«Κι εμείς δεν έχουμε ιδέα τί θα απογίνουμε!»

Στο camp της Frakapor έβλεπες παντού πολύχρωμα λαμπάκια, όπως και οπουδήποτε στην πόλη εκείνες τις μέρες. «Για πόσο ακόμα θα μας έχουν εδώ; Το μόνο που ζητάμε είναι να ζήσουμε όπως ο υπόλοιπος κόσμος», αφηγείται ο Dejwar, ο ανήλικος πρόσφυγας από τη Συρία.

Συραγώ Λιάτσικου 25/12/2018 | 13:05

Στους δρόμους του κέντρου συναντούσες μικρούς και μεγάλους να κάνουν την βόλτα τους στην στολισμένη Θεσσαλονίκη, τυλιγμένοι με τα μάλλινα κασκόλ και τα ζεστά παλτά τους, μιας και το χιόνι και η παγωνιά είχαν κάνει για τα καλά την εμφάνισή τους τον χειμώνα του 2016.

Ο Dejwar έφυγε από την Συρία κατά τη διάρκεια του πολέμου χωρίς τους γονείς του, για να βρεθεί σε ένα «κέντρο φιλοξενίας», ή απλά camp, όπως το αποκαλούν οι ίδιοι οι πρόσφυγες. Τις μέρες αυτές, στα τέλη του 2016, οι πρόσφυγες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον πιο «ζόρικο» χειμώνα των τελευταίων ετών στην Ελλάδα.

«Ασυνόδευτος ανήλικος», όπως είναι και η επίσημη ορολογία που χρησιμοποιούν«αρχές» και Διεθνείς Οργανισμοί για να περιγράψουν τα παιδιά πρόσφυγες που βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς κάποιον ενήλικα που να έχει την ευθύνη γι’ αυτούς. Ο Dejwar βρέθηκε μια μέρα μέσα σε πλαστική βάρκα να διασχίζει τα επικίνδυνα νερά του Αιγαίου, αναζητώντας την ασφάλεια μακριά από τον πόλεμο. Κι ένα καλύτερο μέλλον. Ωστόσο, οι εμπειρίες που έζησε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα, δεν ήταν αυτό που είχε φανταστεί.

Το camp της Frakapor «φιλοξενούσε» περίπου 700 άτομα, οικογένειες και νέους, κουρδικής καταγωγής από την Συρία. «Αυτό το camp μου χάρισε πολλούς φίλους, παρά τις δύσκολες καταστάσεις που ζήσαμε», θυμάται ο Dejwar μιλώντας στο koutipandoras.gr. Το κτίριο, μια παλιά αποθήκη ελαστικών. Οι σκηνές που ήταν στοιχισμένες στους διαδρόμους της, προστατευόταν μονάχα από μια σκεπή, καθώς υπήρχαν ανοιχτές πύλες παντού από όπου έμπαινε ο αέρας τον χειμώνα. Σε μια απομονωμένη περιοχή, δίπλα στον Βιολογικό καθαρισμό της Θεσσαλονίκης, από τον οποίο τα αέρια και οι οσμές είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα. Αυτό βέβαια, ήταν μόνο ένα από τα προβλήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν.

Η περίοδος των γιορτών, ξεχωριστή και γεμάτη αντιφάσεις. Εκδηλώσεις με μουσική, χορό και γλυκά από τη μια, παγωνιά και απόγνωση τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας. Οι πρώτες εκδηλώσεις ξεκίνησαν πριν τον ερχομό των Χριστουγέννων, σε μια – μάλλον αμήχανη - προσπάθεια των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνταν στο camp να συμβάλουν στην δημιουργία γιορτινού κλίματος. Το τραγούδι «snowflakes» ήταν αυτό που επέλεξαν να «προβάρουν» με τα μικρότερα παιδιά. «Τι ειρωνεία» θα σκεφτόσουν λίγες μέρες μετά, όταν άρχιζε να πέφτει για τα καλά το χιόνι και η θέρμανση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στο camp. Το πρόγραμμα είχε παιδικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια στα Αγγλικά και, τέλος, μουσική, τσάι, χυμός και γλυκά. Ή μάλλον έτσι έλεγε το πρόγραμμα. Και ξαφνικά, τα παιδιά αναλαμβάνουν δράση. Από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, μαζεύονται σε μια γωνιά για να πουν το «τραγούδι» που ετοίμαζαν τόσο καιρό. Να τραγουδήσουν για όλους αυτούς που άφησαν πίσω να πολεμάνε. Προς έκπληξη όλων των «άλλων», τα παιδιά με τα πιο περήφανα βλέμματα, είπαν ένα τραγούδι για την ελευθερία, με αναφορές στις ομάδες των κουρδικών πολιτοφυλακών YPG και YPJ, με τους γονείς γεμάτους συγκίνηση να σηκώνουν τις γροθιές τους.   

