Αν ήταν χώρος τι θα ήταν;

Το 2020 θα έπρεπε να είναι μία βίλα στα νότια ή βόρεια προάστια, αλλά δυστυχώς για τους περισσότερους ήταν ένα συνωστισμένο διαμέρισμα

Φοίβος Καλλίτσης 29/12/2020 | 09:00

Ας ξεκινήσουμε από το τέλος. Δεκέμβριος του 2020, ένας λευκός, μεσοαστός, σαραντάρης, Έλληνας υπήκοος, ο οποίος για την ώρα εργάζεται και λαμβάνει μισθό, γράφει από το σπίτι του, το οποίο έχει ένα δωμάτιο με ησυχία και θέρμανση. Πρέπει να κάνει ένα παιχνίδι «Κινέζικων πορτρέτων» και να συνοψίσει το ερώτημα «αν το 2020 ήταν χώρος τι χώρος θα ήταν;». Παράλληλα  πρέπει να θυμάται ότι παρατηρεί τον κόσμο, την κοινωνία, τις μεταλλαγές των πραγμάτων από μία συγκεκριμένη θέση, και σίγουρα κάτι θα ξεχάσει.
Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε αυτή η εισαγωγή, η οποία τοποθετεί στοιχειωδώς το κείμενο στο χώρο, στο χρόνο και στην κοινωνία, ας ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι του «αν ήταν χώρος τι θα ήταν;».
Το 2020 θα ήταν ένας τόπος που κανείς δε θέλει να ζήσει, μία δυστοπία. 

Για τον άγγλο φιλόσοφο John Stuart Mill, η «δυστοπία» είναι ένας τόπος που όπως, «η ουτοπία, είναι πολύ καλός για να είναι εφικτός, είναι πολύ κακός για να είναι εφικτός». Και όμως το 2020 ήταν η χρονιά που προσέγγισε σε τρομακτικό βαθμό να υλοποιήσει δυστοπικές αναπαραστάσεις επιστημονικής φαντασίας. Για κάποιους μήνες οι δρόμοι άδειασαν από ζωή, φοβόμαστε να πλησιάσουμε ο ένας στον άλλο, ένας ιός απειλεί την ανθρώπινη ύπαρξη και τον πολιτισμό, το κράτος ορίζει τις μετακινήσεις μας, τις συναντήσεις μας και οποιαδήποτε φωνή θέτει ερωτήματα αποσιωπάται στο όνομα του κατεπείγοντος. Η κακοπληρωμένη εργατική τάξη πρέπει να πηγαίνει στη δουλειά για να μην καταρρεύσει το σύμπαν, θέτοντας τον εαυτό της σε κίνδυνο, η μεσαία τάξη και οι μικροεπιχειρήσεις δυσκολεύονται να επιβιώσουν, ενώ τα καλοπληρωμένα στελέχη μπορούν να δουλεύουν από την ασφάλεια και άνεση του σπιτιού τους. Ήταν η χρονιά που ο δημόσιος χώρος, ειδικά ο δημόσιος χώρος της πόλης, βγήκε από τη ζωή μας, ενώ την ίδια στιγμή υπήρξε μία τεράστια εισβολή στον ιδιωτικό χώρο, το οποίο δεν είναι πλέον το καταφύγιο των ατομικών ελευθεριών.

Το 2020 θα έπρεπε να είναι μία βίλα στα νότια ή βόρεια προάστια, αλλά δυστυχώς για τους περισσότερους ήταν ένα συνωστισμένο διαμέρισμα.

Μία βίλα έχει χώρους για να μπορέσει να φιλοξενήσει την τηλεργασία και την τηλεκπαίδευση, η εισβολή των οποίων στο σαλόνι, την κουζίνα και την κρεβατοκάμαρα ανέτρεψε μία ιδεολογία που προβάλει την ιδιοκτησία και το ιδιωτικό ως το απόλυτο καταφύγιο των ατομικών ελευθεριών. Συνήθως στις περιοχές των υψηλών εισοδημάτων υπάρχουν οι χώροι πρασίνου, ευρύχωρα πεζοδρόμια και κήποι που επιτρέπουν την μετακίνηση 6 για σύντομη άθληση ή βόλτα κοντά στην κατοικία. Αντίθετα στο αστικό διαμέρισμα, οι ανοιχτές κάμερες επιβάλουν εντός του ιδιωτικού ένα φιλτράρισμα που συνήθως συνδέεται με το δημόσιο, καθώς προσκαλούν συναδέλφους, συμμαθητές και γονείς σε κάθε σπίτι. Οι δυσκολίες δεν είναι οι ίδιες για άντρες και γυναίκες, παιδιά, εφήβους και ενηλίκους, ζευγάρια ή μόνους και μόνες, άτομα που έχουν να φροντίσουν κάποιον, ημεδαπούς και αλλοδαπούς.

Το 2020 θα ήταν ένα κλειδωμένο κτίριο.

Η απόδραση από το σπίτι δυσκολεύει, δημόσιοι χώροι και κτίρια εκκενώνονται και ο συνωστισμός σε κάποιες κατοικίες υπενθυμίζει τις κοινωνικές ανισότητες ενός συστήματος που αδιαφορεί. Σχολεία που προκειμένου να μην ενισχυθούν ώστε να έχουν μικρότερα τμήματα ώστε να τηρούνται αποστάσεις μένουν άδεια, δάσκαλοι που πρέπει να διδάσκουν από το σπίτι τους με δικά τους μέσα και έξοδα, γονείς που πρέπει να εργαστούν και παράλληλα να επιβλέπουν το παιδί τους. Πίσω από κλειδωμένες πόρτες και κλειδωμένους πολίτες δεν υπάρχει απόδραση από την ενδοοικογενειακή βία, η οποία εντείνεται λόγω της απουσίας απόδρασης. 

Το 2020 θα ήταν ένα άδειο θέατρο, ένα άδειο μουσείο.

Ήταν η χρονιά που οι χώροι πολιτισμού άνοιξαν μόνο για τους τουρίστες, τον υπόλοιπο χρόνο παρέμειναν κλειστοί. Μπορεί ως θετικό να μένει η ευκαιρία να δούμε θεάματα που παλαιότερα δε θα βλέπαμε, είτε γιατί άνοιξαν παγκοσμίως τα αρχεία των θεάτρων και των λυρικών σκηνών, είτε γιατί οργανώθηκαν διαδικτυακές παραστάσεις και συναυλίες και κινηματογραφικά φεστιβάλ μεταφέρθηκαν σε ψηφιακές πλατφόρμες. Τίποτα από όλα αυτά όμως δε αντισταθμίζει τις συνέπειες στο χώρο του πολιτισμού και της τέχνης, και του καλλιτέχνες που μόνη ελπίδα να συναντήσουν το κοινό τους είναι το πανηγύρι του 2021, λίγο πριν εθνικά περήφανοι ξανακλειστούμε όλοι μέσα.

Το 2020 θα ήταν μία άδεια πλατεία ή μάλλον μία πλατεία την οποία άδειασε η αστυνομία.

«Βγαίνω να κάνω μια βόλτα να ξεσκάσω» είναι μία φράση που δεν συνοδεύεται από την απλή κίνηση του ανοίγματος και του κλεισίματος μιας πόρτας. Επιβάλει την ενημέρωση της κυβέρνησης, του περιορισμού της ώρας, της πιθανής υποβολής σε οποιοδήποτε έλεγχο, ενώ η έξοδος δεν αποτελεί ξέσκασμα. Ένας περίπατος στο κέντρο αρκεί για να διαπιστώσεις ότι όσα λαμπάκια και αν αγόρασε ο δήμος, το βασικό διακοσμητικό στοιχείο είναι μία τετράδα αστυνομικών σε κάθε γωνία, να στεκάρουν και, με την παρουσία τους, να υπενθυμίζουν στα σώματα που κινούνται στο χώρο ότι είναι υπό διαρκή έλεγχο. Η πανδημία ενίσχυσε τη μεταλλαγή του δημόσιου χώρου από το χώρο που η Hana Arendt ορίζει ως το «χώρο όπου η ελευθερία μπορεί να υπάρξει», σε ένα χώρο ελέγχου, όπου κυριαρχεί η καταστολή. Ο δημόσιος χώρος ως υλική υπόσταση απογυμνώθηκε από τα κοινά, με κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να δράττονται, στο όνομα της ασφάλειας, άλλης μίας ευκαιρίας να εξαλείψουν οποιοδήποτε ίχνος διεκδίκησης και επιτρέποντας στις δυνάμεις καταστολής να λειτουργούν εν λευκώ - και όλα αυτά στις χώρες που αυτοπροβάλλονται ως εγγυητές της δημοκρατίας. Αν τα αυξημένα μέτρα ασφάλειας μετά την 11η Σεπτεμβρίου παραμένουν είκοσι χρόνια μετά σε παγκόσμιο επίπεδο, πιθανότατα οι νόμοι του κατεπείγοντος που «προστατεύουν» την αστυνομία θα παραμείνουν. 

Το 2020 θα ήταν ο μεγάλος περίπατος

Ακριβώς μία επιφανειακή προσέγγιση εντυπωσιασμού και περιττών εξόδων, η οποία δεν περιλαμβάνει τους πολίτες στο σχεδιασμό του δημόσιου χώρου και στο τέλος αποτυγχάνει αλλά παραμένει παρούσα – αντίστοιχα μπορεί να μιλήσει κανείς για την Ακρόπολη, τους στολισμούς, κ.ο.κ. Τρισδιάστατες απεικονίσεις και επικοινωνιακά τρικ ανέδειξαν ότι ο δημόσιος χώρος για το 2020 υποβιβάζεται στις φωτογραφίες εγκαινίων. Σε μια εποχή που ο επανασχεδιασμός του δημόσιου χώρου αποτελεί απαίτηση ώστε να είναι διαχειρίσιμη η αστική πυκνότητα και να μπορούν οι κάτοικοι να κινηθούν με βάση τα νέα δεδομένα τήρησης αποστάσεων, αντί της ενίσχυσης υποδομών, επιλέχτηκε η ταχύτητα, οι πρόχειρες λύσεις και η αντιγραφή ιδεών. Εντός της ηχηρής απουσίας διαβούλευσης και συμμετοχικού σχεδιασμού που θα επέβαλαν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η συμμετοχή των πολιτών μέσω της καλλιέργειας κάνναβης ανέδειξε αιτήματα που δυσκολεύεται να διαχειριστεί για την ώρα μία συντηρητική πολιτική ματιά. Και ίσως για αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι…

…το 2020 θα ήταν ο τοίχος με τα συνθήματα

Είτε αυτό συνέβη σε ψηφιακό ή σε υλικό επίπεδο, ήταν μία χρονιά που πολλοί και πολλές στάθηκαν απέναντι όχι μόνο σε δυνάμεις καταστολής, αλλά και σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι που ήθελε να παρουσιάσει ως «υπευθυνότητα» όχι την τήρηση υγειονομικών πρωτοκόλλων, αλλά τη μη αντίδραση στις κυβερνήσεις. Ομιλίες, συναυλίες, παρουσιάσεις στον ψηφιακό κόσμο τόλμησαν να θέσουν ερωτήματα ακόμη και αν η διαρκής απάντηση ήταν «δεν είναι του παρόντος». Παρά τα δρακόντεια μέτρα κάποιοι τόλμησαν να βγουν στο δρόμο, για την πρωτομαγιά, τη δίκη της Χρυσής Αυγής, τον εορτασμό του Πολυτεχνείου, τη μέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, για το Black Live Matters, να εναντιωθεί στο νόμο κατά των εκτρώσεων Πολωνία. Μπορούμε να τα δούμε όλα τα παραπάνω ως μάταιες προσπάθειες σε ένα φόντο σκοτεινό, όμως μπορούμε και να θυμόμαστε πώς γελάσαμε με το χιούμορ και την ειρωνεία κάποιων συνθημάτων, τη συγκίνηση των εικόνων από διαμαρτυρίες. Να θυμόμαστε ότι σε μία δυστοπία δε θα υπήρχαν τόσες αναταράξεις της προβεβλημένης κανονικότητας.

Το 2020 ήταν ένας αριθμός και πέρασε, ας δούμε πώς θα πράξουμε για να μη συνεχιστεί.

* Ο δρ. Φοίβος Καλλίτσης διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Portsmouth