Κορονοπάρτι στο εμβολιαστικό

Το ίντερνετ σερνόταν, μαζί του και η ουρά για το εμβόλιο. Στο τέλος της ουράς, περίμενε φαντάρος με στολή παραλλαγής.

Νίκος Παπαδογιάννης 11/05/2021 | 12:05

Τηρώ κατά γράμμα το υγειονομικό πρωτόκολλο και τις οδηγίες των επιστημόνων, ναι, τέτοιο σούργελο είμαι, αλλά οφείλω να εξομολογηθώ την αμαρτία μου. Τις προάλλες, ήμουν παρών σε κορονοπάρτι. Έξω από το Μέγα Εμβολιαστικό Κέντρο Περιστερίου, έτσι, με κεφαλαία αρχιγράμματα, για να φαίνεται ακόμα πιο Μέγα από ότι είναι. Πήγα για εμβόλιο Covid-19 και βρέθηκα σε εστία υπερμετάδοσης.

Δεν έφταιγα, ο δόλιος. Ούτε όμως είχα τρόπο να το αποφύγω. Πήγα να φύγω, σκέφτηκα την καθυστέρηση και το μπλέξιμο με την ηλεκτρονική γραφειοκρατία, έκανα νέα μεταβολή και ξαναγύρισα, εξοπλισμένος με τρίδιπλη μάσκα για να ξορκίσω τον αόρατο οχτρό.

«Ραντεβού στις 19.40», έγραφε το χαρτί μου. Κατέφτασα δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα κατανικώντας το σύνηθες επικό μποτιλιάρισμα του lockdown, άραξα μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι να δείξει το ρολόι παρά ένα και κίνησα συρνάμενος κουνάμενος για την είσοδο. «Τα ραντεβού τηρούνται σχολαστικά και μέχρι κεραίας», έγραφαν τα πετσωμένα Μέσα ανάμεσα σε διθυράμβους για τον Πιερρακάκη, που θεωρείται άριστος και ειδήμων της μηχανογράφησης επειδή ξέρει να αλλάζει το PIN στο κινητό του. Συνεπώς, δεν υπήρχε βιασύνη.

Αλίμονο όμως, στον διάδρομο που με χώριζε από την είσοδο περίμεναν στριμωγμένα ίσαμε χίλια άτομα. Το κορονοπάρτι, που λέγαμε.

«Να περάσουν μπροστά όσοι είχαν ραντεβού στις 18.50», φώναξε από μπροστά ένας ψιλοφουσκωτός σεκιουριτάς, με στεντόρεια, αλλά λίγο βραχνιασμένη, φωνή. Και ήταν ήδη οχτώ παρά τέταρτο. Όπερ, μία ώρα καθυστέρηση. Ακολούθησε μετακίνηση φουρκισμένων πληθυσμών, με το αναπόφευκτο σπρωξίδι και την πατροπαράδοτη γκρίνια, που πότιζε την ατμόσφαιρα σαν μικρόβιο.

Οι 19.00, οι 19.10, οι 19.20 και οι 19.30 δεν είχαν σκοπό να παραμερίσουν, γιατί φοβόντουσαν ότι θα χάσουν τη σειρά τους. Οι 19.40 άκουσαν το νουμεράκι τους και απαιτούσαν να προχωρήσουν. Κάποιοι βιαστικοί προσπάθησαν να ντριμπλάρουν την ουρά με επιδέξιους ελιγμούς: «Παρακαλώ να περάσω, είμαι εγχειρισμένη, έχω ραντεβού μετά στο γιατρό». Ή με γκόμενα. Ή με νυχού. Ή ίσως συνέλευση στην πολυκατοικία, σαν αυτή που άφησα εγώ στη μέση, μολονότι διαχειριστής.

Το κόλπο δεν έπιανε, αφού οι πορτριέρηδες στέκονταν ατέγκτοι. Μόνο οι εμφανώς ανήμποροι αποκτούσαν προτεραιότητα εκτός σειράς, αλλά και αυτοί ήταν λίγοι, αφού μιλάμε για ηλικία 45-54. Για την αφεντομουτσουνάρα μας!

Χίλια άτομα, όρθιοι, να περιμένουν, κάτω από τον ανοιξιάτικο ουρανό. Φίρδην και μίγδην. Ένα θαύμα προγραμματισμού που, απ’ ότι έμαθα επί τόπου, διαρκούσε πολλές μέρες σερί και μπορεί να συνεχίζεται. «Υπάρχει πρόβλημα με το ίντερνετ», ήταν η ακατανόητη δικαιολογία που κάποιος ψέλλισε για τάισμα στους σανοφάγους.

Τι πρόβλημα και ποιο ίντερνετ, μωρέ; Απλούστατα είχαν κλειστεί περισσότερα ραντεβού από όσα άντεχε το σύστημα, προφανώς επειδή «οι ιθύνοντες» περίμεναν ακυρώσεις. Κάτι σαν το overbooking των αεροπλάνων.

Αλίμονο, όμως, οι νεότερες ηλικίες δεν είναι όπως πολλά γερόντια, που προτίμησαν να κλειστούν στα σπίτια τους και να εμπιστευτούν την ανοσία τους στον Ιησού Χριστό και στον Γιώργο Αυτιά. Όσοι ειδοποιήθηκαν έσπευσαν να εμβολιαστούν σύμφωνα με τις οδηγίες, ενώ πολλοί άλλαξαν και τα ραντεβού χειρωνακτικά, ώστε να τα φέρουν σε βολικότερες ημερομηνίες και ώρες, επιλέγοντας τα εμβολιαστικά κέντρα (και τη φαρμακευτική εταιρία) της αρεσκείας τους.

Το Μέγα του Περιστερίου στέναξε από τον υπερπληθυσμό και οι κορονοσυνάξεις στην είσοδό του γίνονταν πολυπληθέστερες όσο περνούσαν οι ώρες. Πήγα πίσω πίσω για να αποφύγω τις στενές επαφές με τους πιθανώς φορείς και τη μίρλα τους, αλλά στα μετόπισθεν δεν έφταναν τα στεντόρεια ντεσιμπέλ που ανακοίνωναν το επόμενο κύμα («να περάσουν όσοι έχουν ραντεβού στις 19.20»), χώρια που μπερδεύονταν με τους τσακωμούς από το πάρκινγκ.

Υποχρεώθηκα εν τέλει να σταθώ και εγώ σχετικά κοντά στη μοναδική πόρτα, αναπόδραστα εγκλωβισμένος στον συνωστισμό. Ευτυχώς, υπό καλές καιρικές συνθήκες. Χωρίς ψύχρα, χωρίς βροχή, χωρίς το λιοπύρι που έρχεται ολοταχώς.

Κάποιος δίπλα μου αναρωτήθηκε «μήπως στεκόμαστε υπερβολικά κοντά μεταξύ μας». Σωπάτε, καλέ, που το είδατε. Κατέβασε μάλιστα και τη μάσκα, για να τον ακούσουμε καλύτερα. Πήρε το μάτι μου παραπίσω και μία κάμερα, οπότε αποφάσισα να τηρήσω και εγώ το δημοσιογραφικό μου καθήκον, ανεβάζοντας προδοτικά ενσταντανέ στο Twitter. «Αυτά που δεν θα σας δείξουν τα δελτία».

«Μάσκες και αποστάσεις», φώναζαν και ξαναφώναζαν οι κέρβεροι της εισόδου, σε ώτα μη ακουόντων ή απλώς αδιαφορούντων. Αργότερα έμαθα ότι οι καθυστερήσεις της ίδιας βραδιάς ξεπέρασαν τις 2 ώρες. Θα χειροτέρεψε, φαίνεται, το πρόβλημα στο ίντερνετ.

Μπήκα στο εκθεσιακό κέντρο με καθυστέρηση περίπου 55 λεπτών. Μέσα δεν υπήρχε κωλυσιεργία, παρά μόνο λίγη ασυναρτησία στο τελετουργικό. Λίγο ακόμα και θα μπερδεύονταν οι Αστραζένεκες και τους άλλους, φτου φτου κακά.

