Κώστας Βάρναλης: Ο λόγος του σαν φως που καίει

Ο Κώστας Βάρναλης τραγούδησε για τη ζωή, τις ομορφιές, τις πίκρες και τα φαρμάκια της. Έγραψε ποιήματα, κριτικές, άρθρα και αφηγηματικά έργα. Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης Λένιν. Ήταν ποιητής της στράτευσης, του αγώνα, των απλών ανθρώπων. Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του (16 Δεκεμβρίου 1974), ας τον γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.

NewsRoom 16/12/2019 | 14:10

Ο Βάρναλης υπήρξε επίσης κορυφαίος φιλόλογος, από τους καλύτερους της εποχής του και έχει να παρουσιάσει ενδιαφέρον μεταφραστικό έργο. Συγκεκριμένα, μετέφρασε τις κωμωδίες του Αριστοφάνη: Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσες, Ιππείς, Ιππόλυτος, Λυσιστράτη, Πλούτος και Τρωαδίτισσες. Επίσης, έχει μεταφράσει Μολιέρο, Πούσκιν και άλλους σημαντικούς συγγραφείς.

Στο πιο γνωστό και, ίσως, πιο σημαντικό από τα ποιητικά του έργα, στο «Φως που καίει», ο Βάρναλης έχει έναν ποιητικό πρόλογο που αναφέρεται στη θάλασσα. Πόσες εικόνες δεν μας δημιουργεί, πόσα όνειρα, αγνάντι και απλωσιά, δεν γεννάει στο μυαλό μας αυτό το ποίημα.

«Να σ' αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω, / απ' το βουνό ψηλά / στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω / απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να 'ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ', όντας / μετ' άξαφνη νεροποντή / χυμάει μες απ' τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας / ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδέβουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι, / τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί / και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι / ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου / την κόκκινη πλαγιά χορεφτικά / τα πέφκα, τα χρυσόπεφκα, κι ανθός του μαλαμάτου / να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους / ως μέσα στο νερό / τα ερημικά χιονόσπιτα - κι αφτά μες τ' όνειρό τους / να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Ετσι να στέκω θάλασσα παντοτινέ έρωτά μου, / με μάτια να σε χαίρομαι θολά / και να 'ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου, / πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ, / στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους / και να με πας πολύ απ' τη μάβρη τούτη Κόλαση, μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους...».

Το Φως που Καίει πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αλεξάνδρεια το 1922. Ύστερα από δέκα περίπου χρόνια δημοσιεύτηκε για δεύτερη φορά στην Αθήνα, δουλεμένο ξανά τόσο στη μορφή, όσο και στο περιεχόμενο. Τρίτη του έκδοση έγινε το 1945. Το Φως που Καίει είναι ένα από τα πρώτα έργα της αγωνιστικής και «στρατευμένης» λογοτεχνίας. Ο Ξενόπουλος έγραψε τότε, πως αποτελεί σταθμό στα νεοελληνικά γράμματα. Μάλλον αρχή.

Ο ίδιος ο Βάρναλης γράφει γι' αυτό του το έργο: «Το "Φως που καίει" το έγραψα στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1921. Ομως το διάγραμμα του έργου, την κατανομή του σε τρία μέρη, τα πρόσωπα του διαλόγου και των διαφόρων λυρικών κομματιών τα είχα συλλάβει όταν ακόμη ήμουνα στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα έγραψα και τις πρώτες στροφές από το "Τραγούδι των Ωκαιανίδων"... Το έργο μου αυτό τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια από το Στέφανο Πάργα (έκδοση "Γραμμάτων") με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας στην αρχή του 1923. Ητανε για την Ελλάδα η πρώτη επαναστατική κραυγή ενάντια στο τεράστιο έγκλημα του παγκόσμιου μακελειού».

Ο πρώτος "δάσκαλος" του Βάρναλη στην ποίηση ήταν ο Κωστής Παλαμάς. Έγραφε ο ίδιος ο Βάρναλης για τη σχέση που ανέπτυξε μαζί του: «Του 'στειλα με το Ταχυδρομείο σ' ένα φάκελο χειρόγραφα ποιήματά μου και τον παρακαλούσα να μου πει τη γνώμη του. Καθαρογραμμένα, καλλιγραφημένα. Αυτό είτανε το μοναδικό τους προσόν. Υστερα από μέρες πήρα μια "βραχεία". Μου έγραφε: "Φίλε... συνάδελφε!". Πωπώ! Πήγα να τρελαθώ απ' τη χαρά μου».

Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Ότι και να γράψει κανείς για έναν ποιητή σαν τον Κώστα Βάρναλη, είναι αδύνατον να μην αναλογιστεί, πόσο λείπουν από την εποχή μας καλλιτέχνες με τέτοιο ηθικό και πολιτικό ανάστημα, καλλιτέχνες που δεν φοβούνται τους καιρούς, αλλά τους σηκώνουν στις πλάτες τους και προχωράνε, παρασύροντας μαζί τους και την κοινωνία.

Η κηδεία του Βάρναλη πραγματοποιήθηκε στο Α΄ Νεκροταφείο στις 18 Δεκέμβρη 1974. Εως την τελευταία του κατοικία τον συνόδεψε μια ατέλειωτη πορεία λαού.

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.