Προφυλακιστέοι κρίθηκαν ο 54χρονος που σκότωσε τον 21χρονο στην Αμμουδάρα του Ρεθύμνου στην Κρήτη, αλλά και η σύζυγός του που βρισκόταν στο μαζί του στο αυτοκίνητο την ώρα της δολοφονίας του νεαρού.
Οι δύο τους απολογήθηκαν χθες, Πέμπτη (07/05) κάτω υπό άκρα μυστικότητα καθώς υπάρχει έντονος φόβος για βεντέτα, τη στιγμή που συγγενείς και φίλοι είπαν το τελευταίο αντίο στον αδικοχαμένο Νικήτα.

Από την μεριά του ο 54χρονος υποστήριξε πως η πράξη του συνδέεται με τα συναισθήματα που βίωνε εξαιτίας της απώλειας του γιου του, αναφέροντας πως τη στιγμή του περιστατικού δεν είχε καθαρή σκέψη.
Την ίδια στιγμή η σύζυγός του, η οποία επέβαινε στο όχημα ως συνοδηγός, δήλωσε ότι επιχείρησε να αποτρέψει την τραγική εξέλιξη, περιγράφοντας τον άνδρα της ως έναν άνθρωπο που εκείνη τη στιγμή δεν αναγνώριζε.
«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής.
Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί». Περιέγραψε ότι η καθημερινότητά του είχε μετατραπεί σε μια αδιάκοπη διαδρομή πένθους», ανέφερε ο δράστης σύμφωνα με το cretalive.
«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο έστω συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια», συμπλήρωσε.

«Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση, ο Χαρίλαος, στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου.
Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου.
Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα», είπε στην συνέχεια ο 54χρονος.
Ο ίδιος περιέγραψε και τις στιγμές λίγο πριν την δολοφονία του Νικήτα, όταν, σύμφωνα με όσα ανέφερε, επιστρέφοντας από το νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του συνάντησε τυχαία τον 21χρονο στον δρόμο προς το Ηράκλειο και θεώρησε ότι ο νεαρός τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία.
«Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος.

Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια.
Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον», περιέγραψε στην κατάθεσή του.
«Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό.
Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νου μου.
Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο.
Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…», κατέληξε ο 54χρονος δολοφόνος.
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια