιμηθεί με το βραβείο καλύτερης μουσικής επίσης στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας. Στους «Ιερόσυλους», βέβαια, το αποτέλεσμα απ’ τη μαγική σύμπραξη και τη «χημεία» σκηνοθέτη – συνθέτη είναι πραγματικά εντυπωσιακό!  «Πράγματι αν και κύρια παραμένω πιστή ακόλουθος της αισθητικής με την έννοια του ηθικού πλαισίου κάθε δραστηριότητας. Σε αυτό το επίπεδο, προσπαθώ να συνεχίζω και στο ηχητικό μέρος την αναζήτηση όπως όμορφα το θέτεις, σε επίπεδο άλλοτε αφηγηματικό άλλοτε αντιστικτικό, ποτέ δε σε επίπεδο σχολιασμού ή συναισθηματικής χειραγώγησης» την ακούω να μου λέει απ’ την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. «Πρόθεση μου είναι να συνθέσω μια ολοκληρωτική εμπειρία, τόσο σε εικαστικό όσο και σε μουσικολογικό περιβάλλον, ελπίζοντας να υπνωτιστεί, να μαγευτεί από τον «παράξενο» κόσμο που έχω δημιουργήσει. Μια πολυφωνία καθαρά οπτικοακουστική, που υποστηρίζεται είναι αλήθεια και από το ψηφιακό μέσο: κακά τα ψέματα, ως πριν λίγα χρόνια ακόμα, με αυτή τη μελαγχολική διαδικασία, όπου έπρεπε να «μεταφερθεί» το υλικό του ήχου στο περίφημο «ηχητικό-φιλμ», που με τη σειρά του έπρεπε να εμφανιστεί σε «κάποια-υγρά», με τα προβλήματα που προέκυπταν κ.ο.κ., υπήρχε ελάχιστο περιθώριο για δημιουργική προσέγγιση στην υπόθεση ηχητικής επεξεργασίας με τους ταπεινούς προϋπολογισμούς που επικρατούσαν» συνεχίζει η σκηνοθέτιδα και καταθέτει μία αλήθεια, γνωστή σε όσους ασχολούνται εδώ και χρόνια με το σινεμά, πριν την ψηφιακή έλευση. Της ζητώ να γίνει πιο συγκεκριμένη επ’ αυτού: «Σίγουρα η οικονομική ταπεινότητα (ή ταπείνωση ορθότερα) παραμένει, απλά υπάρχει μεγαλύτερο δημιουργικό περιθώριο. Προσπαθώ να το εξαντλώ with a little help from my friends. Συνεπώς είμαι ευτυχής που έχω αποκτήσει μέσα από αυτή τη συνεργασία φίλους του δημιουργικού επιπέδου του Νίκου Ξυδάκη, ο οποίος εμπνεύστηκε σίγουρα από το πρωτότυπο σενάριο που ανέπτυξα με τη συνεργασία του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, όντως δε υποστήριξε αλλά κύρια συνομίλησε με την εικόνα και τους ήχους, για να προκύψει κάτι το ξεχωριστό». Χρειάζεται κι ένας καλός λόγος για τον Δημήτρη Βασιλειάδη της B-OTHERSIDE που υποστήριξε εξ αρχής την έκδοση του soundtrack και η Μακρή τον λέει, όχι από καμία υποχρέωση, αλλά από ένα πασιφανές αίσθημα ευγνωμοσύνης: «Είναι υπέροχο δε που ο ευγενής ονειροπόλος Δημήτρης Βασιλειάδης είχε τη λεπτότητα να αναγνωρίσει την ποιότητα αυτής της συνεργασίας, φροντίζοντας την τεκμηρίωση της με αυτή την αληθινά συλλεκτική έκδοση, που είναι πραγματικά τόσο όμορφη και προσεγμένη». 

Ειδικά για το «προσεγμένη», καθόλου άδικο δεν έχει η Μακρή. Στο soundtrack περιλαμβάνεται ένα πλούσιο ένθετο σε ελληνικά και αγγλικά με τα credits των ηχογραφήσεων, ένα εξαιρετικό κείμενο του Αντώνη Γκούμα από τους Σινεπιβάτες, αλλά κι άλλο ένα κείμενο του γράφοντος, μια και είχα την τύχη να παρίσταμαι στη βράβευση του Νίκου Ξυδάκη με το βραβείο «Best Soundtrack» τον Σεπτέμβριο του 2018 στο Οτράντο της Ιταλίας. Θυμάμαι πόσο χαρούμενος πήγα λίγα μέτρα παραπέρα απ’ τη σκηνή, που γινόταν η απονομή των βραβείων, για να τηλεφωνήσω του Ξυδάκη στην Αθήνα. Κι όταν σήκωσε το τηλέφωνο και τον πέτυχα στο τέλος μίας άλλης δικής του εκδήλωσης, το μόνο που του είπα ήταν δυο λόγια: «Συγχαρητήρια, πήρες το βραβείο καλύτερης μουσικής για την ταινία της Μάρσας»! Μία συνθήκη διόλου αμελητέα, διότι ο Ξυδάκης μπορεί να είναι αυτός που είναι, να μας έχει κληροδοτήσει ένα σημαντικό και πολυεπίπεδο έργο σε δισκογραφία, θέατρο και κινηματογράφο, ήταν η πρώτη φορά όμως που θα πρόσθετε στις αποσκευές του ένα βραβείο «Best Soundtrack». Κι αν δεν το δικαιούται ο Ξυδάκης αυτό, με την αισθητική του και τον τρόπο που εργάζεται, ποιος άλλος να το δικαιούται δηλαδή;

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη μία πρωτοτυπία του εν λόγω soundtrack είναι ότι συμπεριλήφθησαν και συνθέσεις, οι οποίες δεν ανήκουν στον Ξυδάκη, αλλά ακούγονται μέσα στην ταινία: Το, πασίγνωστο από τον Frank Sinatra, «Strangers in the night», εδώ από τον Τάκη Αντωνιάδη και τους Sounds, αλλά και ελάχιστα δευτερόλεπτα με τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη από το «Η ζωή μου όλη» του Άκη Πάνου – αμφότερα ακούγονται στη φιλμική ενότητα που θα ονόμαζα «Δικτατορία, Διαπαιδαγώγηση». Είναι μία ολόσωστη, κατά τη γνώμη μου, ακομπλεξάριστη διεθνιστική λογική στην έκδοση ενός πρωτότυπου soundtrack. Ας θυμηθούμε, λόγου χάριν, τη συνύπαρξη παλιών αμερικανικών ρετρό τραγουδιών μαζί με την ορίτζιναλ μουσική του Umebayashi για το περίφημο «2046» του Wong Kar Wai ή και τα soundtracks των ταινιών του Tarantino, που βρίθουν από αναφορές στο μουσικό παρελθόν μέσα στον φιλμικό του διάκοσμο.

Η συνομιλία με τη σκηνοθέτιδα Μάρσα Μακρή έφτασε στο τέλος της με μία αναδρομή, που τις ζήτησα, στις προηγούμενες κινηματογραφικές δουλειές της σε συνάρτηση πάντα με τη δημιουργία πρωτότυπης μουσικής: «Πάμε μακριά πίσω στο χρόνο, ξεκινώντας από το 1986 και τις Μικρές παραλλάξεις: κι εκεί με τον περίφημο μαγνητικό ήχο που απαιτείτο στην κόπια του 16mm, είχα δουλέψει ιδιαίτερα στο επίπεδο του ηχητικού σχεδιασμού με έναν αληθινά δημιουργικό συνεργάτη που κινείτο ανάμεσα στον ψηφιακό ήχο, πρωτοπορία για τα δεδομένα της εποχής, και τη μουσική. Είχε εκτιμηθεί τότε στο φεστιβάλ Δράμας από τους υπέροχους Αντρέα Παγουλάτο και Αλέξη Δερμετζόγλου και το βραβείο αφορούσε πράγματι, το συνδυασμό που (ποιητικά) προέκυπτε από την εικαστικότητα της εικόνας και τη μουσικότητα του ήχου. Μετά τα χρόνια της Αμερικής και της οικογένειας, επιστρέφοντας στο σινεμά με την τριλογία των μικρού μήκους ταινιών, Το ταμένο, 2003, Στον τοίχο, 2004, Στεγνό καθάρισμα, 2005, συνεχίστηκε αυτή η δημιουργική αναζήτηση στο επίπεδο που χαρακτηρίζω ως τη μουσικότητα της εικόνας και την εικαστικότητα του ήχου. Η κορύφωση ήταν φυσικά η συμμετοχή μου στο διαγωνιστικό τμήμα των Κανών. Ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος για το σινεμά και την καλλιτεχνική δημιουργία γενικότερα, με πολλούς και συχνά ανυπέρβλητους περιορισμούς με την τεχνική/εργαστηριακή συνθήκη που περιέγραψα, που επιβάρυνε καλλιτεχνικά επίσης συνθήκες σε όλα τα επίπεδα, είτε της πρόζας είτε του ηχητικού σχεδιασμού, αλλά και της μουσικής αυτής καθαυτής, καθώς συχνά οδηγούμασταν σε καθαρά συνθετικές προσομοιώσεις. Πράγματι όμως οι εικόνες μου έχουν μεγάλα περιθώρια συνομιλίας με τους ήχους και τη μουσική: αυτό προκύπτει από το ύφος της πρωτότυπης κινηματογράφησης, με μεγάλες συχνά διάρκειες στα πλάνα που υπογραμμίζονται και από τις ντελικάτες κινήσεις της μηχανής λήψης. Αυτή η εικαστικότητα και η μουσικότητα στις οποίες αναφέρθηκα, με απασχολούν πάντα και είναι κυρίαρχα στοιχεία στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την αφήγηση».

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον Ξυδάκη… «Συνεργαζόμενη με το Νίκο Ξυδάκη, πιστεύω πως οδηγήθηκα σε ένα δημιουργικό ζενίθ, που ελπίζω μελλοντικά με τη διανομή της ταινίας στη μεγάλη οθόνη, αλλά και την τηλεοπτική της προβολή, να αποτελέσει έναν όμορφο διάλογο με το κοινό που θα επιλέξει να γνωρίσει τον παράξενο, αλλά οικείο κόσμο που περιλαμβάνεται στο τοπίο που χαρακτηρίζεται ως ”Ιερόσυλοι”». Κλείσαμε το τηλέφωνο με τη Μάρσα Μακρή και έβαλα κατευθείαν τον δίσκο στο πικάπ. Τα χορωδιακά φωνητικά στον «Εξορκισμό» κι αυτό το θέμα της ηλεκτρικής κιθάρας του Μπάμπη Νίκου στο «Φινάλε» είναι, νομίζω, μουσικά θέματα που θα θέλω ν’ ακούω και να ξανακούω για καιρό

* Το original film score του Νίκου Ξυδάκη για το «Sacrilege» της Μάρσας Μακρή κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό βινυλίων από την B-OTHERSIDE Records. Επίκειται η έκδοση μιας ακόμη συλλεκτικής έκδοσης που, εκτός του δίσκου, θα περιλαμβάνει έξτρα υλικό, όπως την αφίσα της ταινίας, υπογεγραμμένη απ’ όλους τους συντελεστές: Τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη, τη σκηνοθέτιδα Μάρσα Μακρή και τους πρωταγωνιστές Λουκία Μιχαλοπούλου – Blaine Reininger. 

** Εδώ μπορείτε ν’ ακούσετε ολόκληρο το soundtrack, αναρτημένο ήδη στο κανάλι της B-OTHERSIDE Records στο YouTube:

ΟΗΕ κατά Ταλιμπάν: Ενδεχόμενο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας η μεταχείριση των γυναικών

ΟΗΕ κατά Ταλιμπάν: Ενδεχόμενο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας η μεταχείριση των γυναικών

Η χρήση δημόσιων μαστιγώσεων, με τελευταία τα παραδείγματα μιας γυναίκας και ενός άνδρα που μαστιγώθηκαν…