Η βιομηχανία του Dark Tourism και η εξαέρωση της ιστορικής μνήμης

Η Ιστορία χρειάζεται χρόνο, αιτίες, συμφραζόμενα, αντιφάσεις. Το feed χρειάζεται αμεσότητα. Η Ιστορία ζητά να μείνεις σε μια δυσάρεστη σκέψη λίγο περισσότερο. Η πλατφόρμα είναι σχεδιασμένη για να σε οδηγήσει αμέσως στην επόμενη.

AP110129030687

Υπάρχει κάτι παράξενα σύγχρονο, και ταυτόχρονα βαθιά ανησυχητικό, στην εικόνα. Ένας άνθρωπος ταξιδεύει εκατοντάδες ή χιλιάδες χιλιόμετρα, περνάει αεροδρόμια, ελέγχους, ουρές, αγοράζει εισιτήρια, διασχίζει πόλεις και σύνορα και φτάνει επιτέλους μπροστά σε έναν χώρο όπου κάποτε άνθρωποι βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν, πέθαναν από πείνα ή ξεριζώθηκαν βίαια από τη ζωή τους. Και τότε βγάζει το κινητό.

Δεν είναι απαραίτητα ασέβεια. Μπορεί να θέλει απλώς να θυμάται ότι βρέθηκε εκεί, να φωτογραφίζει επειδή συγκινήθηκε ή να πιστεύει ότι έτσι μεταφέρει τη μνήμη παρακάτω. Μόνο που, σχεδόν αθόρυβα, η εικόνα εγκαταλείπει τον τόπο, περνάει στο Instagram ή στο TikTok, αποκτά μουσική, φίλτρο, λεζάντα, reactions. Και κάπως έτσι η Ιστορία εισέρχεται στη μεγάλη ψηφιακή χοάνη όπου γενέθλια, πόλεμοι, brunch, γενοκτονίες, διακοπές και καταστροφές ανταγωνίζονται για το ίδιο ακριβώς πράγμα, λίγα δευτερόλεπτα προσοχής και λίγα likes.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα του λεγόμενου dark tourism, όχι στην επίσκεψη, ούτε καν στη φωτογραφία καθαυτή. Αλλά στη στιγμή κατά την οποία ένας τόπος μνήμης παύει να μας υποχρεώνει να σταθούμε απέναντί του κι αρχίζει να λειτουργεί ως ακόμη ένα προϊόν εμπειρίας, ακόμη ένα φόντο, ακόμη ένα τεκμήριο ότι «ήμασταν κι εμείς εκεί».

Από το ιστορικό προσκύνημα στο instagrammable φόντο

Ο «σκοτεινός τουρισμός» δεν γεννήθηκε μαζί με τα social media και σίγουρα δεν αποτελεί κάποια ακόμη παθολογία που μπορούμε βολικά να φορτώσουμε στους νεότερους. Η ανθρώπινη έλξη προς τον θάνατο, την καταστροφή και τα υλικά ίχνη της βίας είναι πολύ παλαιότερη. Ο A.V. Seaton μιλούσε ήδη από το 1996 για «thanatourism», ενώ οι Malcolm Foley και J. John Lennon καθιέρωσαν λίγο αργότερα τον όρο «dark tourism» για να περιγράψουν την επίσκεψη σε τόπους συνδεδεμένους με θάνατο, καταστροφές και συλλογικά τραύματα.

Ο άνθρωπος, με άλλα λόγια, πάντα πήγαινε εκεί όπου «κάτι συνέβη». Στα πεδία των μαχών, στους τάφους, στα ερείπια πόλεων, στους τόπους εκτελέσεων. Η Ιστορία, όταν τη διαβάζεις, είναι χρόνος. Όταν όμως στέκεσαι στον τόπο όπου συνέβη, γίνεται χώρος. Το «τότε» μετατρέπεται σε «εδώ». Εδώ περπάτησαν, εδώ περίμεναν, εδώ κρύφτηκαν, εδώ πέθαναν. Αυτή η μετάθεση έχει τεράστια δύναμη, επειδή αφαιρεί από το παρελθόν την ασφάλεια της απόστασης.

Γι’ αυτό και θα ήταν λάθος να καταγγείλουμε συλλήβδην τον επισκέπτη του Auschwitz, του Τσερνομπίλ ή οποιουδήποτε τόπου μαρτυρίου ως τουρίστα της φρίκης. Το Auschwitz-Birkenau υποδέχεται κάθε χρόνο εκατομμύρια ανθρώπους, η πλειονότητα των οποίων πηγαίνει εκεί για να καταλάβει, όσο είναι δυνατόν, τι συνέβη. Η φυσική παρουσία μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη ιστορικής εκπαίδευσης και μνημόνευσης, να διδάξει πράγματα που καμία σχολική παράγραφος δεν μεταδίδει.

Η αλλαγή βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να ταξιδεύουμε γενικώς, μιας και σύγχρονη τουριστική εμπειρία δεν ολοκληρώνεται πια όταν κάτι βιωθεί μα όταν καταγραφεί, δημοσιευθεί κι αναγνωριστεί από τους άλλους. Το «είδα» μοιάζει να χρειάζεται το «ανέβασα» για να αποκτήσει πλήρη υπόσταση. Κι αυτή η συνθήκη γίνεται πολύ πιο άβολη όταν το αντικείμενο της εμπειρίας δεν είναι μια παραλία, αλλά ένας τόπος όπου συνέβη κάτι ακραίο.

Οι Jackie Feldman και Norma Musih, μελετώντας τις selfies στο Auschwitz, αποφεύγουν την εύκολη ηθικολογία. Η selfie μπορεί να θεωρηθεί ναρκισσιστική βεβήλωση, αλλά μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως σύγχρονη μορφή μαρτυρίας πως «βρέθηκα εδώ, είδα, θυμάμαι». Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στη μετατόπιση του κέντρου. Ο επισκέπτης δεν φωτογραφίζει πλέον μόνο τον τόπο, φωτογραφίζει τον εαυτό του μέσα στον τόπο. Από μάρτυρας της Ιστορίας κινδυνεύει να γίνει μάρτυρας της δικής του παρουσίας στην Ιστορία. Το γεγονός υποχωρεί μερικά εκατοστά προς τα πίσω, όσο χρειάζεται για να χωρέσει στο κάδρο το πρόσωπό μας.

Η αισθητικοποίηση του τραύματος: Όταν η καταστροφή γίνεται καταναλωτικό προϊόν

Το Τσερνομπίλ αποτελεί σχεδόν ιδανικό εργαστήριο αυτής της μετάβασης. Το 2019 η σειρά «Chernobyl» του HBO επανέφερε στη δημόσια συζήτηση μια καταστροφή που για ένα μεγάλο μέρος των νεότερων γενιών είχε περιοριστεί σε μια ημερομηνία, έναν αντιδραστήρα και μερικές αόριστες εικόνες σοβιετικής εγκατάλειψης. Η επιτυχία της σειράς, όμως, μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως και σε τουριστικό ενδιαφέρον. Τα πρακτορεία που δραστηριοποιούνταν στη Ζώνη Αποκλεισμού κατέγραφαν το 2019 αύξηση κρατήσεων της τάξης του 30% έως 40%, ενώ άρχισαν να προσφέρονται διαδρομές βασισμένες στα σημεία που είχαν γίνει αναγνωρίσιμα μέσα από τη σειρά.

Η αλυσίδα είναι αποκαλυπτική και περιλαμβάνει καταστροφή, αφήγηση, viral ενδιαφέρον, τουριστικό προϊόν. Δεν χρειάζεται καν κάποιος κυνικός επιχειρηματίας που αποφασίζει να «πουλήσει τον πόνο». Αρκεί η κανονική λειτουργία της αγοράς. Ό,τι αποκτά ορατότητα αποκτά ζήτηση κι ό,τι αποκτά ζήτηση οργανώνεται ως εμπειρία. Ξενάγηση, μεταφορά, merchandising, θεματική διαδρομή, φωτογραφικό σημείο. Η Ιστορία δεν παύει να υπάρχει. Απλώς αποκτά ωράριο λειτουργίας.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ότι ένα μουσείο έχει εισιτήριο ή ότι ένας ξεναγός πληρώνεται. Οι τόποι μνήμης χρειάζονται χρήματα για συντήρηση, έρευνα και προσωπικό. Το ζήτημα είναι διαφορετικό κι αφορά το τι ακριβώς πουλιέται όταν πουλιέται η πρόσβαση στο τραύμα. Η γνώση ή η ανατριχίλα; Η ιστορική κατανόηση ή η αίσθηση ότι για λίγες ώρες «μπήκαμε» σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο;

Στο Τσερνομπίλ δεν φωτογραφήθηκε μόνο ένας τόπος πυρηνικής καταστροφής. Κατασκευάστηκε σταδιακά μια ολόκληρη αισθητική με εγκαταλελειμμένα κτίρια, σκουριασμένες ρόδες, άδειους διάδρομους, μάσκες αερίων, το περίφημο λούνα παρκ της Πρίπιατ. Η καταστροφή απέκτησε «look». Η Ιστορία έγινε ατμόσφαιρα. Κι όταν το τραύμα αποκτά αισθητική, γίνεται ευκολότερο να καταναλωθεί. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πολλά για τη σοβιετική πυρηνική πολιτική ή τις κοινωνικές συνέπειες της εκκένωσης. Αρκεί να αναγνωρίζεις το κάδρο. Ξέρεις πώς «μοιάζει» το Τσερνομπίλ, άρα αισθάνεσαι ότι ξέρεις και τι ήταν.

Εδώ βρίσκεται και η πιο άβολη ελληνική αντίστιξη. Ένας Έλληνας μπορεί να οργανώσει μήνες πριν ταξίδι στην Κρακοβία και να θεωρεί αυτονόητη την επίσκεψη στο Auschwitz, μπορεί να γοητευτεί από το Τσερνομπίλ επειδή γνώρισε πρώτα τη δραματουργημένη εικόνα του, αλλά να μην έχει βρεθεί ποτέ στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στη Μακρόνησο ή στο Μπλοκ 15 του Χαϊδαρίου. Δεν πρόκειται για διαγωνισμό μνήμης ούτε για πατριωτικό συμψηφισμό. Το ενδιαφέρον είναι αλλού: ορισμένοι τόποι έχουν αποκτήσει παγκόσμια πολιτιστική ορατότητα, ενώ άλλοι παραμένουν σχεδόν αόρατοι, ακόμη και σε ανθρώπους που ζουν λίγες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά τους. Δεν αναζητούμε πάντοτε την Ιστορία. Αναζητούμε συχνά την Ιστορία που έχει ήδη αποκτήσει εικόνα.

 Η θεωρία του Debord στην εποχή των disaster influencers

Ο Guy Debord δεν χρειάζεται να διαβαστεί σαν προφήτης του Instagram για να αποδειχθεί ενοχλητικά επίκαιρος. Η «Κοινωνία του Θεάματος» δεν περιέγραφε έναν κόσμο γεμάτο απλώς περισσότερες εικόνες, αλλά μια κοινωνική συνθήκη όπου η άμεση εμπειρία παραχωρεί σταδιακά τη θέση της στην αναπαράστασή της. Το θέαμα δεν είναι η φωτογραφία. Είναι η σχέση που μαθαίνουμε να έχουμε με τον κόσμο όταν η φωτογραφία αρχίζει να μετρά περισσότερο από αυτό που φωτογραφήθηκε.

Στον τουρισμό αυτή η λογική φαίνεται χωρίς καμουφλάζ. Το ταξίδι λειτουργεί πλέον και ως πρώτη ύλη για την κατασκευή μιας δημόσιας ταυτότητας. Όσα επισκεπτόμαστε, δοκιμάζουμε και ζούμε εντάσσονται σε μια αδιάκοπη αυτοβιογραφία εικόνων. Δεν αρκεί να βρίσκεσαι εκεί, πρέπει να υπάρχεις εκεί καταγεγραμμένος. Κι αν αυτό είναι απλώς κουραστικό μπροστά στην Ακρόπολη ή στον Πύργο του Άιφελ, γίνεται βαθιά αμήχανο μπροστά σε έναν θάλαμο αερίων.

Δεν χρειάζεται καν να αναζητήσουμε τις πιο ακραίες περιπτώσεις των «disaster influencers». Η λογική τους είναι απλώς η υπερβολική εκδοχή μιας πολύ κανονικής συμπεριφοράς. Ο τόπος δεν βιώνεται πρώτα και καταγράφεται μετά. Συχνά βιώνεται ήδη με τη σκέψη της καταγραφής του. Κοιτάζουμε γύρω μας και, σχεδόν ταυτόχρονα, φανταζόμαστε το κάδρο, έτσι ώστε η πραγματικότητα να περνάει από το φίλτρο της μελλοντικής δημοσίευσης προτού προλάβει να γίνει εμπειρία.

Κάπου εδώ ο Walter Benjamin προσφέρει ένα δεύτερο εργαλείο. Η έννοια της «αύρας» αφορούσε τη μοναδική παρουσία του έργου τέχνης στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, μια μοναδικότητα που μεταβάλλεται στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγής. Δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε μηχανικά τη θεωρία από την τέχνη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αρκεί να κρατήσουμε το ερώτημα τι συμβαίνει στη μοναδικότητα μιας εμπειρίας όταν η εικόνα της έχει προηγηθεί χιλιάδες φορές.

Φτάνεις στην πύλη του Auschwitz και την αναγνωρίζεις πριν καν τη δεις πραγματικά. Έχεις ήδη συναντήσει το κάδρο σε βιβλία, ταινίες, ντοκιμαντέρ, αναρτήσεις. Ξέρεις πού πρέπει να κοιτάξεις και, συχνά, πού πρέπει να σταθείς για να πάρεις τη φωτογραφία που μοιάζει με όλες τις προηγούμενες. Η εμπειρία κινδυνεύει έτσι να γίνει τελετουργία επιβεβαίωσης μιας εικόνας που προϋπήρχε μέσα μας. Δεν βλέπουμε για να ανακαλύψουμε, βλέπουμε για να αναγνωρίσουμε. Κι όμως, θα ήταν ξανά λάθος να δαιμονοποιήσουμε την οθόνη. Το ίδιο το Auschwitz Memorial χρησιμοποιεί συστηματικά τα social media για ιστορική εκπαίδευση, διάδοση μαρτυριών και αντιμετώπιση της άρνησης του Ολοκαυτώματος. Ένα σύντομο βίντεο μπορεί να μεταφέρει ένα όνομα ή μια ιστορία σε ανθρώπους που ίσως δεν άνοιγαν ποτέ ένα ιστορικό βιβλίο. Το μέσο δεν ακυρώνει από μόνο του τη μνήμη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λογική του μέσου, δηλαδή ταχύτητα, εντύπωση, διαρκής αυτοπαρουσίαση, καταπίνει το περιεχόμενο.

Μπορεί η Ιστορία να επιβιώσει όταν η συλλογική μνήμη χωράει σε βίντεο 15 δευτερολέπτων;

Η εύκολη απάντηση είναι ότι δεν μπορεί. Θα ήταν βολικό να καταλήξουμε σε έναν ακόμη επικήδειο για τη συγκέντρωση προσοχής και να φορτώσουμε στο TikTok την ευθύνη για την ιστορική αμνησία. Μόνο που η Ιστορία έχει επιβιώσει από πολύ χειρότερα από τα reels. Το ζήτημα δεν είναι αν η μνήμη μπορεί να γίνει ψηφιακή. Μπορεί, και ήδη είναι.

Αυτό που δυσκολεύεται να χωρέσει στην οικονομία της πλατφόρμας δεν είναι η πληροφορία αλλά η πολυπλοκότητα. Η Ιστορία χρειάζεται χρόνο, αιτίες, συμφραζόμενα, αντιφάσεις. Το feed χρειάζεται αμεσότητα. Η Ιστορία ζητά να μείνεις σε μια δυσάρεστη σκέψη λίγο περισσότερο. Η πλατφόρμα είναι σχεδιασμένη για να σε οδηγήσει αμέσως στην επόμενη. Ένα βίντεο για το Auschwitz, μια συνταγή, ένα αστείο και μια διαφήμιση ανταγωνίζονται στο ίδιο περιβάλλον, με τους ίδιους μηχανισμούς επιβράβευσης. Δεν γίνονται ισοδύναμα ως περιεχόμενο, αλλά ως μονάδες προσοχής.

