Κιλελέρ 6 Μαρτίου 1910: Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι

Ο ανιψιός του τσιφλικά Σκιαδαρέση που έγινε επιστάτης του και αναδείχτηκε σε ηγέτη της εξέγερσης των κολίγων

Γιάννης Μπαζός 06/03/2020 | 14:06

Το Κιλελέρ ήταν ένα χωριό στη Θεσσαλία, σε ένα μέρος με στάσιμα νερά και έλη [στα τουρκικά έλος: göl (γκιολ), πληθυντικός göleler (γκιολελέρ ή κιολελέρ), με παραφθορά κιλελέρ], το οποίο ζούσε κάτω από τον οθωμανικό ζυγό έως το 1881.

Η ζωή ήταν σκληρή και μονότονη, λες και είχε βαλτώσει στα γύρω έλη. Ο μόχθος μεγάλος. Ολοι δούλευαν από ήλιο σε ήλιο. Ο αφέντης (τσιφλικάς) όριζε τη γη και ό,τι ζωντανό βρισκόταν πάνω σε αυτήν, ζώα και ανθρώπους. Ο κολίγος (αγρότης) είχε το ισόβιο δικαίωμα να νέμεται (καλλιεργεί) τη γη, να τρέφεται αυτός από τα γεννήματά της και τα ζώα από τα βοσκοτόπια της και να ζει στα σπίτια του καταυλισμού, δίνοντας το απαραίτητο μερίδιο στον αφέντη ως πρόσοδο και ως φόρο υποτέλειας. Υπήρχε όμως ένας άγραφος νόμος: οι τσιφλικάδες δεν επιτρεπόταν να εκδιώξουν τους κολίγους από τη γη και σε αντάλλαγμα εισέπρατταν τις προσόδους (ενοίκια).

Την εποχή της τουρκοκρατίας ο σουλτάνος, που ήταν απόλυτος κύριος της γης, εκχωρούσε τμήματά της σε διάφορους μπέηδες, που ήταν υποχρεωμένοι να του αποδίδουν το 10% της παραγωγής, τη «δεκάτη». Κάθε μπέης-τσιφλικάς ανέθετε με τη σειρά του σε ζευγίτες-κολίγους την καλλιέργεια έκτασης ανάλογης με τον αριθμό των αροτριώντων ζώων (υποζυγίων). Τους προμήθευε τον απαραίτητο σπόρο, αυτοί έβαζαν τη δουλειά και αφού αφαιρούσαν τη δεκάτη μοιράζονταν τη σοδειά. Το τσιφλίκι αυτό λεγόταν «μεσάρικο».

Αν ο κολίγος αποκτούσε δεύτερο ζευγάρι ζώων, τότε προσλάμβανε και παραγιό (ή παρακεντέ), τον οποίο πλήρωνε ο τσιφλικάς. Στον κολίγο επιτρεπόταν να διατηρεί μέσα στο τσιφλίκι ζώα μικρά ή μεγάλα για τις ανάγκες της οικογένειάς του χωρίς να πληρώνει δικαίωμα βοσκής τους. Μπορούσε, επίσης, να χτίσει σπίτι μέσα στο τσιφλίκι και αυτό να είναι δικό του και να μεταβιβάζεται στους κληρονόμους. Μπορούσε ακόμη μέσα στο τσιφλίκι να καλλιεργεί έναν μικρό μπαχτσέ και η έκταση αυτή θεωρούνταν δική του. Ολα αυτά και άλλα αποτελούσαν εθιμικά δικαιώματα, απαραβίαστα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αυτή η συνθήκη έμελλε να ανατραπεί το 1881, όταν έπειτα από έντονες και μακροχρόνιες διπλωματικές ενέργειες και πολεμικές συρράξεις πραγματοποιήθηκε η προσάρτηση της Θεσσαλίας από το νεοσύστατο κράτος της Ελλάδος. Η προσάρτηση πραγματοποιήθηκε σταδιακά και ο ελληνικός στρατός μπήκε ειρηνικά στην πόλη του Βόλου στις 2 Νοεμβρίου του 1881. Ετσι η Ελλάδα προσάρτησε στην επικράτειά της τον πολύτιμο θεσσαλικό σιτοβολώνα, κάτι πολύ σημαντικό αφού η ελλειμματική παραγωγή του νεοσύστατου κράτους σε σιτηρά αδυνατούσε να θρέψει τον πληθυσμό και να επιτρέψει την παραπέρα εκβιομηχάνιση της χώρας. Ταυτόχρονα, πραγματοποίησε ένα βήμα προς την επίτευξη των εθνικών της στόχων, που ήταν η ενσωμάτωση των αλύτρωτων πληθυσμών στο ελληνικό κράτος.

Η ένωση της περιοχής της Θεσσαλίας και της Αρτας με την Ελλάδα μετέβαλε πολλαπλά τον χαρακτήρα του νεοσύστατου κράτους. Σε οικονομικό επίπεδο αυξήθηκαν τα όρια της εσωτερικής αγοράς, ενώ ενισχύθηκε σημαντικά η αγροτική οικονομία της χώρας. Σε κοινωνικό επίπεδο μεταβλήθηκε η κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού, εξαιτίας κυρίως του διαφορετικού γαιοκτητικού συστήματος που επικρατούσε στον θεσσαλικό κάμπο, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο «αγροτικό προλεταριάτο». Το αγροτικό ζήτημα της Θεσσαλίας θα ταλάνιζε το ελληνικό κράτος για πολλές ακόμη δεκαετίες, ενώ η νέα κάστα των πλούσιων γαιοκτημόνων αν και μικρή αριθμητικά θα συγκροτούσε έναν νέο υπολογίσιμο πολιτικό και οικονομικό παράγοντα που θα κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Οι διεθνείς συμφωνίες που υπογράφηκαν προέβλεπαν την πλήρη προστασία του γαιοκτητικού συστήματος και απαγόρευαν την άμεση απαλλοτρίωση των τσιφλικιών από το ελληνικό κράτος. Ετσι, οι Τούρκοι τσιφλικάδες, προτού ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία της προσάρτησης και προκειμένου να μη χάσουν ολοκληρωτικά την περιουσία τους, άρχισαν να πουλούν τα κτήματά τους σε Ελληνες κεφαλαιούχους, που διαδέχθηκαν τα δικαιώματα των Οθωμανών. Η αγοραπωλησία των τίτλων αυτών των μεγάλων κτηματικών εκτάσεων έγινε μέσω του χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης.

Οι νέοι ιδιοκτήτες βρέθηκαν ευνοημένοι από την αντικατάσταση του οθωμανικού νομικού καθεστώτος με το καθεστώς της πλήρους αστικής ιδιοκτησίας που ίσχυε στην παλαιά Ελλάδα.

Επρόκειτο για 40 Ελληνες κεφαλαιούχους της διασποράς, οι οποίοι ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό, την Αλεξάνδρεια, στο Βουκουρέστι, το Παρίσι, το Λονδίνο και στην Τεργέστη, που διαδέχτηκαν τους Οθωμανούς τσιφλικάδες. Ανάμεσά τους πασίγνωστα ονόματα, όπως Ζάππας, Αβέρωφ, Ζαρίφης, Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, Ζωγράφος, Συγγρός, Χαροκόπος, Καραπάνος. Μαζί με αυτούς και διάφοροι ντόπιοι τσιφλικάδες, όπως Τερτίπης (Καρδίτσα), Καρτάλης, Κασαβέτης, Τοπάλης, Τσοποτός (Βόλος), Χατζηγάκης, Μπασδέκης, Γιαννούσης (Τρίκαλα) κ.ά., οι οποίοι αγόρασαν εκατομμύρια στρέμματα, εντός των οποίων υπήρχαν περισσότερα από 350 χωριά και στα οποία ζούσε κάτι παραπάνω από τον μισό πληθυσμό της Θεσσαλίας. 

Ο Χαρίλαος Τρικούπης, μάλιστα, υποχρεώθηκε να καλύψει πλήρως την επιχείρηση των πλούσιων ομογενών για την τσιφλικοποίηση της Θεσσαλίας, τόσο από νομική και δικαστική άποψη όσο και από άποψη οικονομικής πολιτικής όποτε έμπαινε θέμα απαλλοτρίωσης της γης από το ελληνικό δημόσιο. Είπε συγκεκριμένα στη Βουλή: «[...] εάν επιβάλωμεν την διανομήν των κτημάτων εις τους καλλιεργητάς, όπως το ζητείτε, θα εκδιώξωμεν εξ Ελλάδος το χρήμα των Ελλήνων του εξωτερικού. Αντιθέτως, οφείλομεν να προσελκύσουμεν τα κεφάλαιά τους και όχι να τους εκφοβίσωμεν... Η κατάστασις εις την Θεσσαλίαν πρέπει να παραμείνει ως έχει, διότι τούτο απαιτούν τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας μας».

Ενώ όμως διασφαλίστηκε η ομαλή διαδοχή της ιδιοκτησίας των τσιφλικιών και ενώ οι νέοι Ελληνες τσιφλικάδες προστατεύτηκαν με κάθε τρόπο από την ελληνική πολιτεία, δεν έγινε το ίδιο για τους κολίγους.

Το μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν άρχισε να εφαρμόζεται ο Αστικός Κώδικας του ελληνικού δικαίου και οι κολίγοι πλέον αντιμετωπίζονταν ως ελεύθεροι ακτήμονες γεωργοί (γεωργοί δίχως κτήματα), και μάλιστα χωρίς την προστασία του εθιμικού δικαίου που ίσχυε μέχρι τότε. Οι περισσότεροι από τους νέους τσιφλικάδες δεν είχαν καμία σχέση με τη γεωργία, τα τσιφλίκια ήταν γι’ αυτούς απλώς μια επένδυση και οι περισσότεροι τα υπενοικίασαν σε άλλους. Αποτέλεσμα ήταν οι συνθήκες ζωής των κολίγων να χειροτερέψουν δραματικά.

Ο αγροτιστής ηγέτης, βουλευτής και γερουσιαστής Δημήτριος Μπούσδρας στο βιβλίο του «Η απελευθέρωσις των σκλάβων αγροτών» περιγράφει την κατάσταση με μελανά χρώματα: «Οι καλλιεργηταί υπεχρεούντο να δίδωσιν εις τον γαιοκτήμονα το τρίτον ή το ήμισυ των παραγομένων καρπών, ενοίκιον διά την βοσκήν των κτηνών, μέγαν αριθμόν ορνίθων και αμνών, ικανήν ποσότητα τυρού, βουτύρου, χόρτου και αχύρου, να στέλλωσι δε ένα θήλυ μέλος της οικογενείας των ίνα ζυμώνη και ψήνη το ψωμί της επιστασίας […] Οι τσιφλικούχοι εξουσίαζον το σώμα των γυναικών και των θυγατέρων των κολίγων. Ούτοι (οι κολίγοι ) υπεχρεούντο επίσης να μην απομακρύνωνται εκ του χωρίου άνευ αδείας των επιστατών. Οσάκις υπεδέχοντο τον αφέντην, γονυπετείς εσύροντο, εκτύπων το χώμα με το μέτωπον τρεις φοράς και εφίλουν τον αριστερόν πόδα του».Οι αγρότες συνειδητοποίησαν ότι παρότι η Θεσσαλία απελευθερώθηκε, αυτοί ήταν ακόμη υπόδουλοι και τώρα η μοίρα τους ήταν ακόμη δεινότερη. Τα νέα αφεντικά του κάμπου ήταν χειρότερα από τους Τούρκους. «Οι Οθωμανοί, σέβονταν τις ελευθερίες και τις οικογένειες των κολίγων, και ήταν πιο σεμνοί και πιο σεβαστικοί απέναντί τους, από τους Ελληνες τσιφλικάδες που ήλθαν μετά…».

Οι προστατευόμενοι «γαμπροί» του συστήματος

Ταυτόχρονα, πέρα από τους κανονικούς τσιφλικάδες εμφανίστηκαν και διάφοροι άρπαγες καταπατητές γης οι οποίοι διέθεταν πολιτική ή δικαστική «ασυλία» και έσπευσαν να ιδιοποιηθούν όση γη απέμενε αδέσποτη. «Γαμπροί και γιοι βουλευτών, γαμπροί εισαγγελέων, γαμπροί δικαστών, και πολιτικοί, καταπατούν, νοικιάζουν, και κλέβουν τη γη. Αυτοί ήταν χειρότεροι από τους κανονικούς τσιφλικάδες, ήταν πιο ωμοί, δεν δίσταζαν σε τίποτα».

Οι Ελληνες τσιφλικάδες θεώρησαν ότι τους ανήκαν όλα: σπίτια, αποθήκες, ζώα και εργαλεία. Επέβαλαν φόρους βοσκής στα λίγα οικόσιτα ζώα που είχαν οι κολίγοι για να συντηρούν την οικογένειά τους. Μεγάλη πληγή στάθηκαν οι επιστάτες των τσιφλικάδων, οι οποίοι δεν εισέπρατταν απλώς τα «δωσίματα» για τον αφέντη αλλά έκλεβαν κάτι παραπάνω και για αυτούς, και με την ανοχή της Χωροφυλακής είχαν οργανώσει ιδιωτικά σώματα οπλοφόρων –πραγματικές συμμορίες– που καταδυνάστευαν τον τόπο, ξεσπίτωναν όποιον κολίγο γύρευε το δίκιο του, βίαζαν, συλλάμβαναν, μαστίγωναν και σκότωναν κατά βούληση. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά (η πείνα, η αδικία και ο λεηλατημένος μόχθος), καραδοκούσε και ο εφιάλτης της ελονοσίας, αφού στην περιοχή υπήρχαν πολλά στάσιμα νερά και τα κουνούπια αφθονούσαν. Ακόμη και για να παντρευτεί κανείς έπρεπε να πάρει την άδεια του τσιφλικά και η νεαρή νύφη περνούσε την πρώτη της νύχτα με τον τσιφλικά (αν απουσίαζε ο τσιφλικάς, με τον επιστάτη του) και όχι με τον άντρα της. Επρόκειτο για το μεσαιωνικό «δικαίωμα της πρώτης νύχτας», το οποίο αναδύθηκε στην επιφάνεια, χωρίς, όμως, να υπάρχει στη μεσαιωνική παράδοση του τόπου.

Γκέκηδες, οι «μαύροι» θεριστές

Στον κάμπο της Θεσσαλίας οι αγρότες δεν λογίζονταν άνθρωποι. «Τον Ιούλιο, που ήταν μήνας θερισμού, ο κάμπος ήθελε περισσότερα χέρια. Οι πλατείες της Λάρισας μετατρέπονταν σε σκλαβοπάζαρα και οι επιστάτες των τσιφλικάδων διάλεγαν εργάτες–θεριστές, που τους αποκαλούσαν γκέκηδες.

Τον θεριστή (γκέκη) τον πήγαιναν σε μια καλύβα. Εκεί του ξύριζαν το σβέρκο. Στο ξυρισμένο σημείο έκαναν δυο χαρακιές με το ξυράφι. Από κει του ρουφούσαν το αίμα με ένα κέρατο βοδιού. Αφού του άδειαζαν το αίμα (κυριολεκτικά) για να μπορεί να αντέξει στον καύσωνα του θεσσαλικού κάμπου, του έβαζαν στην πληγή κοπριά ή καπνό.

Ο γκέκης, μισολιπόθυμος, ήταν έτοιμος για δουλειά. Επρεπε να υπομείνει αγόγγυστα τη διαδικασία, διαφορετικά κινδύνευε να χάσει το “ευεργέτημα” της εργασίας. Ακόμη και το φαγητό που έδιναν οι τσιφλικάδες στους θεριστές ήταν προσαρμοσμένο στις συνθήκες του θεσσαλικού κάμπου, έπρεπε να βοηθά στην απόδοσή τους, να μην ανεβάζει την πίεση του αίματος, ώστε να μην πάθουν συγκοπή, και να κόβει τη δίψα, ώστε να μη χασομερούν πίνοντας νερό. Το φαγητό αυτό ήταν το γνωστό “σκορδάρι”, ξύδι με κοπανισμένο σκόρδο στο οποίο έριχναν και ξερό ψωμί…».

Ζάρκος 1882, η πρώτη εξέγερση

Το 1882 έγινε η πρώτη εξέγερση στο χωριό Ζάρκο των Τρικάλων, εναντίον του τσιφλικά Ζωγράφου που απαίτησε το μισό της σοδειάς. Μια εξέγερση που τελικά καταπνίγηκε από τη Χωροφυλακή, η οποία συνέλαβε και βασάνισε πολλούς αγωνιστές, ενώ τα δικαστήρια προχώρησαν σε καταδίκες και εξώσεις κολίγων από το σπίτι τους.

Ο κυβερνητικός Τύπος προειδοποιούσε ότι ανάμεσα στους αγρότες υπήρχαν «αναρχικά στοιχεία». «Ο Νομάρχης Τρικάλων για να τους συνετίσει, επειδή αρνούνταν να δώσουν τη μισή τους σοδειά, πήρε ολόκληρη τη σοδειά και τη μετέφερε στα Τρίκαλα, αφήνοντάς τους να λιμοκτονήσουν για ένα χρόνο».

Τον επόμενο χρόνο, το 1883, ο βουλευτής Τρικάλων Νικόλαος Ταρμπάζης, που καταγόταν από το Ζάρκο, στην παρθενική ομιλία του στη Βουλή τάχθηκε με θάρρος υπέρ των κολίγων και κατά των τσιφλικάδων. Τότε ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης μετέφερε στον νεαρό βουλευτή μια πρόταση εκ μέρους του Ζωγράφου: να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον μεγαλοτσιφλικά και ως αντάλλαγμα θα διοριζόταν υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ο Ταρμπάζης αρνήθηκε, αλλά τρία χρόνια αργότερα, το 1886, τελικά υποχώρησε και προσλήφθηκε στη δούλεψη του τσιφλικά Ζωγράφου.

Η εφημερίδα των Τρικάλων «Εργάτης» στο φύλλο της 27ης Απριλίου του 1886 έγραφε για το θέμα αυτό: «Ο πρώην βουλευτής Τρικάλων Ν. Ταρμπάζης προσελήφθη από της επιστασίας του Χρηστάκη – Εφένδη, εν Ζάρκω, ως υπάλληλος με μισθόν τεσσάρων λιρών οθωμανικών κατά μήνα. Σημειούμεν το γεγονός τούτο, όπως γνωρίση το δημόσιον το ποιόν του ανθρώπου, όστις ηξίου και αξιοί ίσως να αντιπροσωπεύση την επαρχίαν. Αφού επί ολόκληρα χρόνια κατέστρεψε διά των συμβουλών του τους συγχωρίους αυτού, παρακινών πάντοτε αυτούς εις αντίστασιν κατά του ιδιοκτήτου και υποσχόμενος την λύσιν του αγροτικού ζητήματος διά της αποπομπής των γαιοκτημόνων, αφού τούτου ένεκα πλείστοι εκ των χωρικών εξεπατρίσθησαν, ανεγνώρισε το δίκαιον του ιδιοκτήτου και συνεβλήθη μετ’ αυτού εγγράφως πλέον… Ως εκ περισσού δε γίνεται και υπάλληλος μικρός ο μέγας αυτός “πατριώτης”, προσληφθείς υπό του επιστάτου του Ζωγράφου, κ. Βασιλείου…».

