Σε μια βαθιά ανάλυσή του στους Financial Times, ο Martin Wolf επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που βαραίνει ολοένα και περισσότερο τον δημόσιο διάλογο: μήπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, πέρα από ευλογία και φούσκα, είναι πρωτίστως μια μάστιγα; Ο διακεκριμένος αρθρογράφος εξετάζει το εύρος των κινδύνων, τη δυνατότητα ελέγχου και καταλήγει σε ένα παράδοξο συμπέρασμα: η απειλή είναι βέβαιη, η ρύθμιση επιτακτική, όμως η αποτυχία της προσπάθειας παραμένει το πιθανότερο σενάριο.
Μια τεχνολογία τριπλής απειλής
Ο Wolf απορρίπτει εξαρχής τον ισχυρισμό πως η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη πρέπει να αφεθεί αποκλειστικά στους ειδικούς. Υπενθυμίζει πως η δημοκρατία αποτελεί ένα κοινό πολιτικό εγχείρημα στο οποίο όλοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής, όπως ακριβώς συνέβη και με την εφεύρεση της ατομικής βόμβας. Η σύγκριση με τα πυρηνικά όπλα, εξηγεί, δεν είναι υπερβολική, καθώς η ΤΝ ενέχει τη δυνατότητα μαζικών δεινών που εμπίπτουν σε τρεις γενικές κατηγορίες: την κατάρρευση θεμελιωδών ανθρώπινων αξιών, την εμφάνιση τεράστιων συγκεκριμένων κινδύνων και μια εκτεταμένη κοινωνική αναστάτωση. Το υποτιθέμενο προνόμιο των «τιτάνων της τεχνολογίας» να αποφασίζουν μόνοι τους έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, χαθεί οριστικά μετά την τεράστια ζημιά που προκάλεσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στους νέους και στη δημόσια σφαίρα της έγκυρης πληροφόρησης.
Όταν οι μηχανές αποκτούν νομική υπόσταση
Στον πυρήνα της ανάλυσης βρίσκεται το ζήτημα της ανθρώπινης ταυτότητας και λογοδοσίας. Ο αρθρογράφος των FT διερωτάται τι θα συμβεί όταν οι μηχανές αρχίσουν να σκέφτονται και να δημιουργούν για λογαριασμό μας, απειλώντας να μετατρέψουν τους ανθρώπους σε παθητικούς αποδέκτες έτοιμης γνώσης. Το πρόβλημα της ευθύνης έγινε ορατό με την ανακοίνωση του προέδρου της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι για τη δημιουργία της «μη ανθρώπινης εταιρείας». Επικαλούμενος την προειδοποίηση του ιστορικού Γιουβάλ Νώε Χαράρι, ο Wolf σημειώνει πως μια χώρα που παραχωρεί νομική προσωπικότητα σε μια ΤΝ κινδυνεύει να μετατραπεί σε κάτι χωρίς ιστορικό προηγούμενο: ένα κράτος-ΤΝ. Σε νομικό επίπεδο, οι εταιρείες είναι ήδη «πρόσωπα», όμως μια εταιρεία διοικούμενη από αλγόριθμο θα μπορούσε να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Το ερώτημα που θέτει ο Wolf είναι καίριο: ποιος πηγαίνει φυλακή για ένα έγκλημα που διέπραξε μια μηχανή; Η ΤΝ, παρατηρεί υπενθυμίζοντας και τη θέση του Πάπα, είναι εργαλείο, όχι πρόσωπο καθώς δεν υποφέρει, δεν αιμορραγεί και δεν μπορεί να φέρει ηθική ευθύνη. Το ίδιο κενό λογοδοσίας εκτείνεται, όπως υπογραμμίζει, και στο πεδίο του πολέμου, όταν στρατούς ρομπότ θα κατευθύνουν μη ανθρώπινες οντότητες.
Από τον κυβερνοπόλεμο στα βιολογικά όπλα
Στην ανάλυσή του, ο Martin Wolf εστιάζει και σε πιο χειροπιαστούς κινδύνους. Η ικανότητα της ΤΝ να διαταράξει τον κυβερνο-εξαρτημένο πολιτισμό μας αποτελεί, όπως γράφει, μια από τις πιο άμεσες απειλές, φέρνοντας ως παράδειγμα την προειδοποίηση της εταιρείας Anthropic για το πρόγραμμα «Mythos». Εάν τα ψηφιακά συστήματα στα οποία βασίζονται σχεδόν τα πάντα παραλύσουν, η καθημερινότητα θα βυθιστεί σε ριζική ανασφάλεια, ενώ οι δυνατότητες εκβιασμού θα γίνουν απεριόριστες. Εξίσου τρομακτική χαρακτηρίζει και την προοπτική σχεδιασμού θανατηφόρων παθογόνων μέσω προηγμένων αλγορίθμων.
Η διπλή κούρσα που τροφοδοτεί το χάος
Ο Wolf φιλοξενεί στην επιχειρηματολογία του και τη θέση του ιστορικού Νάιαλ Φέργκιουσον από το Ινστιτούτο Χούβερ, σύμφωνα με την οποία η ανεξέλεγκτη φύση της ΤΝ οφείλεται σε δύο ταυτόχρονες κούρσες εξοπλισμών: μία ανάμεσα σε λίγες εταιρείες και μία άλλη μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η Ουάσιγκτον, εξηγεί, έχει επιλέξει να μη ρυθμίσει τον εγχώριο ανταγωνισμό των τεχνολογικών κολοσσών, επειδή ακριβώς τον θεωρεί αναγκαίο όπλο στην αντιπαράθεση με το Πεκίνο. Ο Φέργκιουσον αποκαλεί «μαφιόζικο» αυτόν τον ενδοεπιχειρηματικό αγώνα και, σύμφωνα με τον Wolf, υποστηρίζει πως μόνο μια συμφωνία ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις μπορεί να τον θέσει υπό έλεγχο. Οι πολίτες, εν τω μεταξύ, αισθάνονται ότι εκτοξεύονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε έναν αχαρτογράφητο κόσμο, του οποίου ούτε κατανοούν ούτε ελέγχουν τις προεκτάσεις.
Το αναγκαίο σύμφωνο Ουάσιγκτον-Πεκίνου
Καταληκτικά, ο αρθρογράφος των Financial Times τονίζει πως η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι η πιο «γενική» από τις τεχνολογίες γενικού σκοπού, ικανή να υποκαταστήσει ακόμη και την ίδια την ανθρώπινη νόηση. Το διακύβευμα, επομένως, υπερβαίνει τις τεχνικές ανησυχίες και άπτεται της αίσθησης της ταυτότητάς μας ως ανθρώπων. Μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο Wolf κρίνει πως η πιο λογική πορεία θα ήταν ο προσδιορισμός και η υιοθέτηση μιας συνθήκης τεχνολογικού αφοπλισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, κάτι που θα έκανε όλους να αισθάνονται περισσότερο ασφαλείς. Το ενθαρρυντικό στοιχείο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι η κοινωνική ανησυχία για τις επερχόμενες οικονομικές και κοινωνικές αναστατώσεις είναι ήδη αρκετά ισχυρή ώστε να ανοίξει χώρο για ρύθμιση. Οι πολίτες, καταλήγει, αντιλαμβάνονται δικαίως ότι το μέλλον είναι πολύ σημαντικό για να αφεθεί σε λίγους «αφέντες της τεχνολογίας», όπως ακριβώς ο πόλεμος είναι πολύ σημαντικός για να τον εμπιστευτεί κανείς αποκλειστικά στους στρατηγούς.
Διαβάστε επίσης:
Γιατί η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παραλύσει την αγορά εργασίας
Εγκύκλιος του Πάπα για την Τεχνητή Νοημοσύνη στην εποχή της «Ειδωλολατρίας του Κέρδους»
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια