Το καλοκαίρι του αστυνόμου Μπέκα

Σύμφωνα με τον Γιάννη Μαρή, ο αστυνόμος Μπέκας «ήταν άνθρωπος ντόμπρος, τίμιος, αυθόρμητος, και λιγάκι πρωτόγονος». Η εμφάνισή του ταίριαζε πιο πολύ σε συνοικιακό μπακάλη που είχε φορέσει το μαύρο κοστούμι του –ακόμη και κάτω από το εκτυφλωτικό φως της Μυκόνου

Έμυ Ντούρου 04/08/2019 | 00:00

Η αδιάφορη εμφάνισή του ήταν και το μεγαλύτερο ατού του μια και οι εγκληματίες, τους οποίους πάντα αποκάλυπτε στο τέλος, τον υποτιμούσαν, θεωρώντας ότι είχαν να κάνουν με μια εύκολη περίπτωση. Τα δεκάδες εγκλήματα που διαλεύκανε ο Μπέκας ήταν απλώς η αφορμή να μιλήσει ο Μαρής για περιπτώσεις ανθρώπων που συνάντησε κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής του καριέρας, ειδικότερα για τον υπόκοσμο που φορούσε κοστούμια, είχε ονόματα που παρέπεμπαν σε μεγάλα τζάκια και ζούσε σε εντυπωσιακές βίλες των βόρειων και νότιων προαστίων. Ο Μπέκας σπανίως πήγαινε διακοπές. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της καριέρας του βρέθηκε αρκετές φορές σε παραθαλάσσια μέρη, στο κυνήγι του δολοφόνου. Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από τις ιστορίες του που διαδραματίζονται δίπλα σε θάλασσες και πισίνες.

Η τρίτη αλήθεια

[…] Και σ’ έναν περιορισμένο κόσμο, όπως είναι ο κόσμος ενός μεγάλου ξενοδοχείου, υπάρχουν οι «τάξεις», με τα διακριτικά, αλλά σαφή σύνορά τους. Το ανακάλυψα, με αρκετή έκπληξη πρέπει να πω, στο «Τερψιχόρη Μπητς». Με την πρώτη ματιά δεν έβλεπες καμιά διάκριση. Τρώγαμε όλοι στις ίδιες τραπεζαρίες, κολυμπούσαμε –όσοι κολυμπούσαν– στην ίδια πισίνα, απολαμβάναμε την ίδια θάλασσα, τεμπελιάζαμε στις ίδιες πολυθρόνες στις βεράντες ή στον κήπο. Και αλλάζαμε σχεδόν όλοι τις «καλημέρες» και τις «καληνύχτες» μας. Κι όμως, οι «τάξεις» υπήρχαν και κατά ένα τρόπο ιδιόρρυθμο, κρατούσαν τις αποστάσεις. Ολοι –ή τουλάχιστον οι περισσότεροι–  από τους ενοίκους του «Τερψιχόρη Μπητς» ήταν άνθρωποι με οικονομική άνεση κι οι περισσότεροι ανάμεσά τους πλούσιοι. Κι όμως τάξεις υπήρχαν και κάθε μια ζούσε στον «κόσμο» της. Δεν χρειάστηκε περισσότερο από δυο μέρες για να τις ξεχωρίσω. Βασικά, η «κοινωνία» του ξενοδοχείου μας χωριζόταν σε τρεις κατηγορίες. Πρώτη ήταν οι ξένοι. Σίγουρα είχαν κι εκείνοι τις διαβαθμίσεις τους, αλλά δεν τις ξεχώριζες εύκολα. Υστερα οι άνθρωποι που είχαν λεφτά, αλλά αυτά τα λεφτά ή είχαν αποκτηθεί πολύ πρόσφατα ή δεν συνοδεύονταν με τη σχετική καλλιέργεια ή την κοινωνική θέση. Τέλος, ήταν ο πολύ μικρότερος κύκλος των ανθρώπων που ήταν «κάτι». Περιουσίες που βρίσκονταν σε πολύ μεγάλη απόσταση από τις άλλες, ονόματα, κοινές αναμνήσεις από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, συναντήσεις σε ξένες πρεσβείες. Και δεν χρειάστηκε πολλή προσοχή για να διακρίνω πως το πιο διακεκριμένο πρόσωπο σ’ αυτή την κατηγορία ήταν ο κ. Ιωακείμ Μέξης.

Εγκλημα στην Υδρα

Καθώς κάπνιζε το τσιγάρο του, ακουμπισμένος στην κουπαστή της πρώτης θέσης, έκανε τη σκέψη: «Είναι περίεργο, αλλά σήμερα όλες οι γυναίκες –τουλάχιστον όλες οι νέες γυναίκες– τα καταφέρνουν να είναι όμορφες». Μια σκέψη που την υπαγόρευε το όμορφο καλοκαιριάτικο πρωινό, τα φρεσκογυαλισμένα εξαρτήματα του πλοίου και η διάθεση της στιγμής. Εχει πάντοτε κανείς καλή διάθεση όταν πάει για είκοσι μέρες σ’ ένα νησί, απαλλαγμένος από τις σκοτούρες μιας ανιαρής δουλειάς και αποφασισμένος να ζήσει ακριβώς αντίθετα από τον καθημερινό τρόπο της ζωής του. Είναι τα σπορ, τα μπάνια και το φτηνό καλοκαιριάτικο ντύσιμο που τις κάνουν να είναι ωραίες κάθε μια με τον τρόπο της, συμπλήρωσε τη σκέψη του.

[…] Στάθηκε πλάι της κοιτάζοντας το βιβλίο που εκείνη διάβαζε. Το μάτι του κάτι πήρε από τον τίτλο του. «Σας αρέσει…». Δεν πρόφτασε το υπόλοιπο, αλλά το μάντεψε «Σας αρέσει ο Μπραμς;». Φυσικά με ένα τέτοιο προσωπάκι, τέτοιο ντύσιμο, τέτοια έκφραση, δεν μπορούσε παρά να διαβάζει Φρανσουάζ Σαγκάν. Ηταν έτοιμος να πει κάτι για το βιβλίο και τη συγγραφέα του, όταν η κοπέλα άφησε το μυθιστόρημα στα πόδια της και σήκωσε επάνω του δυο μάτια που χαμογελούσαν.

[…] Την ξαναείδε το ίδιο βράδυ στην «Λαγουδέρα», ανάμεσα σε μια διεθνή ομάδα μελαμψών ανθρώπων, που ήταν ξυπόλητοι, μιλούσαν όλες τις γλώσσες του κόσμου και προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον στη φασαρία. Εκείνος έπινε κάτι μόνος του και η Μαίρη περνούσε από τη μια αγκαλιά στην άλλη, χορεύοντας όλους τους χορούς της μόδας. Κάποτε ξέφυγε από τους φίλους της και ήρθε κοντά του.

[…] Τον ξύπνησαν στις οχτώ. Ο ξενοδόχος κι ένας μελαχρινός τύπος πίσω του.

  • Ο κ. Δεσύπρης;
  • Ο ίδιος, απάντησε αγουροξυπνημένος.
  • Σας παρακαλώ να ντυθείτε και να με ακολουθήσετε.
  • Πού;
  • Στο τμήμα Χωροφυλακής.
  • Γιατί;
  • Θα σας το εξηγήσει ο αστυνόμος εκεί.

Το κεφάλι του Απόλλωνος

[…] Στις έξι και μισή ο «Μώλος» της Μυκόνου ήταν έρημος. Στις οχτώ η μικρή παραλία γέμισε από ένα πολύχρωμο πλήθος παραθεριστών με «σορτς», ψαράδικα παντελόνια, χτυπητά υφαντά πουκάμισα, πέδιλα, ψάθινα καπέλα σε Μαλαισιακό σχήμα. Μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι των χρωμάτων στα γυμνά γυναικεία κι ανδρικά πόδια, στη μελαμψή σάρκα που προσφερόταν άφθονα στον ήλιο και στο μελτέμι της Μυκόνου, ο αστυνόμος Μπέκας με το μπλε κοστούμι του, το κουμπωμένο σακάκι, τη γραβάτα και τα μαύρα παπούτσια, έμοιαζε σαν την «μυίγα;;; μεσ’ στο γάλα». Ενα χτυπητό «φάλτσο» στην μυκονιάτικη «συμφωνία του καλοκαιριού».

Το καλοκαίρι του φόβου

[…] Ο Τζο Χατζηγρηγόρης σηκώθηκε χωρίς βία. Την ώρα όμως που ο Μπέκας ήταν έτοιμος να φύγει, από την ανοιχτή πόρτα της βεράντας μπήκαν δυο καινούργια πρόσωπα. Φορούσαν κι οι δυο τα μπανιερά τους. Ο άντρας ήταν ψηλός, αθλητικός, ηλιοψημένος και η γυναίκα ακόμα υγρή από τη θάλασσα. Το μικροσκοπικό μπικίνι της έδειχνε σ’ όλη του τη θηλυκότητα ένα σώμα αλά Ράκελ Γουέλτς. Κοίταξαν κι οι δυο με απορία τον Μπέκα, που με το ύφος του και το κοστούμι του αποτελούσε μια χτυπητή παραφωνία μέσα στην πολυτέλεια του σπιτιού και στους μισόγυμνους ενοίκους του.

