Κανένα έγκλημα ποτέ δεν αφορά μόνο κάποιους «άλλους»

Οι επερχόμενες τροποποιήσεις, συγκροτούν μερική επιστροφή σε μια εποχή πριν από οποιαδήποτε δικαιοκρατική «κανονικότητα». Η υποχώρησή τους προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση ότι κανένα έγκλημα ποτέ δεν αφορά μόνο κάποιους «άλλους», αλλά καθέναν μέσα στην κοινωνία, και ότι η διατήρηση των βασικών θεσμών ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους, δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα διαφύλαξης των προϋποθέσεων ασφάλειας, αλλά περισσότερο ζήτημα πραγματικής κατοχύρωσης των προϋποθέσεων ανάπτυξης των ελευθεριών και των εγγυήσεων για όλους τους πολίτες.

Γιώργος Σάρλης 21/10/2019 | 12:26

Ολοκληρώθηκε την Παρασκευή, μόλις σε 4 ημέρες, η διαβούλευση του Σχεδίου Νόμου (ΣχΝ) με τίτλο «Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις», το οποίο αποτελείται από τρία κεφάλαια, από τα οποία το πρώτο και το δεύτερο αφορούν αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα (ΠΚ) και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), αντίστοιχα, ενώ το τρίτο αφορά την ποινικοποίηση της διατάραξης ησυχίας. Συνιστά ένα σχέδιο νόμου, που παρεμβαίνει στην πρόσφατη μεταρρύθμιση της ποινικής πολιτικής της χώρας, μετά την ψήφιση του νέου ΠΚ και του νέου ΚΠΔ.

Η σημερινή κυβέρνηση ξεκινώντας προεκλογικά από μια έντονη αντιπολιτευτική πολεμική και από την υποδαύλιση του επικοινωνιακού ορυμαγδού που δεν έβρισκε σχεδόν τίποτα σωστό στην πρόσφατη ποινική μεταρρύθμιση, κατέληξε πριν από περίπου ένα μήνα στην από του βήματος του συνεδρίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων διά του Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Κωνσταντίνου Τσιάρα έκφραση περί του ότι συνιστούσε ένα «σπουδαίο εγχείρημα». Στο μεταξύ, μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, κι ενώ πολλοί ανέμεναν, βάσει όσων είχαν προηγηθεί, μια σαρωτική και γρήγορη παρέμβασή της στο βασικό πλαίσιο που είχαν θέσει οι νέοι κώδικες, προχώρησε στην εξής …μία αλλαγή, στο άρθρο 98 του ν. 4623/2019 με το οποίο επερχόταν συνολική αναστολή του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας (!), δηλ. ενός θεσμού που εφαρμοζόταν στη χώρα μας ήδη από το 1991, αφήνοντας την Ελλάδα χωρίς καμία απολύτως ποινή εναλλακτική του εγκλεισμού στη φυλακή.

Το παρόν σχέδιο νόμου συνιστά μια νέα φάση στη στάση της κυβέρνησης. Κατ’ αρχάς, παρουσιάζεται ως ένα σύνολο «διορθωτικών τροποποιήσεων» στους νέους κώδικες, όπως μαρτυρούν οι τίτλοι όλων σχεδόν των άρθρων του, πιθανόν αναγνωρίζοντας τα όρια του να συγκρούεται κανείς φανερά με τα πρόσφατα αποτελέσματα μιας εργασίας που προήλθε από τον αναγνωρισμένο θεσμικά τρόπο της διαδικασίας των κωδίκων, στον οποίο ενεπλάκησαν διαχρονικά καταξιωμένοι νομικοί της χώρας. Παρόλα αυτά, μόλις 3,5 μήνες μετά την ψήφιση των νέων κωδίκων, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν προλάβει να δοκιμαστούν στην πράξη, προτείνονται αρκετές αποσπασματικές τροποποιήσεις, με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, που δεν έχουν το χαρακτήρα απλών διορθώσεων και που αναμένεται να επιτείνουν τα προβλήματα ανασφάλειας δικαίου που σε κάποιο βαθμό συνοδεύουν μια μεταβατική για ορισμένο δίκαιο εποχή.

Έτσι, από τη μια, δεν προτάσσεται με διακηρυκτικό τρόπο μια συνολική αναίρεση των θεμελιωδών χαρακτηριστικών της νέας ποινικής πολιτικής που επιτρέπουν την επικέντρωση στην ταχεία αντιμετώπιση της σύγχρονης, σοβαρής εγκληματικότητας, παράλληλα με την αποτελεσματικότερη κατοχύρωση της επιείκειας και των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και του υπόπτου. Από την άλλη, όμως, όσον αφορά το πεδίο της αντιμετώπισης συγκεκριμένων εγκλημάτων, στοιχεία της νέας ποινικής πολιτικής, όπως η αποκλιμάκωση των πλαισίων ποινών, ο εκσυγχρονισμός των προβλεπόμενων εγκλημάτων, ο εξορθολογισμός της κατανομής των πράξεων σε κακουργήματα και πλημμελήματα και η πρόβλεψη ή η εμβάθυνση δικονομικών εγγυήσεων, δέχονται ιδιαίτερες επιμέρους «πιέσεις» και υφίστανται βαθιές ρωγμές, όπως θα φανεί με συγκεκριμένα παραδείγματα. Σε γενικό επίπεδο, λοιπόν, θα αναρωτιόταν κανείς αν η κυβέρνηση έγινε και η ίδια όψιμα κοινωνός της άποψης που περιλαμβανόταν στην έκθεση της επίσημης επιτροπής εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης του Μαρτίου 2019; Σύμφωνα με αυτήν η Ελλάδα δεν είχε κανένα λόγο να διατηρεί ένα σύστημα βάσει του οποίου προβλέπονταν και επιβάλλονταν κάποιες από τις υψηλότερες ποινές στην Ευρώπη, τη στιγμή που καλούνταν να αντιμετωπίσει εγκληματικότητα που κατά βάση κινούταν κάτω από το μέσο όρο των κρατών μελών του εν λόγω οργανισμού. Αν μελετήσει κανείς τι ακριβώς παραλείπεται να πραγματοποιηθεί καθώς και τι επιτελείται με την προτεινόμενη νέα τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, θα διαπιστώσει ότι όσο και αν οι δυσμενείς αλλαγές εντοπίζονται στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων εγκλημάτων συγκροτούν μια μερική, αλλά σημαντική επαναφορά του μοντέλου της πολιτικής της επίδειξης πυγμής και της στενής διασύνδεσης των αντιδράσεων της πολιτικής εξουσίας με συμβολικές -επικοινωνιακές ενέργειες σε σχέση με συγκεκριμένο κύκλο υποθέσεων.

Πρέπει, ήδη, να τονιστεί ότι η παραμένουσα σε εκκρεμότητα άρση της αναστολής του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας θα μπορούσε από μόνη της να υπονομεύσει ολόκληρο το νέο ποινολογικό οικοδόμημα και τη φιλελεύθερη φιλοσοφία του νέου ποινικού κώδικα. Στην παροχή κοινωφελούς εργασίας, μετά την κατάργηση με το νέο Ποινικό Κώδικα του –μοναδικού πανευρωπαϊκά- θεσμού της μετατροπής της φυλάκισης σε χρηματική ποινή, ανατέθηκε η εκπλήρωση της αποστολής των ποινών που επιβάλλονται εναλλακτικά, αντί του εγκλεισμού στη φυλακή, με στόχο την αποφυγή ή τον περιορισμό των συνεπειών της αποκοινωνικοποίησης του ατόμου, ιδίως της κοινωνικής περιθωριοποίησης και της υποτροπής, αλλά και τη μείωση του υπερπληθυσμού των φυλακών που στο παρελθόν είχε οδηγήσει τη χώρα σε πολλές καταδίκες για παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σχετικά με την απαγόρευση των βασανιστηρίων. Οι περιθωριακές τροποποιήσεις που προτείνονται στο ΣχΝ σε διατάξεις που αφορούν το θεσμό, τη στιγμή που αυτός τελεί εν αναστολή, μόνο ως ειρωνεία θα μπορούσαν να εκληφθούν.