Μέσα σε λίγες μέρες, το σκηνικό αλλάζει εντελώς. Χιόνια και παγωνιά για αρκετές μέρες, σε έναν χώρο που «μπάζει» από παντού. Μόνη θέρμανση κάποια χαλασμένα αερόθερμα και οι φωτιές στις οποίες οι πρόσφυγες έκαιγαν ό,τι έβρισκαν, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ζεστάνουν τα παιδιά τους, έστω και στιγμιαία. «Δεν ήταν μέρος αυτό για να ζεις! Άσε που οι ασθένειες έπαιρναν επιδημικά χαρακτηριστικά, με τα μικρά παιδιά να αρρωσταίνουν πρώτα. Κι αυτό γιατί υπήρχε τόσο μεγάλη αδιαφορία για την καθαριότητα και την θέρμανση από τους υπεύθυνους» αναφέρει ο Dejwar, και συνεχίζει: «Οι ΜΚΟ που έρχονταν να βοηθήσουν έκαναν πολύ λιγότερα από εμάς. Όποτε είχαμε κάποιο πρόβλημα, μαζευόμασταν, συζητούσαμε και μετά βρίσκαμε μια λύση και κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Είχαμε φτιάξει μια ομάδα νέων, με γυναίκες και άντρες μεταξύ 15 και 35 χρονών. Αποφασίσαμε να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Καθαρίσαμε, αναμορφώσαμε όπως μπορούσαμε το camp για να ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες μας».

«Την μέρα της Πρωτοχρονιάς είχε πολύ κρύο», θυμάται. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο Nikolas, ένας εθελοντής, με έναν σάκο γεμάτο γλυκά. Τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να μην δείξουν τον ενθουσιασμό τους και άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά του. «Τα χαμόγελα στα πρόσωπά τους σε έκαναν να ξεχνάς, έστω και για λίγο, το κρύο και τον χειμώνα», συνεχίζει. Το απόγευμα, όλοι οι γονείς μαζεύτηκαν, με την σειρά τους, να αγοράσουν γλυκά. Το πιο κοντινό μαγαζί ήταν μισή ώρα μακριά με τα πόδια. «Έφεραν τα γλυκά, βάλαμε μουσική και χορεύαμε όλοι μαζί, σαν μια μεγάλη οικογένεια», περιγράφει με νοσταλγία.

 Η συνθήκη της μετανάστευσης τους έκανε μια γροθιά, μια οικογένεια, όπως είπε, κι ας μην ήταν μαζί με τους γονείς του. Αποτελούσαν μια κοινότητα όπου ο καθένας κουβαλούσε μια όμορφη ανάμνηση από το σπίτι πριν τον πόλεμο.

«Νιώθω πολύ χαρούμενος όταν θυμάμαι αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν σαν να είμαστε εμείς από την μια μεριά και ολόκληρος ο κόσμος από την άλλη. Όλοι οι άλλοι να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά μες στην πολυτέλεια, στα σπίτια τους, με τις οικογένειές τους και να έχουν μια καλή ζωή, χωρίς προβλήματα. Κι εμείς να μην έχουμε ιδέα τι θα απογίνουμε! Τι μας περιμένει αύριο; Για πόσο ακόμα θα μας έχουν εδώ; Ενώ το μόνο που ζητάμε είναι να ζήσουμε όπως ο υπόλοιπος κόσμος…»

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.