Ο γιατρός που πήρε τα στοιχεία για να κάνει την αντιπαραβολή με υποδέχθηκε με μία γερή σφαλιάρα, μολονότι παντελώς άγνωστός μου. Ίσως να με πέρασε για κάποιον φίλο του. Δεν βαριέσαι, αν είναι να γλιτώσουμε από τον Covid-19 ας φάμε και καμιά ξανάστροφη. Οι γιατροί δεν είναι σαν τους κρανοφόρους, έχουν ελαφρύ χέρι.

Περίμενα σε μια καινούρια ουρά για άλλο ένα δεκάλεπτο, διάβασα μερικές σελίδες από το βιβλίο που είχα προνοήσει να φέρω μαζί, ώσπου με φώναξαν για τα περαιτέρω. Πίσω από το ντουβάρι περίμενα να δω γιατρουδάκο ή νοσοκόμο ή τέλος πάντων κάποιον με άσπρη μπλούζα, αλλά με υποδέχθηκε φανταράκι με στολή παραλλαγής. Υγειονομικός, υποθέτω.

Ρώτησα αν έπρεπε να βγάλω τη μπλούζα ή να δείξω ρώγα σαν τον Κούλη, απάντησε αρνητικά. Ξεμπέρδεψα σε μερικά δευτερόλεπτα. Δεν πόνεσα καθόλου, δεν ζαλίστηκα καθόλου, δεν αισθάνθηκα την παραμικρή παρενέργεια στις ώρες και μέρες που ακολούθησαν.

Μέσα στον ενθουσιασμό μου και στη σπουδή μου να βγάλω σέλφι, λησμόνησα να ρωτήσω τι μάρκα ήταν το εμβόλιο. «Πφάιζερ», είπε κάποιος με ύφος εξειδικευμένου επιστήμονα, στην αίθουσα της σχεδόν υποχρεωτικής 15λεπτης ανασυγκρότησης. «Πφάιφερ», τον διόρθωσα για πλάκα. Είπα να ζητήσω πορτοκαλάδα και φρυγανιές με λα βας κι ρι, αλλά μου είπαν ότι αυτό προβλέπεται μόνο στην αιμοδοσία.

Θα τα ξαναπούμε στις 27 του μήνα. Μέχρι τότε, να προσέχετε το ρούτερ.

· Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, και όχι με τις επικοινωνιακές μπαλαφάρες υπουργών και βουλευτών της κυβέρνησης, ο αριθμός των πλήρως εμβολιασμένων πολιτών δεν ξεπερνάει το 1,2 εκατομμύρια. Αυτοί που έχουν λάβει τουλάχιστον μία δόση είναι περίπου το 25% του πληθυσμού, αριθμός που μας φέρνει στην 23η θέση ανάμεσα στις 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

· Το ποσοστό των Ελλήνων  εμβολιασμένων στους ντε φάκτο ευπαθείς υπερήλικες (άνω των 80 ετών) μόλις τώρα φτάνει το 65 τοις εκατό, ενώ πολλές χώρες έφτασαν ήδη στο 100%. Μέχρι νεωτέρας, οι νέοι δεν έχουν άλλη επιλογή πέρα από το εμβόλιο της Astra Zeneca, που προφανώς μας ξέμεινε και πρέπει κάπως να το ξεφορτωθούμε.

· Την τελευταία εβδομάδα, η ταλαίπωρη Ελλάδα ήταν 13η στον Κόσμο σε αριθμό θανάτων αναλογικά με τον πληθυσμό της, πίσω από τις Ουρουγουάη, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Ουγγαρία, Παραγουάη, Β.Μακεδονία, Κροατία, Βραζιλία, Αργεντινή, Βουλγαρία, Κολομβία, Περού, Μαυροβούνιο. Τα Μπαλκάνια και η Νότια Αμερική είναι, όπως και να το κάνουμε, μια κάποια παρηγοριά.

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr