Νέα εθνική δημοσκόπηση στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφει το ποσοστό αποδοχής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο 30%, το χαμηλότερο επίπεδο της πρόσφατης τάσης της συγκεκριμένης έρευνας.
Εφόσον το εύρημα αυτό αποτυπώνεται και στο ευρύτερο εκλογικό σώμα, θα μπορούσε να τον τοποθετήσει σε επίπεδα που ιστορικά συνδέονται με δυσμενείς επιδόσεις για τους εν ενεργεία προέδρους στις ενδιάμεσες εκλογές.
Η δημοσκόπηση της American Research Group πραγματοποιήθηκε από τις 16 έως τις 20 Ιουνίου σε δείγμα 1.100 ενηλίκων και διαθέτει θεωρητικό περιθώριο σφάλματος ±3 ποσοστιαίων μονάδων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, το 66% των ερωτηθέντων αποδοκιμάζει την απόδοση του Τραμπ στην προεδρία, ενώ μόλις το 30% δηλώνει ότι την εγκρίνει.
Τα ευρήματα δημοσιοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία ενισχύεται η οικονομική απαισιοδοξία μεταξύ των ψηφοφόρων, ενώ Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί έχουν ήδη αρχίσει την προετοιμασία τους για τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, στις οποίες οι εκτιμήσεις των πολιτών για την πορεία της οικονομίας αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο.
Το περιοδικό Newsweek απευθύνθηκε στον Λευκό Οίκο ζητώντας σχόλιο για τα αποτελέσματα της έρευνας.
Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Davis Ingle, απέρριψε τα ευρήματα της δημοσκόπησης, δηλώνοντας ότι «η τελική δημοσκόπηση ήταν στις 5 Νοεμβρίου 2024, όταν σχεδόν 80 εκατομμύρια Αμερικανοί τον εξέλεξαν με συντριπτική πλειοψηφία».
Ο ίδιος υποστήριξε ακόμη ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης αποφέρουν αποτελέσματα και ότι «αυτή είναι μόνο η αρχή», καθώς συνεχίζεται η εφαρμογή του πολιτικού προγράμματος του Ντόναλντ Τραμπ.
Παρότι η συγκεκριμένη μέτρηση εμφανίζει τον Αμερικανό πρόεδρο σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με άλλες εθνικές δημοσκοπήσεις, όπως η NPR/PBS News/Marist που στα μέσα Ιουνίου κατέγραψε ποσοστό αποδοχής 36% συνολικά και 33% για τη διαχείριση της οικονομίας, καθώς και η δημοσκόπηση AP-NORC που κατέγραψε 37%, επιβεβαιώνει μια ευρύτερη τάση που εντοπίζουν αρκετοί δημοσκόποι. Περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι αποδοκιμάζουν παρά εγκρίνουν την προεδρική του θητεία.
Ιστορικά, πρόεδροι που εισέρχονται στην προεκλογική περίοδο των ενδιάμεσων εκλογών με ποσοστά αποδοχής χαμηλότερα του 40% έχουν συχνά βρεθεί αντιμέτωποι με σημαντικές πολιτικές προκλήσεις. Αν και μία μεμονωμένη δημοσκόπηση δεν αρκεί για να προεξοφλήσει το εκλογικό αποτέλεσμα, η παρατεταμένη δυσκολία προσέλκυσης ανεξάρτητων ψηφοφόρων και η αυξανόμενη οικονομική απαισιοδοξία έχουν κατά το παρελθόν συνδεθεί με εκλογικές απώλειες για το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης αυτό που πολιτικοί επιστήμονες περιγράφουν ως «χάσμα βιωμένης εμπειρίας», δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την προσωπική οικονομική τους κατάσταση.
Ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες οι βασικοί οικονομικοί δείκτες εμφανίζονται σχετικά σταθεροί, οι ψηφοφόροι διαμορφώνουν συχνά την πολιτική τους αξιολόγηση με βάση την καθημερινότητά τους, όπως το κόστος τροφίμων, οι τιμές στέγασης, οι οφειλές και οι πιέσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Διαβάστε επίσης:
Τραμπ: Το Ιράν έχει συμφωνήσει για πυρηνικές επιθεωρήσεις – Δεν έχει επιβεβαιώσει η Τεχεράνη
Axios για ΗΠΑ-Ιράν: Ποια σημεία είναι «κόκκινες γραμμές» για τον Νετανιάχου
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια