ΗΠΑ, Βρετανία και Αυστραλία στήνουν σκηνικό Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αξιωματούχοι, που μίλησαν σε αμερικανικά ΜΜΕ, έφτασαν να συγκρίνουν την απόφαση με τη σύσταση των συμμαχικών δυνάμεων που πολέμησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Άρης Χατζηστεφάνου 19/09/2021 | 20:42

Δύο ειδήσεις, που μεταδόθηκαν με διαφορά λίγων ωρών, φέρνουν στο φως τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει για ολόκληρο τον πλανήτη η επιθετικότητα της Ουάσινγκτον απέναντι στο Πεκίνο.

Η πρώτη ήταν η αποκάλυψη από δύο δημοσιογράφους της Washington Post ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα δίσταζε να προχωρήσει ακόμη και σε στρατιωτική επίθεση εναντίον της Κίνας προκειμένου να εξασφαλίσει την παραμονή του στην εξουσία μετά την ήττα στις εκλογές.

 

Αυτό τουλάχιστον φαίνεται να πίστευε ο αρχηγός γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Μαρκ Μίλεϊ, ο οποίος μάλιστα έφτασε να επικοινωνήσει δύο φορές με τον Κινέζο ομόλογό του για να τον διαβεβαιώσει ότι το Πεντάγωνο δεν σκοπεύει να επιτεθεί στην Κίνα.

 

Η δεύτερη είδηση ήταν η ανακοίνωση, από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Αυστραλίας, της δημιουργίας μιας νέας στρατηγικής συμμαχίας για την ανάπτυξη πυρηνικών υποβρυχίων και άλλων δυνάμεων στο μαλακό υπογάστριο της Κίνας.

Αξιωματούχοι, που μίλησαν σε αμερικανικά ΜΜΕ, έφτασαν να συγκρίνουν την απόφαση με τη σύσταση των συμμαχικών δυνάμεων που πολέμησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι δύο ειδήσεις δεν είναι αντιθετικές, όπως κάποιοι θα σπεύσουν να ισχυριστούν, αλλά απόλυτα συμπληρωματικές.

Αποδεικνύουν ότι τα σχέδια περικύκλωσης της Κίνας, ακόμη και με την προσφυγή στα όπλα, αποτελούν κοινή συνισταμένη για το σύνολο του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου των ΗΠΑ (δημοκρατικούς και ρεπουμπλικάνους, στρατιωτικούς και μεγάλους επιχειρηματίες).

 

Παράλληλα, μας υπενθυμίζει ότι αυτή η τρομακτική συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσει γενικευμένη σύρραξη ακόμη και κατά λάθος, αν, παραδείγματος χάριν, ένας πολιτικός διεκδικήσει πραξικοπηματικά την εξουσία, όπως φέρεται να έκανε ο Τραμπ.

Οι αποικιοκράτες επιστρέφουν στην Ασία

Η νέα συμμαχία, που ακούει ήδη στο όνομα AUKUS, έχει ιστορική σημασία για πολλούς λόγους. Μεταξύ άλλων γιατί είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ θα μοιραστούν τεχνολογία που σχετίζεται με πυρηνικά υποβρύχια από το 1958.

Πρόκειται ουσιαστικά για την ακραία κλιμάκωση της πολιτικής που ξεκίνησε ο Μπαράκ Ομπάμα, με το λεγόμενο «pivot to Asia» (πέρασμα στην Ασία) και την οποία συνέχισε και επέκτεινε ο Τραμπ.

 

Η συμμαχία θα στελεχώνεται άτυπα από σειρά φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων (και πρώην αμερικανικών και βρετανικών αποικιών) σε περιοχές, όπως της Νότιας Κορέας, της Ταϊλάνδης, των Φιλιππίνων, της Ινδίας, της Ιαπωνίας και του Βιετνάμ, γεγονός που αναμένεται να εκτινάξει την ένταση στην περιοχή φέρνοντας ακόμη πιο κοντά το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου.

Η χώρα βέβαια που θα υποστεί τις σημαντικότερες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες είναι η Αυστραλία, η οποία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Κίνας.

 

Η κυβέρνηση της Αυστραλίας, βέβαια, κατάφερε ήδη να υπονομεύσει αυτή τη σχέση προωθώντας μεταξύ άλλων και τις αστήρικτες θεωρίες συνωμοσίας που προωθούσε η Ουάσινγκτον ότι ο κορονοϊός δημιουργήθηκε σε κινεζικό εργαστήριο.

Αρκετοί αναλυτές στην Αυστραλία αναρωτιούνται πλέον εάν η στάση αυτή συνάδει με τα πραγματικά γεωπολιτικά συμφέροντα της χώρας ή αν υποκινείται από τις ιδεοληπτικές εμμονές της κυβέρνησης.

Εκτός παιχνιδιού η ΕΕ - Οργή από το Παρίσι

Μια παράμετρος που δεν μπορεί να υποτιμηθεί είναι ότι με τη συμμαχία AUΚUS, οι ΗΠΑ και η Βρετανία επιχειρούν να δεσμεύσουν την Αυστραλία στη δική τους πολεμική βιομηχανία και να την απομακρύνουν από την Ευρώπη (η Αυστραλία είχε ήδη παραγγείλει συμβατικά υποβρύχια για τον στόλο της από τη Γαλλία, το μέλλον των οποίων είναι πλέον αμφίβολο).

Υπό αυτή την έννοια, αρκετοί Βρετανοί βουλευτές κατήγγειλαν ότι η συμμαχία δυναμιτίζει τις σχέσεις της Αγγλίας με τη Γαλλία και κατ’ επέκταση με αρκετές χώρες της ΕΕ - καταγγελία την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στο Λονδίνο προσπάθησε να διασκεδάσει, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο πέταξαν κυριολεκτικά έξω από κάθε σχεδιασμό τους την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Απαντώντας σε ερώτηση της Ελληνίδας ανταποκρίτριας στις Βρυξέλλες, Μαρίας Ψαρά, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι «η ΕΕ δεν ήταν ενήμερη για τη νέα συμμαχία και είναι σε επαφή με τους εταίρους της για να μάθει περισσότερα».

Το βρετανικό BBC μάλιστα συνέδεε άμεσα τη στροφή στην εξωτερική πολιτική του Λονδίνου με το Brexit.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι Ουάσινγκτον και Λονδίνο επιχειρούν να αντικαταστήσουν την οικονομική τους συρρίκνωση (σε σχέση με τις ανερχόμενες οικονομίες της Ασίας) με τη δύναμη των όπλων – το τελευταίο καταφύγιο κάθε παρακμάζουσας αυτοκρατορίας.

Όπως προφητικά έγραψε στον Economist ο γνωστός ιστορικός Νάιλ Φέργκιουσον, λίγες ώρες πριν ανακοινωθεί η συμφωνία «Το τέλος της Αμερικανικής αυτοκρατορίας δεν είναι ειρηνικό» καθώς η παρακμή της «αντικατοπτρίζει την τύχη που είχε το Ηνωμένο Βασίλειο πριν από έναν αιώνα».

Όπως φαίνεται, τρεις κυβερνήσεις αποφάσισαν να χαράξουν τη δική τους παγκόσμια στρατηγική αδιαφορώντας για τις διεθνείς ισορροπίες αλλά ακόμη και για το ενδεχόμενο ενός πραγματικού πολέμου.

Πρόκειται συμπτωματικά για τις ίδιες πάνω κάτω κυβερνήσεις που πρωτοστάτησαν στην εισβολή του Ιράκ και του Αφγανιστάν - από όπου αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν ταπεινωμένες ύστερα από δύο δεκαετίες.

Πηγή: sputniknews.gr