Η ύφεση τελείωσε για τους πλούσιους και μόλις αρχίζει για τους φτωχούς

Δεν είναι μόνο η πανδημία της Covid-19 που έχει διευρύνει δραματικά τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι η ίδια η  λειτουργία του συστήματος.

Μιχάλης Ψύλος 28/01/2021 | 08:57

Ο διάσημος Γάλλος, φιλελεύθερος φιλόσοφος, Γκασπάρ Κενίγκ στο τελευταίο του βιβλίο «L`Enfer» (Η Κόλαση) αφηγείται την ιστορία ενός νεοφιλελεύθερου καθηγητή Οικονομικών, που μόλις έχει… αποβιώσει μετά από μια ασθένεια (ίσως και από τον κορονοϊό). 

Παντρεμένος επί 46 χρόνια χωρίς να έχει απατήσει ποτέ τη γυναίκα του και μη έχοντας κάνει ποτέ του κάτι κακό, πηγαίνει στον Παράδεισο. Όταν ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου, ο καθηγητής διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε ένα τεράστιο αεροδρόμιο, με χώρους πολύ "υψηλής τεχνολογίας", όπου οι γύρω του διαθέτουν μια απεριόριστη πιστωτική κάρτα, κάνουν ότι θέλουν κατά βούληση με βάση τους νόμους της ελεύθερης αγοράς, περνούν το χρόνο τους ταξιδεύοντας με αεροπλάνο.

Φυσικά, όλα αυτά υπό συνεχή και άγρυπνη παρακολούθηση, μέσα από εκατομμύρια κάμερες.

Στον «τεχνο-φιλελεύθερο» αυτόν Παράδεισο, περιπλανώμενος ο καθηγητής, συναντά τους νέο-φιλελεύθερους ήρωές του -τον Μίλτον Φρίντμαν και άλλους- και ξαφνικά αρχίζει να καταλαβαίνει τι συμβαίνει: «Δεν ήμουν στον Παράδεισο, αλλά στην Κόλαση. Δεν υπήρχαν βέβαια φωτιές και τα αιώνια βασανιστήρια, αλλά ένα τεράστιο σαλόνι αναμονής με ανακλινόμενα καθίσματα» λέει, συνειδητοποιώντας ότι αυτή η κόλαση είναι τελικά πολύ κοντά σε εκείνοι που θεωρούσε ως τον ιδανικό, νεοφιλελεύθερο κόσμο.

Πρόεδρος ενός νέο-φιλελεύθερου think tank ο Κενίγκ με το «φιλοσοφικό παραμύθι», φαίνεται να προσγειώνεται ανώμαλα πλέον στην πραγματικότητα. Ο Γκασπάρ Κενίγκ παραδέχεται ότι «η συγκέντρωση κεφαλαίου, η οποία φτάνει τα επίπεδα ρεκόρ στις ΗΠΑ σήμερα, γίνεται αφόρητη. Οι πολίτες είναι αιχμάλωτοι από μια χούφτα τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών, παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικά διαδικτυακών πλατφορμών… Πρέπει επειγόντως να ανανεώσουμε όλα αυτά με μια πολιτική ανταγωνισμού, η οποία είναι απαραίτητη για την ατομική ελευθερία».

«Επιδημιολογικός νέο-φιλελευθερισμός»

«Η ειρωνεία είναι», λέει η Ιζαμπέλ Φρέι, ειδικός στην ιατρική ανθρωπολογία και κοινωνιολογία, ότι οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις  προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αρχικά την πανδημία με τον λεγόμενο «επιδημιολογικό νεοφιλελευθερισμό». Υποστηρίζοντας ότι «η λύση στην πράξη συνίστατο στην ασυλία αγέλης και σε εθελοντικές κατευθυντήριες γραμμές συμπεριφοράς –να πλένετε τα χέρια σας και να κρατάτε αποστάσεις. Αυτό, στην πραγματικότητα, μετέτρεψε ένα κοινωνικό πρόβλημα σε ένα ατομικό ζήτημα, παρακάμπτοντας έτσι κάθε ευθύνη που είχαν οι αρχές για την κρίση της δημόσιας υγείας» τονίζει η Ιζαμπέλ Φρέι.

Αλλωστε, η ίδια η πραγματικότητα γκρέμισε με την πανδημία τις νέο-φιλελεύθερες αντιλήψεις. Τα κράτη αναγκάζονται πλέον να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο, δαπανώντας μαζικά για να προστατεύσουν την κοινωνία από τον συνδυασμό της υγειονομικής κρίσης με την οικονομική καταστροφή.

Στο 51ο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, που πραγματοποιείται ψηφιακά αυτές τις ημέρες, το κεντρικό σύνθημα είναι “The Great Reset” (Η Μεγάλη Επανεκκίνηση), βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του ιδρυτή και προέδρου του Φόρουμ, Κλάους Σβαμπ.

Με δεδομένο ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα και η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά, ο Σβαμπ τονίζει την ανάγκη  «να δράσει ο κόσμος από κοινού και γρήγορα για να ανανεώσει όλες τις πτυχές των κοινωνιών και των οικονομιών μας, από την εκπαίδευση έως τις κοινωνικές συμβάσεις και τις συνθήκες εργασίας». Εν ολίγοις; Μια «Μεγάλη Επαναφορά» του καπιταλισμού».

Δεν είναι άλλωστε μόνο η πανδημία του Covid-19 που έχει διευρύνει δραματικά τις κοινωνικές ανισότητες. Είναι η ίδια η  λειτουργία του συστήματος. 

«Οι 1000 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο έχουν αναπληρώσει μέσα σε μόλις εννέα μήνες όλες τις απώλειες που προκλήθηκαν μετά το πρώτο κύμα της πανδημίας την περασμένη άνοιξη και μάλιστα έχουν αρχίσει να συσσωρεύουν περισσότερο πλούτο», σύμφωνα με τον «Ιό της ανισότητας», την έκθεση που δημοσίευσε η Oxfam, με την ευκαιρία του Φόρουμ του Νταβός.

Το Bloomberg γράφει ότι οι 500 πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου πρόσθεσαν πέρυσι στις περιουσίες τους 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, φθάνοντας συνολικά στα 7,6 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Ελον Μασκ της Tesla και ο Τζεφ Μπέζος της Amazon, κέρδισαν περίπου 217 δισεκατομμύρια δολάρια. Οσα δηλαδή χρειάζονται για να σταλούν σε 100 εκατομμύρια πληγέντες από την πανδημία επιταγές ύψους 2.000 δολαρίων στον καθένα!

«Την ίδια ώρα, οι φτωχότεροι θα χρειαστούν περισσότερα από 10 χρόνια για να ανακάμψουν από τις καταστροφικές οικονομικές συνέπειες της πανδημίας» σύμφωνα με την έκθεση της Oxfam, η οποία εκπονήθηκε με τη  συμμετοχή 295 οικονομολόγων από 79 χώρες.

Αρση του φρένου στο δημόσιο χρέος

Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και η Γερμανία -η  πρωθιέρεια της λιτότητας στην Ευρώπη- αναγκάζεται λόγω των επιβαρύνσεων από την πανδημία του κορωνοϊού, να άρει για τα επόμενα χρόνια -από το Σύνταγμα μάλιστα- το λεγόμενο «φρένο στο χρέος». 

Να μπορεί δηλαδή η χώρα να δανείζεται όσο χρειάζεται για να ανταπεξέλθει στις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες του πληθυσμού. Κατά το 2020, οι κυβερνήσεις διέθεσαν τουλάχιστον 12 τρισεκατομμύρια δολάρια σε δημοσιονομικά κίνητρα, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. 

Αλλωστε, το χρήμα είναι πλέον πολύ φθηνό καθώς πέρυσι, για παράδειγμα, αγοράστηκε χρέος σε ομόλογα ύψους 17,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με αρνητικά επιτόκια.

Ο Χριστιανοδημοκράτης επικεφαλής της Καγκελαρίας, Χέλγκι Μπράουν και στενός συνεργάτης της Μέρκελ , με άρθρο του στην Handelsblatt τονίζει ότι «πρέπει να υπάρξει μια στρατηγική ανάρρωσης της οικονομίας. Γι’ αυτό θα πρέπει να προσδεθεί στο Σύνταγμα, με περιορισμό για τα επόμενα χρόνια, ένας νέος διάδρομος για νέα χρέη, που θα συνδέεται με μια σαφή ημερομηνία επιστροφής στο φρένο χρέους. Αυτό σημαίνει στην ουσία: Δεν γίνεται αυτή τη στιγμή να κάνουμε οικονομία, γιατί οι καιροί είναι σκληροί», λέει ο έμπιστος συνεργάτης της Μέρκελ.

Ηδη, για την οικονομία της Ευρωζώνης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης το 2021 και συγκεκριμένα 4,2% έναντι 5,2% που προέβλεπε τον περασμένο Οκτώβριο. Το ΔΝΤ επισημαίνει μάλιστα τους κινδύνους για νέα κύματα της πανδημίας και νέες μεταλλάξεις του ιού, τονίζοντας ότι «οι πολιτικές θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποτελεσματική στήριξη έως ότου η ανάκαμψη παγιωθεί».

Το γεγονός άλλωστε ότι οι παγκόσμιες κεντρικές τράπεζες έχουν διαθέσει τον τελευταίο χρόνο πάνω από έξι τρισεκατομμύρια δολάρια για να ηρεμήσουν τις λεγόμενες αγορές και να αποτρέψουν την οικονομική κατάρρευση, λέει πολλά!. Όπως προειδοποιεί μάλιστα ο Economist «το κράτος είναι πιθανό να διαδραματίσει πλέον πολύ διαφορετικό ρόλο στην οικονομία», σημειώνοντας ότι «η ιστορία δείχνει ότι τα αποτελέσματα θα είναι μόνιμα».

«Φούσκες» έτοιμες να εκραγούν, παντού

To πρακτορείο Bloomberg προειδοποιεί άλλωστε ότι η «εποχή της Πανδημίας έχει δημιουργήσει παντού φούσκες».

Σύμφωνα με το διεθνές Πρακτορείο «ένα κοινό νήμα διατρέχει τις αγορές μετά την πανούκλα του 2020: Φτηνό χρήμα, αγορά ομολόγων από τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες, αλλά και διογκωμένα περιουσιακά στοιχεία ,προκειμένου να μην υπάρξει αστάθεια στις αγορές».

Μόνο που οι φουσκωμένες τιμές αυξάνονται, υπονομεύοντας την οικονομική σταθερότητα, πριν η πραγματική οικονομία μπορεί να επωφεληθεί από όλα αυτά. «Τα σημάδια για τις επερχόμενες φούσκες είναι πλέον παντού ,καθώς οι τιμές των μετοχών σημείωσαν άνοδο σε ύψη που δεν είχαμε δει από την εποχή του dot-com» λέει ο τραπεζίτης Ογκστιν Κάρστενς.

«Αλλά αν τα εταιρικά κέρδη υπολείπονται των προσδοκιών ή δεν προχωρήσει καλά η διάθεση του εμβολίου, υπάρχει κίνδυνος οι αγορές να δεχθούν ισχυρό πλήγμα» προειδοποιεί ο Κάρστενς και προσθέτει: «Αυτός είναι ένας κίνδυνος που πρέπει να παραδεχτούμε και γι` αυτό πρέπει να τον παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά»

Η ιταλική οικονομική, συντηρητική εφημερίδα “24 Ore”, υποστηρίζει πάντως  ότι «για τους εξαιρετικά πλούσιους, η ύφεση τελείωσε, αλλά πρώτη φορά σε έναν αιώνα, θα μπορούσε να υπάρξει αύξηση της οικονομικής ανισότητας σχεδόν σε όλες τις χώρες ταυτόχρονα».

Στην Ιταλία σήμερα -γράφει η 24 Ore- «μια νοσοκόμα θα έπρεπε να εργαστεί 127 χρόνια για να κερδίσει όσο και ένας διευθύνων σύμβουλος μιας μεγάλης εταιρείας σε ένα χρόνο». Και  αυτό δεν είναι «φούσκα». Είναι «ο καπιταλισμός ηλίθιε» για να παραφράσουμε τον Μπίλ Κλίντον…

Πηγή: Εφημέριδα «Δημοκρατία»