Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου το 2026 δεν αποτελεί μια απλή διεκπεραιωτική καταγραφή θεσμικών δυσλειτουργιών, αλλά μια βαθιά πολιτική και θεσμική ανατομία της χώρας. Στην έκθεση εξετάζονται από τη δικαστική ανεξαρτησία και το lobbying, μέχρι και την ανεξαρτησία των ΜΜΕ, τις SLAPP αγωγές και το γεγονός ότι οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών τίθενται υπό διωγμό. Στο επίκεντρο αυτής της ευρωπαϊκής ακτινογραφίας βρίσκεται, αναπόφευκτα, το σύστημα των ψηφιακών παρακολουθήσεων, ένα σκάνδαλο που πλέον δεν λογίζεται ως μια μεμονωμένη παρασπονδία, αλλά ως η κορωνίδα μιας συστηματικής προσπάθειας αποδόμησης των ελεγκτικών μηχανισμών της χώρας.
Το κείμενο των Βρυξελλών ξεγυμνώνει με πρωτοφανή σαφήνεια το αφήγημα της κυβέρνησης, αναδεικνύοντας πώς η συγκάλυψη, η δικαστική βραδυπορία και ο στραγγαλισμός των ανεξάρτητων φωνών έχουν μετατρέψει την Ελλάδα σε μια ανησυχητική εξαίρεση εντός της Ευρώπης. Η έκθεση δεν καταγράφει απλώς θεσμικές δυσλειτουργίες αλλά λειτουργεί ως de facto θεσμικός έλεγχος σε μια χώρα της οποίας οι παρεκκλίσεις καταγράφονται πλέον με την ίδια αυστηρότητα που επιφυλάσσεται σε κράτη υπό ενισχυμένη εποπτεία.
Το δικαστικό ορόσημο και η εισαγγελική σφραγίδα της συγκάλυψης
Η Κομισιόν προσεγγίζει τις δικαστικές πτυχές του σκανδάλου κατασκοπείας με τη λεπτότητα ενός χειρουργού που αναδεικνύει τις εσωτερικές αντιφάσεις του ελληνικού συστήματος. Η έκθεση καταγράφει ως ένα αρχικό, θετικό βήμα την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τον Φεβρουάριο του 2026, το οποίο εξέδωσε καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον τεσσάρων ιδιωτών επιχειρηματιών που συνδέονται άμεσα με την εμπορία και τη διακίνηση του Predator.
Σύμφωνα με την έκθεση οι καταδίκες αυτές, αν και αφορούσαν πλημμεληματικές πράξεις όπως η παραβίαση του απορρήτου και η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα, συνοδεύτηκαν από τη διαβίβαση των πρακτικών για τη διερεύνηση ευρύτερων κακουργηματικών αδικημάτων και την αναζήτηση επιπλέον προσώπων. Ωστόσο, η ελπίδα που γεννήθηκε από αυτή την πρωτοβάθμια κρίση –κατά της οποίας έχει ήδη ασκηθεί έφεση με ορίζοντα εκδίκασης τον Δεκέμβριο του 2026– προσέκρουσε γρήγορα σε ένα απροσπέλαστο τείχος.
Στα τέλη Απριλίου, ο Εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, έχοντας την τελική εποπτεία της έρευνας, αρνήθηκε να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, κρίνοντας πως τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν συνιστούσαν νέα γεγονότα. Αυτή η απόφαση, όπως σημειώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκάλεσε σφοδρότατες αντιδράσεις από τον νομικό κόσμο, τα θύματα, τον Τύπο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το πιο κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύεται στην έκθεση είναι η ρητή αναφορά στην πιθανή σύγκρουση συμφερόντων του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού, καθώς ο ίδιος είχε διατελέσει επόπτης της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών κατά τη διάρκεια ενός κρίσιμου μέρους της υπό εξέταση περιόδου των παρακολουθήσεων.
Τα παράλληλα μέτωπα και η ευρωπαϊκή καταφυγή
Παρά τη συντονισμένη προσπάθεια να τεθεί η κύρια υπόθεση στο αρχείο, η δυναμική της υπόθεσης αποδεικνύεται πιο ανθεκτική. Η έκθεση σημειώνει ότι νέα αιτήματα για επανέναρξη της έρευνας έχουν ήδη κατατεθεί, ενώ την ίδια στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη παράλληλες, περιφερειακές έρευνες από εισαγγελείς κατώτερης βαθμίδας. Αυτές οι διαδικασίες εστιάζουν σε σοβαρά αδικήματα, όπως η ψευδορκία και η ηθική αυτουργία σε αυτήν, αναφορικά με καταθέσεις που δόθηκαν τόσο ενώπιον των δικαστηρίων όσο και στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής από πρόσωπα που λειτούργησαν ως βραχίονες του συστήματος εξουσίας.
Ταυτόχρονα, η έκθεση αναφέρει πως θεσμική μάχη μετατοπίζεται στα ανώτατα δικαστικά fora, εκεί όπου το κράτος δικαίου δοκιμάζεται απέναντι στην άρνηση των κρατικών υπηρεσιών να συμμορφωθούν με τη νομιμότητα. Οι Βρυξέλλες στρέφουν το βλέμμα τους στις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πρόκειται για τις εμβληματικές περιπτώσεις δημοσιογράφων και πολιτικών αρχηγών που διεκδικούν το αυτονόητο δικαίωμα της ενημέρωσης για τους λόγους της παρακολούθησής τους. Η δικαστική εντολή για ανασύσταση φακέλων και οι προσφυγές για την άρνηση της ΕΥΠ να εφαρμόσει τις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης συνθέτουν το μωσαϊκό μιας κρατικής δομής που λειτουργεί πέρα και πάνω από το Σύνταγμα.