Μαρίνος Αντύπας, επαναστάτης από το 1896

Με την είσοδο του 20ού αιώνα, το 1906, εμφανίστηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος που σύνδεσε το όνομά του και τη ζωή του με τα δίκαια των κολίγων. Ηταν ο νομικός Μαρίνος Αντύπας. Γεννημένος το 1872 στα Φερεντινάτα Κεφαλονιάς, είχε συμμετάσχει στην επανάσταση της Κρήτης το 1896. Ο Αντύπας τραυματίστηκε στο στήθος και η επανάσταση της Κρήτης πνίγηκε στο αίμα από τους Τούρκους. Επιστρέφοντας την Αθήνα, ο Αντύπας πρωταγωνίστησε στη διοργάνωση μεγάλου συλλαλητηρίου στην Ομόνοια, όπου κατάγγειλε τον ρόλο και την ολιγωρία του παλατιού και των μεγάλων δυνάμεων στην έκβαση του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και για τον λόγο αυτό φυλακίστηκε για έναν χρόνο. Μετά την αποφυλάκισή του συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε ως ηθικός αυτουργός μιας απόπειρας δολοφονίας κατά του βασιλέα Γεωργίου Α΄. Το 1899 στην Κεφαλλονιά ο Αντύπας τυπώνει την εφημερίδα «Ανάστασις», ένα ριζοσπαστικό έντυπο που στηλιτεύει τη δικαστική και εκτελεστική εξουσία. Μιλά για βασικά πράγματα όπως τη μείωση των ωρών εργασίας (η οκτάωρη εργασία ήταν μακρινό όνειρο) και επιτέλους τη θέσπιση και τον καθορισμό ημερομίσθιου.

Ο Σκιαδαρέσης αγοράζει 300.000 στρέμματα

Το 1903 ο Αντύπας ταξιδεύει στο Βουκουρέστι και πείθει τον ευκατάστατο θείο του Γεώργιο Σκιαδαρέση (ο οποίος ήταν γεωπόνος) να αγοράσει γη στον θεσσαλικό κάμπο (300.000 στρέμματα στην περιοχή των Τεμπών). Την ίδια χρονιά ξαναγυρνά στην Κεφαλονιά, εκδίδει ξανά την εφημερίδα και ιδρύει έναν πρωτοποριακό για την εποχή όμιλο, το Λαϊκόν Αναγνωστήριον, Η Ισότης, ο οποίος είχε τον χαρακτήρα λαϊκού σχολείου. Επηρεασμένος από τις ιδέες του αναρχισμού και τους αγώνες των αναρχικών για την οκτάωρη εργασία (Σικάγο 1886), βαπτίζει επισήμως δύο ανιψιές του στην Κεφαλονιά δίνοντας στη μία το όνομα «Επανάσταση» και στην άλλη το όνομα «Αναρχία».

Ετσι, ο νεαρός ιδεολόγος Μαρίνος Αντύπας έφτασε στον θεσσαλικό κάμπο –στο χωριό Πυργετός– το 1906, αναλαμβάνοντας επιστάτης στα κτήματα του θείου του. 

Επρόκειτο για τα τσιφλίκια του Αλή Πασά που αγοράστηκαν και πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων τσιφλικάδων και συγκεκριμένα στους Αριστείδη Μεταξά και Γεώργιο Σκιαδαρέση – συνολικής έκτασης 300.000 στρεμμάτων. Ο Σκιαδαρέσης διόρισε επιστάτες τον Μαρίνο Αντύπα και τον Παναγιώτη Σκιαδαρέση.

Ο Αντύπας συγκλονίστηκε βλέποντας την απάνθρωπη κατάσταση που επικρατούσε στον κάμπο και προσπάθησε να αφυπνίσει τους κολίγους.

Οι ντόπιοι νόμιζαν –μερικοί ακόμη το νομίζουν– πως ήταν παπάς ή δάσκαλος έτσι όπως τους συνέτρεχε και τους μιλούσε με θέρμη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την οκτάωρη εργασία, την κατασκευή και λειτουργία σχολείου, την αργία της Κυριακής, την παρουσία γιατρού, αφού παρά την έξαρση της ελονοσίας ούτε γιατρός ούτε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη υπήρχε, παρά μόνο μερικά χάπια κινίνου που χορηγούσε σε έκτακτες περιπτώσεις επιλεκτικά ο επιστάτης. Στις ενέργειές του αυτές είχε την κάλυψη και σύμφωνη γνώμη του θείου του, ο οποίος παρότι τσιφλικάς στήριζε τους αγρότες παραχωρώντας κάποιες εκτάσεις για το χτίσιμο των σπιτιών τους και για βοσκοτόπια και τους χάριζε μέρος της παραγωγής.

Ο Μαρίνος Αντύπας ήταν ενθουσιώδης, μιλούσε στα χωράφια, στους καφενέδες, στις συντροφιές. Ετσι, γρήγορα μπήκε στο στόχαστρο των τσιφλικάδων, που τον επιβουλεύονταν και ήθελαν να σωπάσουν τη φωνή του.

Σε μια επίσκεψή του στην Αθήνα ο Αντύπας συναντήθηκε τυχαία σε ένα καφέ με τον μεγαλοτσιφλικά και βουλευτή Θεσσαλίας Αγαμέμνονα Σλήμαν –γιο του διάσημου αρχαιολόγου Σλήμαν– και την Ελληνογερμανίδα σύζυγό του, οι οποίοι τον λοιδορούσαν σε όλη τη Θεσσαλία και τον αποκαλούσαν «λούμπεν». Ο Αντύπας, γνωρίζοντας από την πολιτική τον όρο αυτό (σημαίνει κουρελής), ζήτησε να μάθει με ποιο δικαίωμα τον αποκαλούν έτσι. Ο Σλήμαν απάντησε αλαζονικά ότι το κάνει με το δικαίωμα του ελεύθερου πολίτη και ο Αντύπας τον χαστούκισε, λέγοντας πως το κάνει με το δικαίωμα του ελεύθερου ανθρώπου.

Οι ηθικοί αυτουργοί και ο φυσικός αυτουργός Γιάννης Κυριακός

Αυτή η κίνηση ήταν ανήκουστη για την εποχή εκείνη. Μια κίνηση που «έδωσε το μέτρο της ανυποταγής απέναντι στους τσιφλικάδες, τους επιστάτες, και φυσικά στο κράτος».

Οι τσιφλικάδες δεν θα άφηναν το επεισόδιο αυτό να περάσει ατιμώρητο και αποφάσισαν την εξόντωσή του. Ετσι, έβαλαν κάποιον ονόματι Γιάννη Κυριακό, που ήταν επιστάτης του συνεταίρου του θείου του Αντύπα, γαιοκτήμονα Μεταξά, να δημιουργήσει επεισόδιο και να δολοφονήσει τον Αντύπα πυροβολώντας τον πισώπλατα στις 8 Μαρτίου 1907. Το επεισόδιο έγινε στο υποστατικό που μοιράζονταν, στο χωριό Πυργετός, χωρίς μάρτυρες, και ο Κυριακός υποστήριξε ότι ο Αντύπας του επιτέθηκε και αυτός πυροβόλησε αμυνόμενος. Το τηλεγράφημα του αστυνόμου ήταν στο ίδιο ύφος: «Αντύπας ραπίσας Κυριακού εφονεύθη αμυνομένου».

Ο τόπος έβραζε από αγανάκτηση. Η σορός του Αντύπα μεταφέρθηκε από χωρικούς στη Λάρισα και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Η εφημερίδα «Εμπρός» στις 14 Μαρτίου του 1910 έγραφε: «Μετά την είδηση του θανάτου του Αντύπα, επικρατεί αναβρασμός στον κάμπο. Στο κτήμα στον Πυργετό, οι αγρότες κατέλαβαν το κονάκι και δεν αφήνουν κανένα να πλησιάσει. Ούτε ο Μεταξάς και οι άνθρωποί του δεν τολμούν να εμφανισθώσιν».

Ο Κυριακός δικάστηκε, αλλά αθωώθηκε αφού το δικαστήριο με μια μνημειώδη απόφαση δέχτηκε ότι το θύμα «διατάραξε τον ύπνο του».

Οι κολίγοι προσπάθησαν να εκδικηθούν τη δολοφονία του Αντύπα, πληρώνοντας κάποιον Τσεπώνη για να σκοτώσει τον Κυριακό, αλλά το σχέδιό τους προδόθηκε. Ομως ο σπόρος είχε ήδη πέσει στη γη και οι εξαθλιωμένοι Θεσσαλοί αγρότες συνειδητοποίησαν ότι μόνο με τους αγώνες τους θα βελτίωναν τις συνθήκες ζωής τους.

Στην αφύπνισή τους, εκτός από τον Μαρίνο Αντύπα, συνέβαλαν και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι. Για παράδειγμα, στον Βόλο ο δικηγόρος Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης με την εφημερίδα του «Πανθεσσαλική» (1900-1912) στάθηκε υπέρμαχος των αιτημάτων της αγροτιάς. Το 1906 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οι κολίγοι της Θεσσαλίας», όπου τόνιζε την αναγκαιότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών. Ανάλογες θέσεις εξέφραζαν και οι συντάκτες της εφημερίδας του Εργατικού Κέντρου Βόλου «Εργάτης» που κυκλοφορούσε από το 1908 έως το 1911.

Την ίδια εποχή εμφανίστηκαν στον θεσσαλικό κάμπο οι πρώτοι «αγροτιστές», όπως ο γιατρός Γρίβας, ο δικηγόρος Κ. Σταμούλης κ.ά. Η περιοχή της Καρδίτσας υπήρξε κοιτίδα του αγροτικού κινήματος. Εκεί ιδρύθηκε το 1909, με πρωτεργάτη τον δικηγόρο Δημήτριο Μπούσδρα, ο πρώτος Γεωργικός Πεδινός Σύλλογος. Τα μέλη του συλλόγου αυτού οργάνωσαν συλλαλητήρια, αρχικά στην Καρδίτσα και στη συνέχεια σε άλλες περιοχές της Θεσσαλίας, για να πιεστεί η κυβέρνηση και να εφαρμόσει επιτέλους τον νόμο «περί απαλλοτριώσεως τσιφλικιών», τον οποίο είχε ψηφίσει η Βουλή το 1907 και έμενε ανεφάρμοστος λόγω αντίδρασης τόσο των τσιφλικάδων όσο και των πολιτικών που τους προστάτευαν.

Πριν από τα δραματικά γεγονότα του Κιλελέρ είχαν γίνει στην Καρδίτσα τέσσερα μεγάλα συλλαλητήρια: τον Σεπτέμβριο του 1909, τον Ιανουάριο του 1910 και στις 5 και 27 Φεβρουαρίου του 1910. Στο τελευταίο η βίαιη παρέμβαση της αστυνομίας για διάλυση των διαδηλωτών είχε αποτέλεσμα τον θάνατο του αγρότη Χρήστου Σάλτα.

Κιλελέρ, η εξέγερση της 6ης Μαρτίου 1910

Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους άμοιρους κολίγους. Η φτώχεια, η πείνα, οι ατέλειωτες ώρες εργασίας, οι αρρώστιες, οι ταπεινώσεις και η απαξία συσσωρεύτηκαν και έψαχναν να βρουν δικαίωση. Τα προφητικά λόγια του Αντύπα αντηχούσαν στον κάμπο: «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ’ρθειτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας».

Στις 6 Μαρτίου του 1910 οργανώθηκε στη Λάρισα αγροτικό συλλαλητήριο. Στον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού Κιλελέρ (σήμερα Κυψέλη), 28 χιλιόμετρα μακριά από τη Λάρισα, 600 αγρότες περίμεναν το τρένο για να κατέβουν στην πόλη. Μια λέξη αντηχούσε στον κάμπο: «Απαλλοτρίωση!». Μια λέξη συνώνυμη της λέξης «επιβίωση»…

Ο διευθυντής των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, που επέβαινε στην αμαξοστοιχία, δεν θέλησε να σταματήσει το τρένο στο χωριό, αλλά οι κολίγοι μπήκαν στις γραμμές και το σταμάτησαν. Ο διευθυντής απαίτησε τότε να πληρώσουν εισιτήριο και τους αρνήθηκε την επιβίβαση. Ο μηχανοδηγός άνοιξε τα ρουμπινέτα της ατμομηχανής, ώστε με τον θόρυβο της εκτόνωσης του ατμού να φοβηθεί ο κόσμος και να φύγει από τις γραμμές. Το τρένο προχώρησε για τη Λάρισα και οι στρατιώτες που ήταν σε αυτό πυροβολούσαν στον αέρα. Ο κόσμος οργισμένος άρχισε να ρίχνει πέτρες στο τρένο που απομακρυνόταν και τότε κάποιοι στρατιώτες πυροβόλησαν στο ψαχνό (Αθανάσιος Νταφούλης και Αθανάσιος Μπόκας), σκοτώνοντας τους δύο πρώτους αγρότες του χωριού. Οι αγρότες συνέχισαν πεζή και έφτασαν μέχρι την είσοδο της Λάρισας, όπου είχε παραταχθεί μια ίλη ιππικού απαγορεύοντας την είσοδό τους στην πόλη. Οι αγρότες παρά τις προειδοποιήσεις προχώρησαν και το ιππικό έκανε επέλαση με γυμνά σπαθιά και τα πιστόλια στο χέρι. Η κατάσταση ήταν τρομακτική. Παντού νεκροί και τραυματίες, γυναίκες να μοιρολογούν και να καταριούνται τους δημάρχους των χωριών που δεν τους άφησαν να πάρουν τα όπλα.

Δύο μέρες μετά κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και ο στρατός σκορπίστηκε στα χωριά κάνοντας αθρόες συλλήψεις. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι για τον λόγο αυτόν δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για τα καθέκαστα. Οι «αγροτιστές» μαζεύονταν τις μεταμεσονύκτιες ώρες στα ξωκλήσια υπό τον φόβο των συλλήψεων. Η κατάσταση ήταν τόσο κρίσιμη ώστε κάποιοι πρότειναν να αποσχιστεί η Θεσσαλία από την Ελλάδα.

Η λύση του προβλήματος έπειτα από 42 χρόνια 

Ολες οι κυβερνήσεις αρνήθηκαν ή απέφυγαν την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Μετά τον Τρικούπη ο Θεόδωρος Δεληγιάννης (1895) προσπάθησε να δώσει λύση και αποπειράθηκε να απαλλοτριώσει το 1/8 κάθε τσιφλικιού, δίνοντας 20-25 στρέμματα σε κάθε κολίγο, όμως ξεσηκώθηκαν οι βουλευτές Θεσσαλίας, αφού οι περισσότεροι προέρχονταν από οικογένειες τσιφλικάδων ή στηρίζονταν από αυτές.

Ο Θεόδωρος Δεληγιάννης αναγκάστηκε να υποχωρήσει

Ηταν χαρακτηριστικό ότι 20 από στους 28 κυβερνητικούς βουλευτές της Θεσσαλίας ήταν οι ίδιοι ιδιοκτήτες μεγάλων γεωργικών εκτάσεων στη Θεσσαλία. Τελικά ο Δεληγιάννης αναγκάστηκε να υποχωρήσει κάτω από την ασφυκτική πίεση των διαπλεκόμενων συμφερόντων.

