Το Ισλάμ στην Ελλάδα: Η πρόκληση της πρόσληψής του ως «πρόκλησης»

Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας στη διαμόρφωση μιας «ευρωπαϊκής» εικόνας του ισλάμ εδράζεται κυρίως στο γεγονός πως αποτελεί η ίδια παράδειγμα ιστορικού πολιτισμικού σταυροδρομιού μεταξύ Ευρώπης και ισλάμ

Ιχάμπ Σαμπάνα 28/01/2020 | 09:00

Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Ελλάδα αποτέλεσε ένα μικρό χωνευτήρι πολιτισμών και θρησκειών. Η απεδαφοποίηση του ισλάμ από τον ιστορικό του χώρο ενεργοποίησε παράλληλα και την πρόκληση της διαχείρισης ζητημάτων αναφορικά με το ισλάμ στην Ελλάδα, τα οποία παραδοσιακά ανάγονταν με γραμμικό τρόπο στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Η πρόκληση όμως αυτή ευθυγραμμίστηκε με κυρίως δύο συλλογιστικές που αποκάλυπταν τις ακραιφνώς (λανθάνουσες) ρατσιστικές συνδηλώσεις των πολιτικών διαχείρισης: από τη μία την ανύψωση της δημογραφικής και θρησκευτικής αλλοίωσης της Ελλάδας από τον κίνδυνο «εξ ανατολών» – συμπεριλαμβανομένων των μουσουλμάνων των Βαλκανίων.

Από την άλλη, την αγωνιώδη αναζήτηση σφυρηλάτησης ενός ενιαίου μετώπου ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στα αραβομουσουλμανικά κράτη και στην αυξανόμενη διάχυση αντιδραστικών ιδεών από τη μεριά των τελευταίων, όπως λόγου χάρη του πολιτικού ισλάμ. Οι διαδικασίες αυτές έχουν επιτρέψει την παρερμηνεία του ισλάμ και της θρησκευτικότητάς του. Οι επιπτώσεις των παρερμηνειών αυτών δίνουν προβάδισμα σε στέρφες προσεγγίσεις. Δύο από αυτές είναι η πρόσληψη του ισλάμ ως ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου κουλτούρας και θρησκείας –αγνοώντας την πολυπλοκότητα και την ανομοιογένειά του– και, δεύτερον, η «μειονοτική» του διάσταση στον ευρωπαϊκό χώρο. Η τελευταία προσέγγιση αποκλείει αξιωματικά τις ιστορικές συναντήσεις Ευρώπης και ισλάμ (π.χ. στο πεδίο των επιστημών και της πολιτικής) οι οποίες αναντίρρητα επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση αμφότερων των μετανεωτερικών ταυτοτήτων.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση. Η ιδιαιτερότητα όμως της Ελλάδας στη διαμόρφωση μιας «ευρωπαϊκής» εικόνας του ισλάμ εδράζεται κυρίως στο γεγονός πως αποτελεί η ίδια παράδειγμα ιστορικού πολιτισμικού σταυροδρομιού μεταξύ Ευρώπης και ισλάμ, ενώ ταυτόχρονα εδώ και κάποιες δεκαετίες είναι χώρα υποδοχής μουσουλμάνων μεταναστών. Οι παραπάνω παράγοντες αναπόφευκτα θολώνουν την προσπάθεια της ανάγνωσης των προκλήσεων και της εκτίμησης των αναγκών αναφορικά με την «πρόκληση» του ισλάμ στην ελληνική περίπτωση.

Οι προκλήσεις αυτές συνοψίζονται κυρίως σε τρεις: το προσφυγικό ζήτημα, τη σύνδεση του ισλάμ και της Τουρκίας με την καθυστέρηση της Ελλάδας και τις επιπλοκές της σύμπλευσης της πολιτικής ηγεσίας της χώρας με τις δικτατορίες του αραβικού χώρου.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

Το προσφυγικό συνδέεται άμεσα με την εντεινόμενη παρουσία και ορατότητα του ισλάμ στην Ελλάδα. Η πρόδηλη «μειονοτική» κατάσταση στην οποία επιμένουν να τοποθετούν οι κρατικές αρχές τους πρόσφυγες/μετανάστες στην Ελλάδα επεκτείνει και θεσμοποιεί ακόμη περισσότερο την απόσταση και την αποξένωση από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Με τον τρόπο αυτό κατασκευάζεται επανειλημμένα ένα εθνοτικό ισλάμ που υπερβαίνει τα εθνικά όρια των χωρών καταγωγής και στρέφεται προς μια οικουμενική αντίληψη της ισλαμικής κοινότητας. Για παράδειγμα, η πρόσληψη της ενιαίας πολιτισμικής καταγωγής –αν και ενίοτε αναγνωρίζονται ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις– συλλήβδην του προσφυγικού/μεταναστευτικού πληθυσμού στην Ελλάδα οδηγεί και στην ανάπτυξη ομότυπων και απρόσωπων πολιτικών. Η ιδέα αυτή όμως εγείρει σθεναρές αμφισβητήσεις και αντινομίες.

Αντινομίες οι οποίες μπορούν να στηριχτούν σε αντίστοιχα επιτυχημένα ή αποτυχημένα παραδείγματα – στα αντίστοιχα φυσικά ιστορικά συμφραζόμενα– της Βρετανίας ή της Γαλλίας στη διαχείριση του «αλλογενούς» εγχώριου ισλάμ. Αυτό που κυρίως αποτυγχάνεται να παρατηρηθεί στην προκειμένη περίπτωση είναι η επανίδρυση ενός «εξευρωπαϊσμένου» ισλάμ σε διασπορικό πλέον χώρο. Τα χαρακτηριστικά αυτού του ισλάμ κυριαρχούνται πρωτίστως από διαδικασίες που στόχο έχουν την επανιδιοποίηση της θρησκευτικότητας αλλά και την ανακατασκευή των ταυτοτήτων σε μια χώρα με τις δικές της δυναμικές. Αυτό συνεπάγεται και την ανάγκη εκρίζωσης των ουσιοκρατικών προσεγγίσεων για το ισλάμ.

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Για πολλούς στην Ελλάδα το ισλάμ αντιπροσωπεύει οπισθοδρομικές αξίες. Η αντίληψη αυτή συνάγεται από την ευθεία αναγωγή της ισλαμικής θρησκείας στην πολιτισμική καθυστέρηση που επέβαλε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συνεπώς, η δεύτερη πρόκληση που προκύπτει είναι η στάση της Τουρκίας αναφορικά με το προσφυγικό ζήτημα αλλά και η ανεμπόδιστη σύνδεση της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής καθυστέρησης με την παρουσία του ισλάμ στον ελληνικό χώρο.

Αυτή υποδηλώνεται από το εθνικό αφήγημα της μη συμπερίληψης της χώρας στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και την κατασκευή της νεωτερικότητας. Η εχθρότητα με την Αγκυρα δεν μπορεί να υποβιβάσει ωστόσο το γεγονός ότι η Τουρκία φιλοξενεί τα τελευταία χρόνια πάνω από τριάμισι εκατομμύρια πρόσφυγες. Ωστόσο, η εργαλειοποίηση του προσφυγικού από τη μεριά της Τουρκίας συνθέτει μια εικόνα απειλής, με τον εγχώριο κυρίαρχο λόγο να αναφέρεται σε κίνδυνο πλημμυρίδας μουσουλμάνων και πολιτισμικής αλλοίωσης της χώρας. Η απειλή αυτή επανέρχεται διαχρονικά καθώς δεν αποτελεί μακρινό παρελθόν η χρήση της πολιτικής της Αγκυρας αφενός ως προμετωπίδας παραγωγής μιας αντιισλαμικής ρητορικής και αφετέρου ως διευκόλυνσης για την επινόηση μιας εθνικής ομοψυχίας –συμπεριλαμβανομένων λόγου χάρη της σύγκλισης ετερογενών πολιτικών δυνάμεων τη δεκαετία του 1990 αλλά και της εκκλησίας– απέναντι στην ισλαμική «απειλή».

Το παράδειγμα της οδύσσειας του ζητήματος της ανέγερσης του ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, η συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία για εμβριθή αναστοχασμό πάνω στις θέσεις αυτές αλλά και για διεισδυτική ανακατασκευή των στερεοτυπικών αυτών προσεγγίσεων και αποδόμηση του μουσουλμανικού «στίγματος». Αλλωστε οι θεωρίες περί συγκρούσεων των πολιτισμών και ασυμβατότητας του ισλάμ με τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, αν και επαναλαμβανόμενες είναι αβάσιμες και μη τεκμηριωμένες. 

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ

Η τρίτη πρόκληση που προκύπτει αφορά τη στήριξη όλων των ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ τους και η Ελλάδα, στις δικτατορίες του αραβομουσουλμανικού κόσμου. Σε δικτατορίες που με πλήθος προφάσεων, όπως η καταπολέμηση του πολιτικού ισλάμ, αποτελούν τους χειρότερους διώκτες πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η Αίγυπτος αλλά και η Συρία. Η ανερυθρίαστη αυτή στήριξη απονομιμοποιεί την Ευρώπη, προκαλεί αισθήματα οργής αλλά παράλληλα και τεράστιες εκροές μεταναστών, οι οποίοι μπροστά στη φίμωση και στον πολιτικό εκμαυλισμό επιλέγουν τον εκπατρισμό. Η γενικότερη αυτή κατάσταση διαμορφώνει πολιτικές κουλτούρες οι οποίες ακριβώς λόγω του ότι καλλιεργούνται υπό δικτατορικά καθεστώτα μπορεί να είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστικές και συμπεριληπτικές.

Για την Ελλάδα και την Ευρώπη εν γένει η υβριδικότητα των πολιτικών αυτών ιδεολογιών θέτει δύο σημαντικές προκλήσεις ως προέκταση: αφενός τη μελέτη και την κατανόηση αυτών των πολιτικών διεργασιών –στις οποίες το ισλάμ παίζει θεμελιώδη ρόλο–, αφετέρου τη συμπερίληψη ή μη «διασπορικών» ή μεταναστευτικών πολιτικών οργανώσεων που δημιουργούνται στις επικράτειες των χωρών υποδοχής. Μπορεί στην Ελλάδα οι οργανώσεις αυτού του τύπου να είναι εμβρυακές ή ακόμη και ανύπαρκτες, ωστόσο τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί μπροστά στην πρόκληση της ισλαμικής ριζοσπαστικοποίησης ή της συγκρότησης (έστω και μικρών) «αντιπολιτευτικών» οργανώσεων.

Στις περιπτώσεις αυτές οι κρατικές πολιτικές είναι καθοριστικές στη διαμόρφωση του κοινωνικοπολιτικού τοπίου, όπως λόγου χάρη μας υποδεικνύουν τα παραδείγματα της Βρετανίας και της Γερμανίας. Οι προκλήσεις που συμπεριλαμβάνουν τον ισλαμικό παράγοντα δεν εξαντλούνται στις παραπάνω. Εντούτοις, οι όψεις αυτές μπορούν να φωτίσουν σημαντικές πλευρές για τα ζητήματα που συχνά τίθενται ως «προκλήσεις» και προσλαμβάνονται με όρους ασφάλειας. Οπως και στην περίπτωση του προσφυγικού, η Ελλάδα ως μέρος του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι και της νοτιοανατολικής Μεσογείου θα κληθεί σε μεσοπρόθεσμο διάστημα να διαχειριστεί κλυδωνισμούς που θα απορρέουν από τις πιέσεις των υπό διαμόρφωση κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων μουσουλμανικών πληθυσμών 

* Ο Ιχάμπ Σαμπάνα είναι διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου 

* Περιοδικό Hot Doc #196, Ανιχνεύοντας τη νέα δεκαετία, 12/1/2020

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.