Η λειτουργική κατάρρευση της Δικαιοσύνης και η οικονομία των ολιγοπωλίων
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αναπτύχθηκε σε κενό αέρος, αλλά σε ένα έδαφος όπου η Δικαιοσύνη υπονομεύεται καθημερινά από δομικές αδυναμίες. Η Κομισιόν αποκαλύπτει ότι η εμπιστοσύνη του επιχειρηματικού κόσμου στη δικαστική ανεξαρτησία σημείωσε κατακόρυφη πτώση, αγγίζοντας το 33%, με την Ελλάδα να κατέχει την αρνητική πρωτιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη διάρκεια των αστικών δικών.
Η χρόνια υποστελέχωση σε επιστημονικό προσωπικό και η απουσία ψηφιακών εργαλείων συμπληρώνονται από μια πρακτική που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον δικαστικό κόσμο. H Κομισιόν καταγράφει τις σοβαρότατες ανησυχίες των δικαστών ότι η πίεση για ταχύτητα –που φημολογείται ότι θα συνδεθεί και με μισθολογικές ποινές– κινδυνεύει να θυσιάσει την ποιότητα της δικαστικής κρίσης.
Αυτή η θεσμική χαλάρωση έχει ως επακόλουθο τη γενικευμένη διαφθορά, την οποία το 99% των πολιτών θεωρεί πλέον διάχυτη. Η Κομισιόν στηλιτεύει τον ισχνό αριθμό τελεσίδικων καταδικών για διαφθορά υψηλού επιπέδου, την ώρα που το πλαίσιο για το lobbying παραμένει ατελές –παρά τη δέσμευση για επανεξέταση, ο στενός ορισμός διατηρείται, με αποτέλεσμα ελάχιστοι λομπίστες να εγγράφονται στο μητρώο.
Η πιο απτή απόδειξη αυτής της κατάστασης βρίσκεται στις δημόσιες αναθέσεις, όπου το ποσοστό των διαγωνισμών με μία μόνο προσφορά εκτινάχθηκε στο 58%, μέγεθος υπερδιπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ουσιαστικά, περιγράφεται μια οικονομία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μιας κλειστής ελίτ, προστατευμένης ακόμη και από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η στραγγαλισμένη ενημέρωση και η δίωξη της κοινωνίας των πολιτών
Για να διατηρηθεί αυτό το ιδιότυπο καθεστώς αδιαφάνειας, είναι απαραίτητος ο έλεγχος της πληροφορίας και η εξουδετέρωση των κοινωνικών αντιβάρων. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφιερώνει εκτενή τμήματα στην ελευθερία του Τύπου, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για την πλήρη υποταγή της δημόσιας τηλεόρασης στον κυβερνητικό έλεγχο, καθώς και για την αδιαφανή διαχείριση της κρατικής διαφήμισης που εκβιάζει την ανεξαρτησία των μέσων. Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα τοξικό περιβάλλον, όπου οι καταχρηστικές αγωγές (SLAPPs) και οι γραφειοκρατικοί φραγμοί στην πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα χρησιμοποιούνται ως εργαλεία φίμωσης.
Η ίδια τιμωρητική λογική εφαρμόζεται και απέναντι στην Κοινωνία των Πολιτών, σύμφωνα με την Κομισιόν. Οι οργανώσεις που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα βρίσκονται υπό διωγμό, με την ίδια την ιδιότητα του μέλους ΜΚΟ να μετατρέπεται νομοθετικά σε επιβαρυντικό παράγοντα, την ώρα που κυβερνητικά στελέχη προβαίνουν σε δημόσιες εκστρατείες σπίλωσης. Όταν δε οι ανεξάρτητες αρχές, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, επιχειρούν να ερευνήσουν σκοτεινές υποθέσεις κρατικής αυθαιρεσίας –με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πολύνεκρο ναυάγιο της Πύλου– οι έρευνές τους προσκρούουν στη συστηματική καθυστέρηση και αρχειοθέτηση από την εκτελεστική εξουσία.
Για την έκθεση του 2026, η Ελλάδα δεν αποκλίνει απλώς από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά αναδεικνύεται σε μια περίπτωση θεσμικής κατάρρευσης όπου ο έλεγχος της εξουσίας αντιμετωπίζεται ως απειλή, και η προστασία των προνομίων της ελίτ τοποθετείται πάνω από την ίδια τη λειτουργία του κράτους δικαίου.
H έκθεση της Κομισόν για το Kράτος Dικαίου στην Ελλάδα το 2026:
Διαβάστε επίσης:
Κόλαφος η Κομισιόν για τις εξαντλητικές εφημερίες στο ΕΣΥ: Η απάντηση σε ερώτημα ευρωβουλευτή
Η Κομισιόν «αδειάζει» τον Αβραμόπουλο – «Κάναμε εσωτερικό έλεγχο, όχι έρευνα»
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Υπερψηφίστηκε η Έκθεση Αρβανίτη για το Κράτος Δικαίου με 387 ψήφους
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια