Newsroom

Newsroom

Κατά 50% τουλάχιστον θα αυξηθεί στην Ελλάδα ως το 2050 ο πληθυσμός υπό τον κίνδυνο της ελονοσίας

 Στην έρευνα εξετάστηκαν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη χώρα μας τις επόμενες δεκαετίες και οι περιοχές στις οποίες θα υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης για το ανωφελές κουνούπι (Anopheles sacharovi), που μεταδίδει το παράσιτο της ελονοσίας.

Κατά 50% αναμένεται να αυξηθεί ως το 2050, στην Ελλάδα, ο πληθυσμός της χώρας που θα βρεθεί υπό τον κίνδυνο της ελονοσίας, σύμφωνα με έρευνα του Τομέα Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας του τμήματος Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Στην έρευνα εξετάστηκαν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη χώρα μας τις επόμενες δεκαετίες και οι περιοχές στις οποίες θα υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης για το ανωφελές κουνούπι (Anopheles sacharovi), που μεταδίδει το παράσιτο της ελονοσίας.

«Αυτό που βλέπουμε συστηματικά και είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι γενικά η περιοχή της Μεσογείου είναι hot-spot κλιματικής αλλαγής. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα, όπου διαπιστώνουμε ότι την περίοδο 2041 – 2060, σύμφωνα με το μετριοπαθές από τα δύο σενάρια που εξετάσαμε, η θερμοκρασία θα αυξηθεί κατά 1,5 βαθμό σε σχέση με την παρούσα περίοδο. Παράλληλα, ο πληθυσμός υπό τον κίνδυνο της ελονοσίας θα αυξηθεί κατά 50% τουλάχιστον. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί θα νοσήσουν, αλλά ότι θα ζουν σε περιοχές που αν υπάρξει ένα κρούσμα, το περιβάλλον θα είναι ευνοϊκό για τη μετάδοσή της καθώς εκεί θα βρίσκεται το κουνούπι που τη μεταδίδει», εξηγεί στο ΑΠΕ – ΜΠΕ η Μαρία Χαρά Καρυπίδου, συνεργάτρια και υποψήφια διδάκτωρ του Τομέα Μετεωρολογία και Κλιματολογίας του Τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ.

Η ίδια διευκρινίζει ότι στο παρελθόν υπήρχαν κρούσματα ελονοσίας στη χώρα μας, ενώ αναφέρει ότι φιλόξενο περιβάλλον για το κουνούπι που τη μεταδίδει αποτελούν μέρη στην ύπαιθρο που βρίσκονται κοντά σε επιφανειακά νερά. «Υπάρχει ένα σταθερό υπόβαθρο κλιματικής αλλαγής, η θερμοκρασία αυξάνεται και ο γεωγραφικός μας χώρος, ο οποίος παρέχει ευνοϊκές συνθήκες για τη διαβίωση του κουνουπιού, θα επεκταθεί», προσθέτει.

Τα δεδομένα της έρευνας

Επισημαίνει, παράλληλα, ότι τα δεδομένα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας, η οποία δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Climatic Change, προέρχονται από παγίδες που έχει στήσει η εταιρεία «Οικοανάπτυξη», που συμμετέχει στα προγράμματα καταπολέμησης κουνουπιών στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας. Ειδικότερα, χρησιμοποιήθηκαν εντομολογικά δεδομένα προερχόμενα από 130 παγίδες κουνουπιών και από δειγματοληψίες που έγιναν το 2011 και το 2016. Επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν αποτελέσματα από κλιματολογικά μοντέλα και ένα μεγάλο εύρος προσομοιώσεων ώστε να καλυφθεί ένα μεγάλο μέρος του ποσοστού αβεβαιότητας που προέρχεται από αυτές. Ως περίοδος αναφοράς για τα κλιματολογικά δεδομένα ορίστηκε η περίοδος 1971-2000, ενώ εξετάστηκαν οι μελλοντικές περίοδοι 2021-2040, 2041 – 2060 και 2061 – 2080.

Σύμφωνα με το μετριοπαθές σενάριο της έρευνας, η θερμοκρασία στην Ελλάδα θα σημειώσει άνοδο κατά 1,5 βαθμό την περίοδο 2041 – 2060 και κατά 2,2 βαθμούς την περίοδο 2061 – 2080 (σε σχέση με την τρέχουσα περίοδο). Το ακραίο, άλλωστε, σενάριο προβλέπει αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,6 βαθμούς την περίοδο 2041- 2060, και κατά 4 βαθμούς την περίοδο 2061 – 2080. Ως προς τον πληθυσμό υπό τον κίνδυνο της ελονοσίας, εκτιμάται ότι κατά την περίοδο 2041- 2060 θα αυξηθεί κατά 50%, σύμφωνα με το μετριοπαθές σενάριο και κατά 60% σύμφωνα με το ακραίο.

Τι θα μπορούσε να γίνει τα επόμενα χρόνια

Στο ερώτημα τι θα μπορούσε να γίνει τα επόμενα χρόνια, η κ. Καρυπίδου επισημαίνει ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί και υπογραμμίζει ότι σίγουρα θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες για την αλληλεπίδραση νοσημάτων που προέρχονται από διαβιβαστές και κλιματολογικών συνθηκών. Παράλληλα, αναφέρει ότι τα σχετικά ερευνητικά αποτελέσματα είναι καλό να λαμβάνονται υπόψη από τα προγράμματα καταπολέμησης κουνουπιών ώστε να προσαρμόζονται κατάλληλα οι παρεμβάσεις και οι ψεκασμοί. Στο ίδιο πνεύμα είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν πρακτικές ενημέρωσης των πολιτών αλλά και γενικότερα φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές.

Την πρωτότυπη έρευνα υπογράφουν οι Μαρία Χαρά Καρυπίδου, Βασιλική Αλμπανίδου, Άντριαν Μ. Τόμπκινς, Αντώνης Μάζαρης, Σάντρα Γκεβέρ, Σπύρος Μουρελάτος και Ελένη Κατράγκου.