«Κόλαφος» οι Financial Times για «το σκάνδαλο των υποκλοπών που αμαυρώνει την εικόνα της Ελλάδας»

Ο χρόνος θα δείξει αν θα υπάρξει ξανά παραπομπή ενός Μητσοτάκη για υποκλοπές. «Όσο περισσότερο καθυστερεί η κυβέρνηση μια εξήγηση τόσο περισσότερο φαίνεται ότι έχει κάτι να κρύψει», γράφει ο Tony Barber.

Εκτενές άρθρο για την πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών φιλοξενούν σήμερα οι Financial Times. Το άρθρο, υπό τον τίτλο «Spyware affair tarnishes Greece’s restored image» (Η υπόθεση παρακολουθήσεων αμαυρώνει την εικόνα της Ελλάδας) εξιστορεί τις πολιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα εν έτη 1994, με τη σκανδαλώδη παραπομπή Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Ντόρας Μπακογιάννη. «Τώρα είναι ο γιος του Κυριάκος στο επίκεντρο παρόμοιου σκανδάλου», εξηγεί ο πολιτικός συντάκτης των Financial Times Τόνι Μπάρμπερ (Tony Barber).

Για τον Μπάρμπερ, «όσο περισσότερο καθυστερεί η κυβέρνηση μια εξήγηση τόσο περισσότερο φαίνεται ότι έχει κάτι να κρύψει», με τον ίδιο να υποστηρίζει πως κινδυνεύει ό,τι χτίστηκε με κόπο μια δεκαετία.

Οι μνήμες από την εποχή Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Κώστα Καραμανλή

Ο πολύπειρος πολιτικός συντάκτης για ευρωπαϊκά θέματα, ο οποίος έχει θητεύσει στο παρελθόν ως ανταποκριτής σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τις ΗΠΑ και την πρώην Σοβιετική Ένωση, θυμίζει αρχικά ότι πριν τρεις δεκαετίες το τότε ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου «την χάρισε» στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη παρά την ψηφοφορία στη Βουλή να παραπεμφθεί σε δίκη για τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων.

«Πριν από σχεδόν 30 χρόνια, το ελληνικό κοινοβούλιο ψήφισε να παραπεμφθεί σε δίκη ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πρώην πρωθυπουργός, για τη φερόμενη εμπλοκή του σε ένα σχέδιο τηλεφωνικών παρακολουθήσεων πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων. Η υπόθεση ξεθώριασε αφού το ΠΑΣΟΚ, το κυβερνών τότε σοσιαλιστικό κόμμα, υποστήριξε σε ένα ξέσπασμα αβρότητας ή πολιτικού υπολογισμού για ίδιο συμφέρον πως οι κατηγορίες θα πρέπει να αποσυρθούν», γράφει αρχικά ο Μπάρμερ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την πτώση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1993, συστήθηκε προανακριτική για τις τηλεφωνικές υποκλοπές με κατηγορούμενους τόσο τον πρωθυπουργό της ΝΔ όσο και την Ντόρα Μπακογιάννη. Η διαδικασία κατέληξε σε παραπομπή στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, αλλά ένα χρόνο μετά ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου ζήτησε αναστολή διώξεων για πολιτικά πρόσωπα. Η πρόταση επικυρώθηκε στη Βουλή με μυστική ψηφοφορία, παρά τις αντιδράσεις της ΝΔ.

«Τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο γιος του πρώην πρωθυπουργού και νυν πρωθυπουργός από το 2019, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός παρόμοιου σκανδάλου υποκλοπών. Ο χρόνος θα δείξει αν θα οδηγήσει σε νομικές διαδικασίες. Εν τω μεταξύ, τα πολλά αναπάντητα ερωτήματα αναφορικά με το ζήτημα ρίχνουν σκιά πάνω από την κυβέρνηση του Μητσοτάκη», τονίζει το δημοσίευμα των F.

Στη συνέχεια περιγράφεται πως επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η Ελλάδα βγήκε από την καταστροφική περίοδο των μνημονίων και επί κυβέρνησης Μητσοτάκη από την «ενισχυμένη εποπτεία», υπογραμμίζοντας επίσης τη σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών και την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης, όπως και την πλήρη εναρμόνιση με τη Δύση στο θέμα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

«Αλλά «δυστυχώς, το σκάνδαλο των υποκλοπών υποδηλώνει πως δεν είναι όλα ρόδινα στην πολιτική και στη διακυβέρνηση της Ελλάδας μετά την κρίση», γράφει χαρακτηριστικά ο Μπάρμπερ.

Επιπλέον, στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης ανέλαβε άμεσα τον έλεγχο της ΕΥΠ το 2019, τοποθέτησε «δικό του» άνθρωπο επικεφαλής και τον ξήλωσε, μαζί με τον επικεφαλής του γραφείου του και ανιψιό του, όταν έγινε παραδεκτό ότι παρακολουθείτο ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης. «

«Το επόμενο κεφάλι που «έπεσε» ήταν αυτό του Γρηγόρη Δημητριάδη, γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού, που είχε την πολιτική επίβλεψη της ΕΥΠ. Ο Δημητριάδης τυχαίνει να είναι ανιψιός του Μητσοτάκη. Τη Δευτέρα, ο Μητσοτάκης επανέλαβε τις προηγούμενες διαψεύσεις περί εμπλοκής του στις υποκλοπές. Αλλά το σκάνδαλο αρνείται να καταλαγιάσει, επειδή η υπόθεση Ανδρουλάκη δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση. Κάποιος -ούτε εμείς ούτε η ΕΥΠ, λέει αγανακτισμένα η κυβέρνηση- χρησιμοποιεί παράνομα το ισραηλινό spyware Predator για να χακάρει τα τηλέφωνα και άλλων δημόσιων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων που ασχολούνται με την ερευνητική δημοσιογραφία», εξηγεί ο πολιτικός συντάκτης του FT.

«Στο σημερινό σκάνδαλο, οι Έλληνες αξιωματούχοι έχουν αφήσει σκοτεινά υπονοούμενα για εχθρική ξένη ανάμειξη και επικαλούνται τους κανόνες περί κρατικών μυστικών για να δικαιολογήσουν τη συγκάλυψη των πραγμάτων. Αλλά όσο περισσότερο καθυστερεί η κυβέρνηση να δώσει εξηγήσεις τόσο περισσότερο φαίνεται ότι έχει κάτι να κρύψει. Η κωλυσιεργία της κινδυνεύει να προκαλέσει περισσότερη ζημιά στη φήμη της σταθερής και εύρυθμης διακυβέρνησης που έχει αποκτήσει με τόσο κόπο η Ελλάδα», καταλήγει ο Μπάρμπερ.