Η επίλυση του ζητήματος ματαιώθηκε εξαιτίας του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Η ίδια η Θεσσαλία τότε αποτέλεσε πεδίο μαχών, η οικονομική και κοινωνική ζωή αποδιαρθρώθηκε και οι Θεσσαλοί επί 14 μήνες υπέστησαν τα πάνδεινα λόγω της τουρκικής κατοχής. «Η διατροφή των 100.000 ανδρών του τουρκικού στρατού στηρίχτηκε στην παραγωγή των Θεσσαλών αγροτών. Αρπάχθηκαν οι εσοδείες αγροτικών προϊόντων του 1897, και καταδικάσθηκαν σε πείνα οι αγρότες. Σφάχθηκαν κοπάδια πρόβατα και άλλα ζώα, μέχρι και αροτριώντα (υποζύγια). Λεηλατήθηκαν και αποδιοργανώθηκαν χιλιάδες αγροτικά νοικοκυριά. Μη γνωρίζοντας πόσο θα κρατήσει η νέα θεομηνία, οι αγρότες εγκατέλειψαν τις εστίες στους και κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην περιοχή της Λαμίας για να γλιτώσουν από τη νέα τουρκοκρατία».

Το κράτος, άτολμο, προσπαθούσε με ημίμετρα να εξομαλύνει την κατάσταση. Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των ετών 1907-1914 το δημόσιο αγόρασε και μεταπώλησε το 1/6 του συνόλου των τσιφλικιών σε ακτήμονες καλλιεργητές και πρόσφυγες.Ακόμη και το θέμα των εξώσεων δεν είχε ξεκαθαριστεί κατά τρόπο οριστικό. Εξαίρεση αποτέλεσε η θεσμοθέτηση των αγροτικών συνεταιρισμών με τον νόμο 602 του 1914.

Το αποφασιστικό, όμως, βήμα για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών έγινε με τον νόμο 1702 του 1917 από την κυβέρνηση Εθνικής Αμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη και με κύριους εμπνευστές τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο και τον Αλέξανδρο Μυλωνά. Στον νόμο ενσωματώθηκαν και τέσσερα νομοθετικά διατάγματα με τα οποία ρυθμιζόταν νομοθετικά η αναγκαστική απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας σε όλη την ελληνική επικράτεια και άνοιγε ο δρόμος για τη διανομή των κτημάτων στους ακτήμονες καλλιεργητές.

Οι φόβοι της Πανθεσσαλικής Αγροτικής Ενωσης επαληθεύτηκαν με την πολιτική μεταβολή του Νοεμβρίου του 1920 και την ανατροπή της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων. Τότε η αγροτική μεταρρύθμιση διακόπηκε και ανακλήθηκαν 150 διατάγματα απαλλοτρίωσης.

Το 1922 νέο σχέδιο νόμου της κυβέρνησης Γούναρη για το αγροτικό ζήτημα εισάχθηκε στη Βουλή για συζήτηση από τον υπουργό Γεωργίας Κ. Τερτίπη, ο οποίος ήταν μεγαλοτσιφλικάς. Το νέο νομοσχέδιο ήταν απεχθές και συνάντησε την έντονη αντίδραση του αγροτικού κόσμου και την κινητοποίηση της Πανθεσσαλικής Αγροτικής Ενωσης, που με συνεχή ψηφίσματα κατά το πρώτο εξάμηνο του 1922 εναντιωνόταν «κατά της ενεργούμενης αναβολής ή παρελκύσεως της λύσεως του αγροτικού ζητήματος, της ανατροπής και καταπατήσεως κεκτημένων των αγροτών δικαιωμάτων, κατά της κατόπιν εντολής του Υπουργείου επανόδου τσιφλικούχων εις οργώματα εκδικασθέντων τσιφλικιών, των εξώσεων, κ.τ.λ.». Παρά την αντίδραση των Θεσσαλών αγροτών και της Πανθεσσαλικής Αγροτικής Ενωσης, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε ως νόμος 2922 του 1922, διακόπτοντας τη μεταρρυθμιστική πορεία στον χώρο της αγροτικής οικονομίας.

Ο,τι δεν μπόρεσαν να επιτύχουν οι κινητοποιήσεις του αγροτικού κόσμου επιτεύχθηκε τελικά λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Επανάστασης του 1922. Η ανάγκη άμεσης αγροτικής αποκατάστασης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων ώθησε την Επαναστατική Κυβέρνηση του Θεσσαλού στην καταγωγή Νικόλαου Πλαστήρα (με υπουργό Γεωργίας τον Γ. Σίδερη) στην έκδοση του νομοθετικού διατάγματος της 15ης Φεβρουαρίου του 1923 «Περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών». Με το διάταγμα αυτό θεσπίστηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικών κτημάτων και η παραχώρηση δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων για γεωργική αποκατάσταση επίμορτων καλλιεργητών και προσφύγων, ορίζοντας μάλιστα την άμεση εγκατάσταση των ακτημόνων στα κτήματα που απαλλοτριώθηκαν, πριν ακόμη την καταβολή της αποζημίωσης στους ιδιοκτήτες, η οποία καθοριζόταν με βάση την προπολεμική αξία των κτημάτων. Το επαναστατικό αυτό νομοθετικό διάταγμα ήρθε να συμπληρώσει τον νόμο 1702/1917 της κυβέρνησης Βενιζέλου και να ολοκληρώσει την αγροτική μεταρρύθμιση στη χώρα, επιλύοντας ταυτόχρονα και το αγροτικό ζήτημα της Θεσσαλίας 42 χρόνια μετά τη δημιουργία του.

* Περιοδικό Hot Doc History #33, 4 Μαρτίου 2018

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.