Ως προς τις υπόλοιπες προτεινόμενες αλλαγές, η κεντρική αντίληψη αναπτύσσεται σε δυο άξονες σκέψεις. Σύμφωνα με τον ένα το ποινικό δίκαιο είτε μπορεί να αξιοποιείται ως το πρώτο νομοθετικό εργαλείο για την αντίδραση της πολιτείας σε ορισμένα αρνητικά φαινόμενα και σε κοινωνικά προβλήματα, παρότι υπάρχουν άλλα ηπιότερα και αποτελεσματικά μέσα, όπως λ.χ. διοικητικά μέτρα και κυρώσεις, άλλου είδους κρατικές πολιτικές κλπ, είτε μπορεί να αξιοποιείται καθ’ υπερβολή, σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που θα αναλογούσε σε ορισμένη πράξη (άρθρο 25 παρ. 1 περ. δ΄ Συντ.) με βάση το συνολικό αξιολογικό σύστημα των ποινών. Σύμφωνα με τον άλλο, το ποινικό δίκαιο μπορεί να αξιοποιείται ακόμη και για την αντιμετώπιση πράξεων που δεν προκαλούν καμία διακινδύνευση σε αναγνωρισμένα από την έννομη τάξη αγαθά. Σε δικονομικό επίπεδο δεν προβληματίζει η επέκταση των δυνατοτήτων λήψης ιδιαίτερα επαχθών αποφάσεων και δικονομικών ενεργειών ακόμη και στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, δηλαδή όσο ακόμη υπάρχει μόνο ύποπτος.

Κρίνοντας «εξ όνυχος τον λέοντα» θα έλεγε κάποιος ότι η κινητοποίηση του ποινικού δικαίου για να αντιμετωπίσει πράξεις όπως η διατάραξη ησυχίας δείχνει ότι δεν έγινε κατανοητός ο ορίζοντας της πρόσφατης μεταρρύθμισης των ποινικών θεσμών. Θυμίζει, άλλωστε, την ανέκδοτη ιστορία για εκείνον που κυνηγούσε κουνούπια με καραμπίνα. Όμως, ο ίδιος ο «λέων» της ποινικής καταστολής ολόκληρα ιδωμένος, όπως εμφανίζεται στο παρόν ΣχΝ, προοιωνίζεται μια ιστορία επαναφοράς και ανακύκλωσης διατάξεων που θέτουν ιδιαίτερους κινδύνους άσκησης αυθαίρετων ποινικών διώξεων. Έτσι, η κυβέρνηση επιχειρεί μιας εκ νέου επιμέρους αυστηροποίηση του ποινικού κώδικα με αναφορά σε εγκλήματα, με βάση τα οποία η ΝΔ προσπαθεί σταθερά να οικοδομήσει σχέσεις επικοινωνίας με μια πλευρά της κοινωνίας ευεπίφορη στα μηνύματα «μηδενικής ανοχής». Με αλλαγές στο άρθρο 187Α ΠΚ επιλέγεται να καταστούν ποινικά αδικήματα πράξεις που από μόνες τους, δηλαδή όπως ενεργούνται και μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε μέσα στον κοινωνικό χώρο, δεν φέρουν καμία επικινδυνότητα («ουδέτερες πράξεις»). Ειδικότερα, μετατρέπονται σε εγκλήματα πράξεις όπως το ταξίδι σε ορισμένο προορισμό ή η λήψη εκπαίδευσης –με παρακολούθηση μαθημάτων ή έως και με αυτοδιδασκαλία– για τις οποίες η εξεύρεση ορισμένης απαξίας αφήνεται αποκλειστικά στην έρευνα του περιεχομένου του σκοπού του ατόμου, δηλ. του αν έχει σκοπό κάποτε στο άμεσο ή απώτερο μέλλον να αξιοποιήσει αυτό το ταξίδι (λ.χ. σε μια περιοχή που θεωρείται ότι αναπτύσσεται εγκληματική δραστηριότητα) ή τα μαθήματα (λ.χ. χημείας) για να τελέσει ή να συμβάλει στην τέλεση εγκλημάτων ή –ακόμη πιο αόριστα- για να συμμετέχει στις «δραστηριότητες» μιας ομάδας που τελεί τέτοια εγκλήματα, παρότι δεν έχει αρχίσει καμιά ενέργεια που να προκαλεί ορισμένο κίνδυνο για τα έννομα αγαθά. Δύσκολα θα μπορούσε να εξηγηθεί πως θα ξεπεραστούν τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας για πράξεις που συνιστούν σαφείς περιπτώσεις ποινικοποίησης του φρονήματος, αλλά και πως οι ίδιοι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί θα καταφέρουν, ανάμεσα σε περισσότερα άτομα που ταξιδεύουν σε ορισμένο προορισμό ή που λαμβάνουν ορισμένου είδους εκπαίδευση, να ξεχωρίσουν εκείνα που έχουν σκοπό να αξιοποιήσουν στο μέλλον το ταξίδι τους ή την εκπαίδευσή τους για την τέλεση συγκεκριμένων πράξεων! Ότι είναι συνειδητή η επιλογή επέκτασης της ποινικής καταστολής καταδεικνύεται καθαρά με την αλλαγή της βασικής πράξης του άρθρου 187Α που πια μπορεί να αφορά σχεδόν κάθε έγκλημα, αφού μπορεί να πρόκειται για «έγκλημα γενικής διακινδύνευσης» ή έγκλημα κατά της «δημόσιας τάξης» (λ.χ. η διατάραξη κοινής ειρήνης). Κι αυτό, τη στιγμή που το ίδιο το έγκλημα του άρθρου 187Α είναι έγκλημα διακινδύνευσης που στρέφεται κατά της δημόσιας τάξης, οδηγώντας σε έναν ιδιότυπο «αναδιπλασιασμό» της ποινικής ευθύνης. Άλλωστε, σε δικονομικό επίπεδο προτείνονται αλλαγές στο άρθρο 243 ΚΠΔ, βάσει των οποίων θα είναι δυνατή ήδη στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, δηλ. απέναντι σε οποιονδήποτε ύποπτο για τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 187Α ΠΚ, η διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, όπως η συγκαλυμμένη έρευνα, η ανακριτική διείσδυση, οι ελεγχόμενες μεταφορές, η άρση απορρήτου, η καταγραφή δραστηριότητας με συσκευές ήχου, εικόνας κλπ.

Τα παραπάνω δεν συνιστούν απλά μια πρακτική κακής πολιτικής τοποθέτησης απέναντι σε ένα οποιοδήποτε τρέχον ζήτημα καθημερινής πολιτικής, αλλά ένα σύνολο επιλογών που είναι ασυμβίβαστες με συνταγματικές και υπερνομοθετικές αρχές για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών. Συγκροτούν μερική επιστροφή σε μια εποχή πριν από οποιαδήποτε δικαιοκρατική «κανονικότητα». Η υποχώρησή τους προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση ότι κανένα έγκλημα ποτέ δεν αφορά μόνο κάποιους «άλλους», αλλά καθέναν μέσα στην κοινωνία, και ότι η διατήρηση των βασικών θεσμών ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους, δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα διαφύλαξης των προϋποθέσεων ασφάλειας, αλλά περισσότερο ζήτημα πραγματικής κατοχύρωσης των προϋποθέσεων ανάπτυξης των ελευθεριών και των εγγυήσεων για όλους τους πολίτες.

*Ο Γιώργος Σάρλης είναι δικηγόρος και τέως Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.