Το ημερολόγιο δύο σκανδάλων: Επτά χρόνια μάσα

Οι «ιερές μπίζνες» με το Τάμα του Εθνους και οι «χρυσές μασέλες» για τα σάπια κρέατα του Μπαλόπουλου.

Θανάσης Καραμπάτσος 21/04/2021 | 19:48

Όταν ένα πρόσωπο ή μια ομάδα προσώπων κατέχει την πλήρη εξουσία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει κατάχρηση εξουσίας. Ποιος θα ασκήσει τον έλεγχο; Για να γίνουν κατανοητές οι συνθήκες υπό τις οποίες θέριεψαν αυταρχισμός και σκάνδαλα, η αναζήτηση ενός μελετητή αυταρχικών καθεστώτων είναι επιβεβλημένη. Για «ιδιαίτερες μορφές καθεστώτων εκτάκτου ανάγκης (βοναπαρτισμός, στρατιωτικές δικτατορίες, φασισμοί) χαρακτηριστικές της μορφής Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης» αναρωτιόταν ο Νίκος Πουλαντζάς («Φασισμός και δικτατορία», Αθήνα 2006). Στον πρόλογο του βιβλίου του «Η κρίση των δικτατοριών (Πορτογαλία – Ελλάδα – Ισπανία)» (Αθήνα 1977) σημειώνει ότι «πρόκειται για στρατιωτικές δικτατορίες και όχι για φασισμούς με τη στενή έννοια», προσδιορίζοντας έτι περαιτέρω τη φύση τους ως «καπιταλιστικά καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης (καθεστώτα ανοικτού πολέμου εναντίον των λαϊκών μαζών)». Επισημαίνει ότι οι στρατιωτικές δικτατορίες ξεχωρίζουν από τα φασιστικά καθεστώτα επειδή «δεν μπόρεσαν να γίνουν πραγματικά και αρθρωμένα κινήματα μαζών», «συνέχισαν μια πολιτική ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων μονοπωλιακής μορφής» και «διευκόλυναν, με εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, το δρόμο εξάρτησης από το ξένο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο». Στην Ελλάδα αμφότερες, η μεταπρατική αστική τάξη –έχει συχνά αισχροκερδή χαρακτήρα και συγκεντρώνεται στους χρηματιστηριακούς, τραπεζικούς και εμπορικούς τομείς, οι οποίοι εξαρτώνται από το ξένο κεφάλαιο– και η ενδογενής αστική τάξη –μονοπωλιακές μερίδες του βιομηχανικού κεφαλαίου, η οποία «ενώ είναι εξαρτημένη από το ξένο κεφάλαιο, παρουσιάζει σημαντικές αντιθέσεις προς αυτό»–, παρά τις αντιφάσεις, στήριξαν τη στρατιωτική δικτατορία «μπροστά στην άνοδο των λαϊκών αγώνων». Εν μέσω αντιφάσεων εντάθηκαν οι διεκδικήσεις τους, κυρίως της ενδογενούς αστικής τάξης, για να ικανοποιηθούν τα συμφέροντά τους, περιμένοντας τους πραξικοπηματίες να μοιράζουν δημόσιο χρήμα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον σύγκρουσης συμφερόντων, εν μέσω αντιφάσεων και ενώ υπέβοσκαν αντιθέσεις μεταξύ των κινηματιών αξιωματικών (εντός «επαναστατικής επιτροπής») κινήθηκαν και συγκρούστηκαν συμφέροντα και επιθυμίες, ανταγωνισμοί και «αρπαχτές». Ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κράτους εκτάκτου ανάγκης και παράλληλα πηγή ισχύος του ο Ν. Πουλαντζάς αναφέρει την «εξαιρετική ακαμψία»: «Ο σκελετός του και η εσωτερική ιδεολογική και καταπιεστική συνοχή θεμελιώνονται πάνω σε έναν λεπτεπίλεπτο διαχωρισμό ανάμεσα σε κλαν και φατρίες, ανάμεσα σε μηχανισμούς και κλάδους αξιοθαύμαστα μπερδεμένους, αλληλεπικαλυπτόμενους και ιεραρχημένους». Σε αυτό το πλαίσιο εντατική ήταν η εκμετάλλευση της εργασίας των εργαζομένων και των μικρομεσαίων στρωμάτων με την καθήλωση των μισθών –συγκράτηση των αυξήσεων σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από την αύξηση παραγωγικότητας το 1969-73, με συνεπαγόμενη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα (Χρυσάφης Ιορδάνογλου, «Ιστορία νέου ελληνισμού 1770-2000», τ. 9, Αθήνα 2003), ενώ και οι λανθασμένες αποφάσεις στη νομισματική πολιτική έπληξαν τις κατώτερες τάξεις–, την εξαναγκαστική «έμμεση» φορολόγηση και τη χαμηλότατη ποιότητα των προσφερόμενων αγαθών και υπηρεσιών που σκανδάλισαν περισσότερο την κοινωνία. Ετσι, ενώ «επενδύσεις» και γενναίες χρηματοδοτήσεις έκαναν σκανδαλωδώς φτερά, η εξαέρωση του ταμείου για την ανέγερση του «Τάματος του Εθνους» και τα σάπια κρέατα του Μπαλόπουλου έμειναν στη μνήμη, αφήνοντας την εικόνα της ρεμούλας και της ασυδοσίας του καθεστώτος. Αν και εμφανιζόταν σαν αδιάφθορο απέναντι στους «διεφθαρμένους» πολιτικούς, οι σκανδαλώδεις πολιτικές το χαρακτήρισαν όπως και τις άλλες δικτατορίες του νότου· της Ισπανίας κυρίως – ο Ν. Πουλαντζάς παραθέτει το πολιτικοικονομικό «caso Matesta» του 1969 για το φρανκικό καθεστώς.

Σε μια προσπάθεια να συνθέσουν ένα «ελληνοχριστιανικό» ιδεώδες, νωρίς νωρίς εμφανίστηκε η πρωτοβουλία για την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού. Ολα άρχισαν το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 1968, τρία χρόνια προτού συμπληρωθούν 150 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Διονύσης Ελευθεράτος («Λαμόγια στο χακί», Αθήνα 2015), «ανακοινώνοντας τις κυβερνητικές προτεραιότητες, κατά το επερχόμενο έτος, ο Παπαδόπουλος μνημόνευσε μια εκκρεμότητα του 1829. Θυμήθηκε ότι η Δ΄ Εθνοσυνέλευση είχε υποσχεθεί –με ειδικό ψήφισμα– στον Θεό την ανέγερση ναού σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την απελευθέρωση». Μάλιστα στην κατακλείδα της μακροσκελούς ομιλίας του προς το έθνος είχε πει χαρακτηριστικά: «Και πριν περατώσω, έχω υποχρέωσιν να φέρω όλους υμάς προ μιας βασικής υποχρεώσεως την οποίαν έχομεν ως έθνος. Το έθνος μας μετά τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεξε κατά τα πρώτα βήματα της ζωής του μετά την απελευθέρωσίν του, κατά τον αγώνα της παλιγγενεσίας του έταξεν εις τον σωτήρα του Θεόν, την ανέγερσιν ενός ναού. Και το τάμα δεν επραγματοποιήθη ακόμη μέχρι σήμερον. Δεν είναι ελληνική συνέπεια η τοιαύτη θέσις και δη προ του Θεού. Κατά το 1969, ο ελληνικός λαός θα αρχίση την εκτέλεσιν του τάματος. Θα επιλέξω μεν και θα ανακοινώσωμεν τελικώς διότι ήδη έχομεν την προεργασίαν, τον χώρον όπου θα ανεγερθή ο ναός του Σωτήρος και εντός του 1969, με την συμπαράστασιν όλων μας, όλων των Ελλήνων, η Ελλάς θα τελέση το τάμα της ενώπιον του Υψίστου» («Μακεδονία» και «Ταχυδρόμος» 15.12.1968). Βαρύ το φορτίο για την επικείμενη συμπλήρωση των 140 χρόνων από το ψήφισμα του 1829 «με κύριον πρόσωπον» τον Καποδίστρια, «όστις το προηγούμενον έτος 1828 είχεν ήδη ανεγείρει εις Αίγιναν μικρόν ναΐσκον, αφιερωμένον εις τον Σωτήρα» («Μακεδονία», 22.01.1969).

Ενα «Τάμα», μα ποιο τάμα;

Για «τάμα» μίλησε μόνο η χούντα των συνταγματαρχών και ο μεγαλομανής ιθύνων νους της. Η εν λόγω «ανεκπλήρωτη υπόσχεση» είχε παρελθόν – πιθανώς και μέλλον! Μιλώντας στην «Καθημερινή» (27.02.2017, «Το όραμα για το “Tάμα του Εθνους”»), ο διδάσκων στο Κολούμπια Δημήτρης Αντωνίου ανέφερε ότι «πριν από το στρατιωτικό πραξικόπημα, εκκλησιαστικοί κύκλοι είχαν προσπαθήσει να ανακινήσουν το θέμα με απώτερο στόχο τη δημιουργία νέου μητροπολιτικού ναού. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έπαιξε κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, καθώς ήταν εκείνος που γνώριζε προσωπικά τον Παττακό μέσω της οργάνωσης “Ζωή”, έπεισε τους συνταγματάρχες για τη σημασία του εγχειρήματος και ενημέρωσε το 1965 τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη για το σπουδαίο εγχείρημα. Ο αρχιτέκτων ενδιαφέρθηκε και υπέβαλε στην Εκκλησία σχέδια για τον Ναό πριν την έλευση της χούντας. Ο Δοξιάδης συνδεόταν φιλικά με τον Ιερώνυμο, ο οποίος ήθελε να χωροθετηθεί ο ναός στον Λυκαβηττό».

Η Ιερά Σύνοδος «αγαλλομένη» υποδέχτηκε τα νέα των «θεοφιλών και ευεργετικών διά την αγιοτάτην ημών εκκλησίαν», ανταποκρινόμενα, όπως σημειώνει στο ευχαριστήριο προς τον Παπαδόπουλο τηλεγράφημα, «προς μυχιαιτάτους πόθους του ευσεβούς ελληνικού λαού» («Μακεδονία», 18.12.1969) – ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος που το υπέγραφε συμπεριλάμβανε στα ευχαριστήρια και τον νέο καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος που την έφερνε πιο κοντά στο καθεστώς. Ερευνώντας στον Τύπο της εποχής, τέσσερις μέρες μετά την παπαδοπουλική ανακοίνωση βλέπουμε ότι έτυχε θερμότατης υποδοχής: «Εξήντα εκ. δρχ. δια το “τάμα”» («Το Βήμα») και ο πρωθυπουργός ήταν «συγκεκινημένος» – φανταζόμαστε από την ανιδιοτελή προσφορά 25 εκατ. από την Τράπεζα της Ελλάδος και ισάριθμου ποσού από την Εθνική Τράπεζα, ενώ άλλα 10 εκατ. ενέκρινε ο Δήμος Αθηναίων, 100.000 η Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων. Δύο μέρες μετά στην ίδια εφημερίδα διαβάζουμε: «Συνεχίζεται αθρόως η αποστολή τηλεγραφημάτων και επιστολών προς το γραφείον του πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπαδοπούλου, διά των οποίων χιλιάδες Ελλήνων συνεισφέρουν διάφορα χρηματικά ποσά διά την ανέγερσιν του Ιερού ναού του Σωτήρος» όπως και ότι η Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως άνοιξε ειδικό λογαριασμό για τον πανελλήνιο έρανο, στον οποίο τοποθέτησε 1 εκατ. δρχ. με απόφαση του ΔΣ και του προέδρου Σπ. Ι. Κωστόπουλου. Και δεν ήταν το μόνο πιστωτικό ίδρυμα που άνοιξε λογαριασμό. Το Μετοχικό Ταμείο Στρατού και η Γενική Τράπεζα κατέθεσαν 1,5 εκατ. («Μακεδονία», 19.08.1969), ο ΟΠΑΠ 5 εκατ., ο ΟΤΕ 8 εκατ. σε δύο ισόποσες δόσεις, το αρχηγείο της Αστυνομίας Πόλεων («Μακεδονία», 07.02.1969), ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών («Μακεδονία», 20.12.1969), μεμονωμένοι δήμοι και κοινότητες ανά τη χώρα, ενώ η ΔΕΗ διά του απόστρατου στρατηγού διοικητή της ανακοίνωσε τουλάχιστον 15 εκατ. για την ανάληψη της μελέτης προμήθειας και εγκατάστασης του απαραίτητου εξοπλισμού («Μακεδονία», 05.03.1969).

Ο κύβος ερρίφθη στις 04.01.1969. Στο υπουργικό συμβούλιο με τη συμμετοχή του Ιερώνυμου ορίστηκε ο χώρος ανέγερσης, αφού τέθηκαν υπόψη όλοι οι διαθέσιμοι χώροι («Το Βήμα», «Μακεδονία», 05.01.1969), ενώ πανηγύριζαν για εισροές άνω των 100 εκατ. σε τρεις εβδομάδες. «Εκατόν τεσσαράκοντα έτη μετά το ψήφισμα της 31ης Ιουλίου 1829, η κυβέρνησις απεφάσισεν όπως ο ιερός ναός του Σωτήρος ανεγερθή εις τα υψώματα μεταξύ Γαλατσίου και Ψυχικού, εις σημείον ιδιαζόντως περίοπτον, ώστε ο λαμπ[ρ]ός ναός να είναι ορατός εκ των περισσοτέρων θέσεων του λεκανοπεδίου της Αττικής» διαβάζουμε στη «Μακεδονία» (14.01.1969), αλλά η κυβέρνηση θα διέθετε μόλις 20 εκατ. δρχ. από τον προϋπολογισμό. Επειδή θα ήταν κρίμα να αποστερηθεί η χαρά της συμμετοχής «και των απορωτέρων» στην ανέγερση! Πρόκειται για «έμμεση» αφαίμαξη των πολιτών, όπως σημειώνεται από ερευνητές. Ποιος θα εναντιωνόταν σε αυτή την «εθνική» προσπάθεια; Πάντως στις σελίδες των εφημερίδων προβαλλόταν η «αγαθοεργία» των πολιτών που αφελώς πίστευαν ότι θα πιάσουν τόπο τα χρήματά τους ή θα τους «θυμηθεί» το καθεστώς.

Επιφορτισμένος για τις σχεδόν μηνιαίες ανακοινώσεις ήταν ο υφυπουργός Προεδρίας Κ. Βοβολίνης. Στη «Μακεδονία» διαβάζουμε ότι συνεισφέρουν μικρά ή μεγάλα ποσά σύνδεσμος ιερέων, εκπαιδευτικοί, μαθητές δημοτικών σχολείων και γυμνασίων και τεχνικών σχολών, μητροπολίτες, υπάλληλοι, εργάτες των Κλωστηρίων Ναούσης, φοιτητές εξ Ιταλίας, η ΚΥΔΕΠ, βιομηχανίες όπως η Κεράνης, ο διευθυντής της ΚΥΠ αντιστράτηγος Χατζηπέτρος –φυσικά όχι από την τσέπη του, αλλά από τις τσέπες υπαλλήλων–, πλήρωμα δεξαμενόπλοιου, το Σώμα Προσκόπων Κύπρου, πεζοπορικός όμιλος, ομόρρυθμες εταιρείες, ιδιώτες μέχρι 1 εκατ. ή μέσω καθεστωτικών εφημερίδων («Ελεύθερος Κόσμος») ή «τη φροντίδι του υπουργού Γεωργίας», ανώνυμοι επιστήμονες, πολιτικοί μηχανικοί, ομογενείς και Κύπριοι, εργαζόμενοι σε ραδιοφωνικό σταθμό και στο βασιλικό εθνικό ίδρυμα, ποδοσφαιρικοί σύλλογοι, εφοπλιστές εκ Λονδίνου, η ΑΔΕΔΥ, ομάδες αρτεργατών, σύλλογοι φορτοεκφορτωτών, σωματεία χειριστών εκσκαπτικών μηχανημάτων, μικροϊδιοκτήτες εκ Λουτρών Αιδηψού, μορφωτικοί και εξωραϊστικοί σύλλογοι, φυσιολατρικοί όμιλοι, ενώσεις και σύνδεσμοι γεωπόνων και αγροτικών γιατρών, υπάλληλοι υπουργείων, κρατικών οργανισμών και επιχειρήσεων, κρατικά ινστιτούτα, εργατικά κέντρα, πιστωτικοί, γεωργικοί και γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί, εργάτες και αρχιεργάτες, συνταξιούχοι των ΣΕΚ και αυτοκινητιστές, πρόσκοποι, ομογενειακές οργανώσεις, ενοριακές επιτροπές, έφεδροι αξιωματικοί, κυνηγοί, μακεδονομάχοι. Μέχρι και προσφορές σε υλικά έφτασαν, όπως κάποιων λατομείων και δασικών συνεταιρισμών, προς τον άνθρωπο με το μυστρί, τον αντιπρόεδρο Στυλιανό Παττακό, σε υδραυλικές υπηρεσίες αλλά και σε διακηρύξεις, όπως της Παγκυπρίου Ενώσεως Θεολόγων. Μια χήρα κατέθεσε 100 χρυσές λίρες (15.05.1971) και ο Σύλλογος Υπαλλήλων του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών σχεδόν 750.000 δρχ. Η Αρχιεπισκοπή Βορείου Αμερικής ανέλαβε να κινητοποιήσει τους ομογενείς και απηύθυνε κάλεσμα, καθώς στην πατρίδα «διεξάγωνται έρανοι και συνεισφέρονται δωρεαί από του ταλάντου του πλουσίου μέχρι του οβολού της χήρας» για τον μεγαλοπρεπέστατο «μετά την Αγίαν Σοφίαν» ελληνικό ορθόδοξο ναό.

Εμφανής ήταν η προσπάθεια να συντηρηθεί το «Τάμα» και να καλλιεργηθεί κλίμα για περισσότερες εισφορές. Η κυβέρνηση ανακοίνωνε μέσω Βοβολίνη το συνολικό ποσό κάθε μήνα αλλά και για επιμέρους νομούς και συνολικά ότι μέχρι 31.12.1969 είχαν συγκεντρωθεί 165.196.295 δρχ. («Μακεδονία», 15.01.1970).

Συγκροτήθηκε «ανωτάτη επιτροπή» και αποφασίστηκε η σύνταξη της διακήρυξης του διαγωνισμού για την αρχιτεκτονική μελέτη («Μακεδονία», 01.07.1969) με πρόνοια fast track διαδικασιών. Στις 13.10.1969 συνήλθε εκ νέου και κατέληξε στην ίδρυση ειδικού ταμείου «υπό την εποπτείαν των υπουργών δημοσίων έργων και οικονομικών» (ΝΔ 320/19.10.1969), ενώ είχε συγκροτήσει επιτροπή για τον σχετικό διαγωνισμό σχετικά με τον έκτασης 600 στρεμμάτων χώρο και τα έπαθλα –όλες οι συμμετοχές πάντως θα βραβεύονταν με 75.000 δρχ.–, τέσσερα βραβεία από 700.000 μέχρι 200.000 και τέσσερα έπαθλα από 175.000 μέχρι 120.000 δρχ. («Το Βήμα», «Μακεδονία», 14.10.1969).

Με την είσοδο του 1970 έχει κοπάσει το κύμα των εισφορών, όπως φαίνεται από τις σπανιότερες πλέον δημοσιεύσεις που ανακοινώνουν πενιχρά ποσά, ωστόσο μαθαίνουμε ότι έχει συγκροτηθεί ο φορέας («Μακεδονία», 21.01.1970) υπό τον δήμαρχο Πειραιά Αριστείδη Σκυλίτση και δόθηκε χρονοδιάγραμμα ανέγερσης καθώς ο Παπαδόπουλος επιθυμεί να θεμελιωθεί στην 150ετηρίδα της κήρυξης της επανάστασης. Ωστόσο στις 14.06.1970 εμφανίζεται στο «Βήμα» ο σπόρος της αμφιβολίας: «Ο Ναός για τον Σωτήρα Χριστό μήπως έχει πραγματοποιηθή;» με την υπογραφή του τότε διδάσκοντα στο Πολυτεχνείο του Μονάχου και μετέπειτα καθηγητή του ΑΠΘ Αργύρη Πετρονώτη, με εκτενή αναφορά στις αλλεπάλληλες ανακινήσεις περί την ανέγερση ναού από το 1832 και κατάληξη στην ανέγερση του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών ως ευόδωση του καταταλαιπωρημένου από τους γνωστούς κύκλους ψηφίσματος. Η «εθνοσωτήριος» αντέτεινε επισήμως ότι εκπληρώνει το «Τάμα» («Το Βήμα», 26.01.1971), αλλά στο μεταξύ οι κάτοικοι στα Τουρκοβούνια είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των απαλλοτριώσεων («Το Βήμα», 13.12.1970).

Προς τον μεγάλο τραγέλαφο

Λίγο πριν από τον διακηρυγμένο στόχο της ανέγερσης επί τη 150επετηρίδει της 25ης Μαρτίου 1971 όχι μόνο δεν είχε μπει ούτε θεμέλιο αλλά ανακοινώθηκε παράλληλα ότι αλλάζει ο διαγωνισμός, ο οποίος «δεν απέδωσεν τα αναμενόμενα αποτελέσματα» («Μακεδονία», 23.03.1971). Πλέον τη μελέτη για τη διαμόρφωση του χώρου θα αναλάβουν αρμόδιες υπηρεσίες οικισμού του υπουργείου Δημοσίων Εργων σε συνεργασία με εργαστήριο του ΕΜΠ. Οταν ολοκληρώνεται η φάση διαμόρφωσης των 600 στρεμμάτων θα διεξαχθεί με βάση τα στοιχεία της ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το «Τάμα». Ενα εξάμηνο αργότερα φάνηκε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο υπουργός Δημοσίων Εργων Κ. Παπαδημητρίου σε συνέντευξη Τύπου, αφού επανέλαβε άλλη μία φορά τη χιλιοειπωμένη ιστορία του ψηφίσματος, ανακοίνωσε ότι το έργο θα έχει προϋπολογισμό 600 εκατ. δρχ., ότι στο ταμείο έχουν συγκεντρωθεί 175 εκατ., ότι επρόκειτο να δημοπρατηθούν τα έργα οδοποιίας τον επόμενο μήνα καθώς προχώρησε η μελέτη του ΕΜΠ και ότι στο τέλος Οκτωβρίου ο Παπαδόπουλος θα θεμελιώσει το έργο («Το Βήμα», 26.09.1971). Παράλληλα, μετά το προηγούμενο κάζο, απηύθυνε πρόσκληση προς τους αρχιτέκτονες να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό. Σχεδόν τρία χρόνια μετά έγινε το «αποφασιστικό» βήμα και αφού δεν συνέπεσε η ολοκλήρωση του έργου στις 25 Μαρτίου, ο Παπαδόπουλος αποκάλυψε την αναμνηστική πλάκα την 28η Οκτωβρίου στα Τουρκοβούνια («Το Βήμα», 29.10.1971)! Στην ομιλία του δεν παρέλειψε να προσκαλέσει τους αρχιτέκτονες να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους στον διαγωνισμό, ανακοινώνοντας βραβεία εκατομμυρίων για να τους δελεάσει («Μακεδονία», 29.10.1971).

Πέρασαν οι μήνες και σχεδόν έναν χρόνο μετά την πρώτη αποτυχία, τον Αύγουστο του 1972, διαβάζουμε ότι «απέτυχε πάλι ο διαγωνισμός» («Το Βήμα», 02.08.1972) και μένει μετέωρο το «Τάμα» με προϋπολογισμό 1 εκατ. για κάθε στρέμμα του, καθώς καμία από τις 35 μελέτες δεν κρίθηκε άξια να υλοποιηθεί. Τουλάχιστον εντοπίζουμε μια καινούργια πληροφορία, το κόστος: 100-150 εκατ. δρχ. για τα έργα διαμόρφωσης, 150 εκατ. για τις απαλλοτριώσεις και περί 300 εκατ. ο ναός. Υπάρχουν βέβαια αντιδράσεις, όπως συμπεραίνει ο αναγνώστης της ομιλίας του Παττακού: «ο κ. Μακαρέζος έλαβε χθες επιστολήν από τον Μελιγαλά, με ύφος προκλητικόν, με ρωτήματα προκλητικά: “Πού είναι το τάμα;” […]» («Μακεδονία», 30.03.1972). Διάχυτη η απογοήτευση ενώ οι απαλλοτριώσεις προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας («Το Βήμα», 10.10.1972) και το ειδικό ταμείο θα πληρώσει εφάπαξ όσους έχουν οικήματα εκεί, σύμφωνα με σχέδιο διατάγματος. Δυο μήνες μετά όλα έχουν βαλτώσει, «αναμένεται η οριστική απόφαση» («Το Βήμα», 07.12.1972) και ουδείς αναφέρεται στα 175 εκατ. δρχ. που είχε ανακοινωθεί πέντε μήνες νωρίτερα ότι βρίσκονται στους λογαριασμούς του ειδικού ταμείου. Με τη νέα χρονιά ανέλαβε το υπουργικό συμβούλιο («Το Βήμα», 26.01.1973) σε ειδική συνεδρίαση και αποφάσισε να προκηρύξει στις 7 Μαΐου νέο διαγωνισμό! Ιδεών αυτήν τη φορά («Το Βήμα», 05.05.1973), για να ανεγερθεί ο ναός στον «Λόφο Αγχισμού». Στις 31 Οκτωβρίου, όπως είπαν, θα ολοκληρωθεί. Ομως, όπως καταλήγει η εφημερίδα στο ρεπορτάζ της, «Τώρα τους αρμόδιους θα απασχολή το ερώτημα: “Αν αποτύχη για τρίτη φορά ο διαγωνισμός, τι θα γίνη; Θα επιμείνουμε;”». 

Ενώ αναμένεται τυπικά να αποβεί άγονος και ο τρίτος διαγωνισμός «για το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό», όπως έγραφε η «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» (03.06.1973), το οποίο πλέον προϋπολογίζεται σε 1 δισ. δρχ., στις αρχές Νοεμβρίου 100 οικογένειες απειλούνται με βίαιη έξωση από τα Τουρκοβούνια («Το Βήμα», 09.11.1973). Μεσολάβησαν η εξέγερση του Πολυτεχνείου και η ανάληψη των ηνίων από τον σκιώδη Ιωαννίδη. Ηγγικεν η ώρα των αποκαλύψεων. Ενα παραπολιτικό σχόλιο στα «Νέα» (26.01.1974) είναι το πρώτο που αφήνει αιχμές για τα ποσά: «πριν ακόμα κτισθή, πριν καν γίνουν τα σχέδια για την κατασκευή, δαπανήθηκαν –λες από θαύμα– τα 406 εκατομμύρια δραχμές από τα 453 εκατομμύρια που είχαν τελικά συγκεντρωθή. Πάντως κι’ οι πιο ολιγόπιστοι θαύμασαν το γεγονός ότι με εντελώς κανονικό τρόπο αναλώθηκε ολόκληρο το τεράστιο αυτό ποσό για ένα του οποίου ακόμα δεν κατάφεραν οι υπεύθυνοι να έχουν ούτε τα σχέδια». Οι πληροφορίες φτάνουν από τον πρόεδρο του ειδικού ταμείου και δήμαρχο Πειραιά. Τον Απρίλιο έγινε η τυπική ανακοίνωση της αποτυχίας και του τρίτου διαγωνισμού («Το Βήμα», 18.04.1974), καθώς το ΣτΕ ανέστειλε την απαλλοτρίωση («Μακεδονία», 20.04.1974), βάζοντας ταφόπλακα στο όραμα μεγαλομανίας που είχε εμπνευστεί ο Παπαδόπουλος. Με διαταγή του υπουργού της κυβέρνησης εθνικής ενότητας Γ. Μαγκάκη εγκαταλείφτηκε («Μακεδονία», 06.08.1974).

Τα τρωκτικά τα ξεκοκάλισαν

Η πτώση της χούντας άνοιξε την υπόθεση και μαθαίνουμε ότι οι αρχιτέκτονες είχαν σαμποτάρει τις διαγωνιστικές διαδικασίες («Το Βήμα», 25.08.1974), καταργήθηκε το ταμείο, ο χώρος πέρασε στο δημόσιο («Μακεδονία», 09.10.1974) και τον Μάρτιο του 1975 ανακοινώθηκε η μετατροπή του σε Αττικό Αλσος – «να γίνει Χάιντ Παρκ» πρότειναν πολιτικοί μηχανικοί («Ταχυδρόμος», 12.09.1974). Το περιοδικό «Αντί» (τ. 4, 19.10.1974) ερευνά και ονομάζει. Πρωτομάστορας της «καινούργιας Αγια-Σοφιάς» ο Παττακός, που ανέλαβε «το βαρύ φορτίο της προώθησης του μεγάλου και θεάρεστου –και για πολλούς επικερδέστατου– έργου». Κάνει λόγο για «εξαγορές» μελετών και για «μεγάλη οικοπεδική σπέκουλα». Σημειώνει ότι έσπρωξαν το «έθνος ολόκληρον» «να ανατριχιάσει από ιερή συγκίνηση και να κινηθεί “οικειοθελώς” και φυσικά “αυτοβούλως”, για να προσφέρει και από το υστέρημά του […] στον Ιερό Λογαριασμό, που φούσκωνε χωρίς σταματημό». Η τεχνική περιγραφή του έργου που παραθέτει το περιοδικό είναι βγαλμένη από τα μύχια εθνοκίτς όνειρα των ελληνοχριστιανών διανοουμένων του στρατεύματος.

Μέσα σε αυτά τα «ιερά» σχέδια συντελέστηκε το θαύμα: είχαν εξαφανιστεί 406 εκατ. δρχ., φυσικά πέρασαν στις τσέπες των επιτήδειων, αρεστών και «ημετέρων» του καθεστώτος – στην υγεία των «κορόιδων». Ο Διον. Ελευθεράτος αναφέρει ότι είχε δημοσιευτεί στην «Εστία» (19.01.1974) πως στο ταμείο είχαν απομείνει μόλις 47,3 εκατ. δρχ.! Μπροστά στη μεταπολιτευτική κατακραυγή ο δήμαρχος Σκυλίτσης είχε σπεύσει να δηλώσει ότι η διαχείριση των εσόδων «ελέγχεται υπό του υπουργείου οικονομικών» («Μακεδονία», 18.08.1974) αλλά κι αυτά χάθηκαν στην «εθνική ενότητα» και την αποτυχημένη αποχουντοποίηση. Ξοδεύτηκαν 483 εκατ. δρχ., στο ταμείο περίσσεψαν 2.976.000 (0,01%) και το κράτος εξοφλεί δάνειο που είχε πάρει η χούντα («Μακεδονία», 15.11.1975). Το 90% των εσόδων είχε ήδη καταναλωθεί σε απαλλοτριώσεις, «δαπάνες μελετών», προπαρασκευαστικά έργα και «δαπάνες διοικήσεως και λειτουργίας» («Ιός», «Εφτά χρόνια αρπαχτή», 25.07.2010). Ποιοι επωφελήθηκαν από τόσο μεγάλο ποσό· μερίδες του καθεστώτος, της αστικής τάξης; Το κράτος είχε συνέχεια.

Συνέχεια έχει βέβαια και η πρόθεση για την εκπλήρωση του «Τάματος» ακόμη και σήμερα, όχι μόνο από περιθωριακούς ακροδεξιούς κύκλους. Στις 13.02.2017 στη Βουλή 16 βουλευτές της ΝΔ, ένας των ΑνΕλ και ένας ανεξάρτητος… ξαναζέσταναν τη σούπα προτείνοντας ως «κατάλληλες θέσεις»: «Το Πεδίον του Αρεως, τα ξέφωτα του Ζαππείου ή του Εθνικού Κήπου, το Αττικό Αλσος»! Είχε προηγηθεί το 2012 η εκκλησία που είχε στόχο να γιορτάσει τα 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης του ’21 με έναν μεγαλοπρεπή ναό («Ενθέματα», 22.07.2012, «Το τάμα του Εθνους ή η Χούντα δεν τελείωσε το 2021»).

Βρομούσε το σκάνδαλο για χρόνια

Η συνέχεια του κράτους φρόντισε να ρίξει στη λήθη και τις άλλες λαμογιές που έγιναν στην επταετία των δήθεν «καθαρών χεριών» με τις «χρυσές μασέλες». Ο «Ιός» έχει σταχυολογήσει («Εφτά χρόνια αρπαχτή») τις αυξήσεις των απολαβών και την καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση του πυρήνα του καθεστώτος, τη διά νόμου ασυλία, τακτοποιήσεις συγγενών, ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Επιπλέον καταγράφονται στα αρνητικά οι σκανδαλώδεις συμβάσεις με τη Λίτον, με τον Τομ Πάπας και η χρηματοδότηση της εκστρατείας του Νίξον, η… πριμοδότηση της εξαφάνισης του εργολάβου Ρόμπερτ ΜακΝτόναλντ, η τιτανομαχία για την άδεια διυλιστηρίων και φυσικά ο πλουτισμός των χουντικών.

Το μέγα σκάνδαλο, όπως αναφέρει και ο Διον. Ελευθεράτος στα «Λαμόγια στο χακί», είναι η υπόθεση των κρεάτων, η μόνη που εκδικάστηκε εν καιρώ δικτατορίας, προφανώς επειδή δεν άγγιζε τον «αόρατο δικτάτορα» Δ. Ιωαννίδη. Ηταν σκανδαλώδη όσα συνέβησαν και έφτασαν να ακουστούν στην αίθουσα του έκτακτου στρατοδικείου· επίσης σκανδαλώδης ήταν η εμπλοκή προσώπων: ο υφυπουργός Εμπορίου Μιχάλης Μπαλόπουλος, ο Παττακός, ο αδερφός του αρχιπραξικοπηματία Χαράλαμπος Παπαδόπουλος και ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Εμπορίου, διορισμένος πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ Ζαφείριος Παπαμιχαλόπουλος. Οι βασικοί εκ των 40 κατηγορουμένων Μπαλόπουλος και Παπαμιχαλόπουλος κατηγορήθηκαν για «ποικίλες παρανομίες, με κυριότερη τη “δωροληψία κατά συρροήν” από μεγαλεμπόρους» («Ιός», 25.07.2010). Καταδικάστηκαν σε κάθειρξη δέκα ετών και σε τριάμισι χρόνια φυλάκιση όταν επαναλήφθηκε η δίκη, ποινή που το 1976 μειώθηκε σε 14 μήνες. Ο Μπαλόπουλος δεν διώχτηκε για την επίδοση που τον έκανε ευρύτερα γνωστό: αποκαλούνταν «ο κύριος 10%», το «μπαλόσημο» δηλαδή που έλεγαν ότι εισέπραττε όταν διετέλεσε γενικός γραμματέας του ΕΟΤ.

«Από τα τέλη του 1971 μέχρι τα τέλη του 1973 η διακίνησις των αγαθών στην αγορά και ιδιαίτερα των κρεάτων παρουσίαζε ανωμαλίας. Η ανωμαλία οφείλετο στις συνεχείς ανατιμήσεις και τις νομισματικές διακυμάνσεις. Η στενότης όμως δεν ήτο αυτή που παρουσιάζετο. Ηταν μία τεχνική έλλειψη που οι ίδιοι οι χονδρέμποροι δημιούργησαν» κατέθεσε στη δίκη ο αστυνομικός διευθυντής Α΄ Αθαν. Καρανίκας («Το Βήμα», 07.06.1974) δίνοντας το στίγμα και τη διάρκεια του σκανδάλου. Την ίδια μέρα η υπεράσπιση προσκόμισε μια διαταγή του Παττακού (Α.Π. 292396/1721/21.09.1972) με την οποία φάνηκε ότι ο πραξικοπηματίας είχε εμπλοκή καθώς διέθετε επειγόντως στην αγορά τα «σκούρα» κρέατα Αργεντινής, κάνοντας κάποιους πλουσιότερους: «…αποδεχόμεθα το προτεινόμενον μέτρον της επικολλήσεως των σχετικών ενδείξεων υπό των οργάνων ελέγχου, μόνο διά τας παραλειφθήσας ποσότητας κρεάτων, άτινα δέον όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν». Αλλος μάρτυρας στη συνέχεια, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν κατηγορηματικός ότι η υποχρεωτική κατανάλωση ευνοούσε τον εισαγωγέα. Ο Παττακός ουδέποτε ερευνήθηκε. Ο Καρανίκας επίσης σημείωσε και ένα επεισόδιο του αντιπροέδρου με αστυκτηνίατρο καθώς τον επέπληξε επειδή εντόπισε αλλοιώσεις σε κρέατα από την Ιρλανδία («Το Βήμα», 07.06.1974).

Ο Γιάννης Καψής είχε μεταφέρει στο κύριο άρθρο του τη δυσοσμία: «Δεν είναι καινούρια η υπόθεση. Μήνες ολόκληρους οι φήμες οργίαζαν. Κι όμως κανείς δεν τολμούσε. Κανείς δεν είχε το θάρρος να μεταβάλη τον ψίθυρο σε καταγγελία. Κι όσο οι φήμες απλώνονταν, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερους υπεύθυνους και μη, τόσο μεγάλωνε κι ο φόβος μήπως θίξουμε τα κακώς κείμενα. Ηταν μια “συνωμοσία κραυγαλέας σιωπής”, χάρη και στη δρακόντεια νομοθεσία που ρυθμίζει –και συμπιέζει– την ενάσκηση του λειτουργήματός μας» («Ταχυδρόμος», 24.05.1974).

Λίγο νωρίτερα (19.05.1974) οι αναγνώστες του «Βήματος» διάβαζαν το ανακριτικό πόρισμα και για τις κινήσεις στο γραφείο του υφυπουργού, τα χρηματοδέματα με τις «προμήθειες» για τις άδειες εισαγωγής κρεάτων και τα παζαρέματα και έφριτταν αναλογιζόμενοι τη δεινή οικονομική θέση που τους είχε επιφυλάξει το καθεστώς. Χαρακτηριστική σκηνή από όσες διαδραματίστηκαν: «Κατά μήναν Απρίλιο 1973 οι Τάγκος και Καπέτης, ητήσαντο άδειαν εισαγωγής (3.000) τόννων μόσχων εκ Σερβίας, ο δε Παπαμιχαλόπουλος παρουσίασε αυτούς εις τον υφυπουργόν Μπαλόπουλον, όστις είπεν εις τούτους ότι “θα μελετήσει το αίτημα και μετά διήμερον ο Παπαμιχαλόπουλος θα τους εγνωστοποίει την ληφθήσαν απόφασιν», όπερ και εγένετο, ήτοι «ο Παπαμιχαλόπουλος επικοινώνησας τηλεφωνικώς μετά του Τάγκου, του εγνώρισεν ότι η άδεια εισαγωγής ενεκρίθη. Εν συνεχεία οι Τάγκος και Καπέτης συνεσκεύασαν χρηματόδεμα περιέχον το ποσόν του ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων (1.200.000) δραχμών κατ’ αναλογίαν (Τάγκος – Δίκος 1.000.000, Καπέτης 200 χιλ.) και το ενεχείρισαν εις τον Παπαμιχαλόπουλον, όστις στραφείς προς τον Καπέτην ηρώτησεν τούτον: “Είναι σωστά Πολύβιε, όπως είπαμε ή θα γίνουμε ρεζίλι;”. Εν συνεχεία παραλαβών το χρηματόδεμα ηκολούθησε την ιδίαν προς το γραφείον του Υφυπουργού Μπαλοπούλου διαδρομήν, επιστρέψας δε μετ’ ολίγον είπε: “απ’ αυτά δεν πήρα ούτε μια δεκάρα”, ο δε Τάγκος απήντησε: “αν πάμε καλά θα σας προσέξουμε ημείς”».

Το γαϊτανάκι των «προμηθειών» συνεχιζόταν αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, «η προνομιακή και αυτόχρημα σκανδαλώδης κατανομή των αδειών εισαγωγής κορυφωθείσα την εποχήν εκείνην προεκάλεσεν έντονον διαμαρτυρίαν και δεδικαιολογημένη αγανάκτησιν του συνόλου σχεδόν των εμπόρων εισαγωγέων, υπό το κράτος των οποίων ο Υφυπουργός Εμπορίου Μπαλόπουλος Μιχαήλ επέτρεψεν ελευθέρως τας εισαγωγάς εκ της Σερβίας». Ο Παπαμιχαλόπουλος ομολόγησε αβίαστα στους ανακριτές «ευρεθείς ενώπιον κραυγαλέων αποδεικτικών στοιχείων» ότι δωροδοκήθηκε συνολικά με το ποσό των 9 εκατ. δρχ. Μάλιστα δωροδοκήθηκε με 1 εκατ. δρχ. επειδή «ετακτοποίησε εκ των υστέρων» να παραληφθεί φορτίο κρεάτων το οποίο δεν είχε τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Προνομιακή, χαριστική και σκανδαλώδη μεταχείριση μερίδας εισαγωγέων καταλόγιζαν οι ανακριτές στον υφυπουργό Μπαλόπουλο, με αποτελέσματα: «α. Την μονοπωλιακήν διακίνησιν του κρέατος κατά την τελευταίαν διετίαν υπό των απαραδέκτως ευνοούμενων χονδρεμπόρων, οίτινες –ως ήτο επόμενον– διαμόρφωνον κατά το δοκούν τας τιμάς χονδρικής και λιανικής πωλήσεως εις επίπεδα ανώτερα των υπό του αρμοδίου Υπουργείου καθοριζομένων και η γενίκευσις των υπερτιμήσεων του κρέατος (περιβόητον καπέλλο), ήτις έπληξεν οικονομικώς το ευρύτερον καταναλωτικόν κοινόν, απενεγκούσα αντίστοιχως σημαντικά και οπωσδήποτε αθέμιτα κέρδη εις τους ως είρηται εμπόρους εισαγωγείς.

Η υπερτίμησις του κρέατος προεκάλεσε ή συνυπέφερεν ανατιμητικάς τάσεις και εις έτερα αγαθά πρώτης ανάγκης […]

β. Την ποιοτικήν κατωτερότητα των εισαγομένων κρεάτων, ως εκ της ελλείψεως συναγωνισμού. Εις τινας μάλιστα περιπτώσεις τα κρέατα ταύτα ήσαν επικίνδυνα εις την υγείαν του καταναλωτικού κοινού […]

γ. Την εκβιαστικήν προμήθειαν κρέατος υπό των λοιπών χονδρεμπόρων, των μη λαμβανομένων άδειαν εισαγωγής και των λιανοπωλητών παρά των ανωτέρω προνομιακής μεταχειρίσεως τυγχανόντων επί καταβολή υπερτιμήματος (Καπέλλο) και η αδυναμία τούτων να καταγγείλουν την πράξιν, λόγω του απειλουμένου οικονομικού αφανισμού των εν περιπτώσει καταγγελίας […].

δ. Την κατά συχνά χρονικά διαστήματα δημιουργίαν τεχνητής ελλείψεως κρέατος διά της εναποθηκεύσεως μεγάλων ποσοτήτων τοιούτου εις ψυκτικούς χώρους επί χρόνον αδικαιολογήτως μακρόν». 

Παράλληλα, το κύκλωμα των δωροδοκιών έφτανε στα ελεγκτικά όργανα από τους «κερδομανείς» και κάλυπταν τα φορτία με τα «ευγενή» κρέατα ή επιτροπές παρερμήνευαν εσκεμμένα τον νόμο για να υποβληθούν αυτά τα κρέατα σε δασμούς. Οπως σημειώνει ο Διον. Ελευθεράτος, «το 1972-1974 κατέφθαναν στον Πειραιά κρέατα Ροδεσίας με πλαστά πιστοποιητικά που ανέφεραν άλλες χώρες προέλευσης». Σε αιφνιδιαστικούς ελέγχους που διενέργησε το καθεστώς Ιωαννίδη «διαπιστώθηκε ότι μετέφεραν τέτοια κρέατα τέσσερα πλοία που κρατήθηκαν έξω από το λιμάνι του Πειραιά και τρία αεροπλάνα τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως μόλις προσγειώθηκαν στο Ελληνικό». Ο Μπαλόπουλος πίεζε τον αστυνομικό διευθυντή Καρανίκα να μην αποκαλύψει τον τόπο προέλευσης καθώς είχε επιβληθεί εμπάργκο στο καθεστώς της Ροδεσίας.

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Γιάννη Καψή, «η διαφορά τιμής του ροδεσιανού κρέατος από τις διεθνείς τιμές ήταν 200-300 δολάρια κατά τόνο και τη διαφορά αυτή την κερδίζουν οι εισαγωγείς σε ελεύθερο συνάλλαγμα. Μόνο η εταιρεία “Τσώνη ΑΕ” εισήγαγε 24.000 τόνους (με 20 φορτηγά σκάφη και 150 αεροπλάνα) και κέρδισε ελεύθερο συνάλλαγμα 4.700.000 δολάρια που πουλήθηκαν με την τιμή των 32 δραχμών κατά δολάριο. Καθαρό κέρδος 10 εκατομμυρίων περίπου» («Ταχυδρόμος», 24.05.1974). Ηταν πολλά τα λεφτά. Και προέρχονταν από κρέατα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία. «…Υποχρέωναν τον κόσμο να τα τρώη» κατέθεσε ο διευθυντής Αγορανομίας του υπουργείου Εμπορίου και σε άλλο σημείο τόνισε ότι «προήρχοντο από περιοχή μολυσμένη από αφθώδη πυρετό» («Το Βήμα», 11.06.1974). Είχαν μυαλό μόνο για την τσέπη τους και αδιαφορούσαν για την υγεία των πολιτών.