Αυστηρώς προσωπικό

[…] Ο μικρός, πλαστικός ανεμιστήρας ήταν το μόνο καινούργιο και εμφανίσιμο αντικείμενο μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο της λαϊκής αυλής, που μύριζε στέρηση και φτώχεια με καθετί. Ο άνθρωπος που καθόταν κάτω από τον ανεμιστήρα, ήταν μικρόσωμος, αδύνατος, μ’ ένα ανήσυχο βλέμμα κυνηγημένου ζώου. Από το ανοιχτό πουκάμισο φαινόταν το άσαρκο στήθος με τις άσπρες τρίχες. Ηταν φανερό πως βασανιζόταν από τη ζέστη και κάθε τόσο άνοιγε το πουκάμισο, για να δεχτεί καλύτερα το λίγο δροσερό κύμα που έστελνε ο μικρός ανεμιστήρας. Η γυναίκα, το ίδιο μίζερη και κακορίζικη όπως εκείνος, ήταν σκυμμένη στη σκάφη, έξω από την πόρτα του δωματίου, που αποτελούσε όλο το σπίτι τους, στην αυλή. Ηταν εκείνη που υποδέχτηκε, σκουπίζοντας τα χέρια την ποδιά της, τον ταχυδρόμο.

[…] Από τη βεράντα της βίλας του, ο βιομήχανος Μαριδόγλου καμάρωνε το μικρό του γιο, που έπαιζε με τα κουβαδάκια του στην αμμουδιά. Η Γαλλίδα γκουβερνάντα, φορώντας το μαγιό της, τον πρόσεχε άγρυπνα, χωρίς να απομακρύνεται βήμα από κοντά του. «Εχει όμορφο σώμα», σκέφτηκε ο Μαριδόγλου. Η σκέψη του ήταν αντικειμενική, αδιάφορη, μια απλή διαπίστωση. Οπως θα σκεφτόταν «αυτό το σπίτι είναι μεγάλο» ή «αυτό το αυτοκίνητο έχει μαύρο χρώμα». Από τότε που είχε παντρευτεί την πολύ νεότερή του κι εξαιρετικά όμορφη γυναίκα του, δεν υπήρχαν στον κόσμο άλλα θηλυκά για κείνον. Προσπάθησε να ξεχωρίσει τη γυναίκα του στη θάλασσα, σκιάζοντας με την παλάμη τα μάτια του. Η κ. Μαριδόγλου προχωρούσε στ’ ανοιχτά με τις σίγουρες κινήσεις του ανθρώπου που κατέχει τη θάλασσα. Ηταν δυνατή κολυμβήτρια, αλλά παρόλα αυτά, κάθε φορά που εκείνη ανοιγόταν στα βαθιά, ο βιομήχανος ένοιωθε κάποιο φόβο να του σφίγγει την καρδιά. Δεν ησύχαζε παρά μόνο όταν την έβλεπε να βγαίνει στην ξηρά, τινάζοντας τα βρεγμένα μαλλιά της πίσω και αφήνοντας μικρές φωνές, όπως η καυτή άμμος της έκαιγε τις πατούσες.

[…] – Ε, κύριε! Φώναξε πάλι ο Βυθούλκας.

Τρομαγμένος άκουσε ένα αυτοκίνητο – θα ήταν εκείνο που είχε δει να σταματά έξω από την καμπάνα. Αμέσως ένα δεύτερο. Τρομοκρατημένος κοίταξε γύρω του, πού θα μπορούσε να κρυφτεί. Δεν βρήκε τίποτε, έξω από την πόρτα που έβγαινε στην πλαζ. Την άνοιξε βιαστικά, βρέθηκε έξω και την ξανάκλεισε, την ώρα που η αντίθετη πόρτα της εισόδου άνοιγε.

Βρισκόταν τώρα στην πλευρά της πλαζ. Είδε ηλιοψημένα κορμιά, ξαπλωμένα στην αμμουδιά, άκουσε ένα γέλιο πολύ κοντά του, είδε ένα ζευγάρι που περνούσε αγκαλιασμένο. Στη διπλανή καμπάνα άνοιξη η πόρτα κι ένας τύπος μ’ εντυπωσιακή κοιλιά, κι ένα παντελόνι, που του έφτανε λίγο κάτω από τα γόνατα, βγήκε και, ανοίγοντας τα χέρια του, πήρε μια βαθιά εισπνοή. Ασφαλώς ξυπνούσε εκείνη την ώρα. Ο Βυθούλκας κοίταξε γύρω του, σαν αγρίμι που πιάστηκε στην παγίδα.

Τα βιβλία του Γιάννη Μαρή, από τα οποία προέρχονται τα αποσπάσματα, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ατλαντίς. Η εφημερίδα διατήρησε την ορθογραφία των πρωτότυπων κειμένων.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.