Εδώ βρίσκεται ίσως ο πραγματικός κίνδυνος της ιστορικής αμνησίας, όχι στο να μην ξέρουμε τίποτα, αλλά στο να έχουμε την εντύπωση ότι γνωρίζουμε επειδή έχουμε δει. Να αναγνωρίζουμε το Auschwitz χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε το Ολοκαύτωμα. Να ξέρουμε το λούνα παρκ της Πρίπιατ χωρίς να ξέρουμε σχεδόν τίποτα για το σύστημα που γέννησε και διαχειρίστηκε την καταστροφή. Η υπερπληροφόρηση δεν οδηγεί υποχρεωτικά στη γνώση. Μπορεί να οδηγήσει σε μια παράξενη οικειότητα χωρίς βάθος.

Κι εδώ επιστρέφουμε στην αρχική εικόνα, στον άνθρωπο που βγάζει το κινητό μπροστά σε έναν τόπο θανάτου. Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να του το πάρουμε από το χέρι ούτε αν υπάρχει κάποιος παγκόσμιος κώδικας «σωστής» συμπεριφοράς απέναντι στη μνήμη. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν μπορούμε ακόμη να βρεθούμε μπροστά σε κάτι χωρίς να αισθανθούμε αμέσως την ανάγκη να εντάξουμε τον εαυτό μας μέσα του.

Γιατί οι τόποι μνήμης έχουν μια ιδιότητα που η σύγχρονη οικονομία της εμπειρίας δυσκολεύεται να ανεχτεί, αφού δεν υπάρχουν πρωτίστως για εμάς. Δεν είναι σκηνικά της αυτοβιογραφίας μας, ούτε checkpoints μιας πολιτιστικά ενημερωμένης ζωής. Βρίσκονται εκεί για να θυμίζουν ανθρώπους και γεγονότα που δεν ζητούν τη συμμετοχή μας για να αποκτήσουν σημασία. Απαιτούν, με έναν τρόπο σχεδόν παλιομοδίτικο, να κάνουμε κάτι που η εποχή μας αποφεύγει συστηματικά, δηλαδή να παραμερίσουμε για λίγο τον εαυτό μας.

Ίσως γι’ αυτό η πιο ανησυχητική συνέπεια του dark tourism δεν είναι η εμπορευματοποίηση του θανάτου. Ο άνθρωπος εμπορευματοποιεί τον θάνατο εδώ κι αιώνες. Είναι η δυνατότητα να μετατραπεί ακόμη και η μνήμη σε ένα ακόμη κεφάλαιο της βιομηχανίας της αυτοπαρουσίασης. Να πάμε, να δούμε, να φωτογραφηθούμε, να ανεβάσουμε, να φύγουμε και να θεωρήσουμε ότι έτσι ολοκληρώσαμε τη σχέση μας με το παρελθόν.

Η Ιστορία δεν είναι ένα διαδραστικό, αισθητικά ελκυστικό φόντο για την επιβεβαίωση της εφήμερης ψηφιακής μας παρουσίας. Είναι η βαριά, συχνά επώδυνη και απαιτητική κληρονομιά που αφήνουν πίσω τους οι προγενέστερες γενιές. Απαιτεί από εμάς να σταθούμε απέναντί της όχι ως παθητικοί θεατές του θεάματος, αλλά ως συνειδητοί, υπεύθυνοι και υπόλογοι πολίτες. Η φωτογραφία μπορεί να πει «ήμουν εκεί». Αυτό δεν είναι λίγο. Μερικές φορές μπορεί να είναι η αρχή της μνήμης. Δεν είναι όμως το τέλος της. Γιατί η Ιστορία, όταν αξίζει πραγματικά να τη θυμόμαστε, κάνει πάντα μια δεύτερη και πολύ πιο άβολη ερώτηση: κατάλαβες τι συνέβη εκεί και τι σημαίνει αυτό που συνέβη;

Διαβάστε επίσης:

Οι Έλληνες που δεν θα πάνε διακοπές

Gospel: Η πόλη, η μνήμη και οι τοίχοι που μιλούν

Όταν η ιδιοκτησία έγινε login

Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr

Νέα υπόθεση «Πελικό» Αυστρία: Ο 51χρονος σύζυγος γελούσε όταν ομολογούσε ότι βίασε μέχρι θανάτου τη σύζυγό του

austria 3 1024x577 1

Νέα υπόθεση «Πελικό» Αυστρία: Ο 51χρονος σύζυγος γελούσε όταν ομολογούσε ότι βίασε μέχρι θανάτου τη σύζυγό του

«Παράξενοι άνδρες έμπαιναν και έβγαιναν συνεχώς από το σπίτι του ζευγαριού», κατέθεσε η αδερφή του…

Πολάκης: Το να κάνεις πλασμαφαίρεση σε ιδιωτικό ιατρείο είναι σαν να κάνεις θυρεοειδεκτομή σε ασανσέρ

Πολάκης 1

Πολάκης: Το να κάνεις πλασμαφαίρεση σε ιδιωτικό ιατρείο είναι σαν να κάνεις θυρεοειδεκτομή σε ασανσέρ

Θέση για τις συνθήκες θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη πήρε ο τομεάρχης Διαφάνειας του ΣΥΡΙΖΑ

Κινηματογραφική καταδίωξη μηχανής με ΙΧ στην Πέτρου Ράλλη: Κατέληξε σε τροχαίο με 1 τραυματία και 5 προσαγωγές

ralli

Κινηματογραφική καταδίωξη μηχανής με ΙΧ στην Πέτρου Ράλλη: Κατέληξε σε τροχαίο με 1 τραυματία και 5 προσαγωγές

Το επεισόδιο φαίνεται να ξεκίνησε στη συμβολή των οδών Πέτρου Ράλλη και Κηφισού και συνεχίστηκε…

Οι Προτάσεις μας

Ανησυχίες για την Τεχνητή Νοημοσύνη: «Μπορεί να ξεπεράσει σύντομα τον ανθρώπινο έλεγχο»- Νέο «χακάρισμα» παραδέχτηκε η Anthropic

AP26252642585781

Ανησυχίες για την Τεχνητή Νοημοσύνη: «Μπορεί να ξεπεράσει σύντομα τον ανθρώπινο έλεγχο»- Νέο «χακάρισμα» παραδέχτηκε η Anthropic

Κάτι που τώρα φαντάζει σενάριο επιστημονικής φαντασίας, σε λίγα χρόνια μπορεί να είναι η καθημερινότητα,…

Το Κουτί της Πανδώρας του Κ. Βαξεβάνη επέστρεψε: Σκοτεινές επιχειρήσεις από βρετανικές υπηρεσίες στην Ελλάδα

snapshot2

Το Κουτί της Πανδώρας του Κ. Βαξεβάνη επέστρεψε: Σκοτεινές επιχειρήσεις από βρετανικές υπηρεσίες στην Ελλάδα

Εμπλέκονται κορυφαίοι πανεπιστημιακοί, σύμβουλοι πολιτικών και δημοσιογράφοι.

Σχετικά με ΘΕΜΑΤΑ

Γερμανία: Πώς η ακροδεξιά AfD σχεδιάζει να επεκτείνει την εξουσία της σε ολόκληρη τη χώρα

Γερμανία

Γερμανία: Πώς η ακροδεξιά AfD σχεδιάζει να επεκτείνει την εξουσία της σε ολόκληρη τη χώρα

Η εκλογική επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν αντιμετωπίζεται από την ηγεσία της γερμανικής Ακροδεξιάς…

Ανησυχίες για την Τεχνητή Νοημοσύνη: «Μπορεί να ξεπεράσει σύντομα τον ανθρώπινο έλεγχο»- Νέο «χακάρισμα» παραδέχτηκε η Anthropic

AP26252642585781

Ανησυχίες για την Τεχνητή Νοημοσύνη: «Μπορεί να ξεπεράσει σύντομα τον ανθρώπινο έλεγχο»- Νέο «χακάρισμα» παραδέχτηκε η Anthropic

Κάτι που τώρα φαντάζει σενάριο επιστημονικής φαντασίας, σε λίγα χρόνια μπορεί να είναι η καθημερινότητα,…