Οι πρωτεργάτες του Διαφωτισμού και της εθνικής αφύπνισης

Ελληνες έμποροι, καραβοκυραίοι και ναυτικοί που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη γίνονται φορείς των διακηρύξεων της Γαλλικής Επανάστασης και διαχέουν τις ιδέες της στον ελλαδικό χώρο. Οι λόγιοι και τα τυπογραφεία Βενετίας, Βιέννης, Λειψίας.

Γιάννης Μπαζός 25/03/2019 | 09:00

Η ύστερη οθωμανική κυριαρχία αποτέλεσε εποχή μεγάλης κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής καθυστέρησης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν το μοναδικό κρατικό σύστημα στη νεότερη Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα που αποτελούνταν από δύο κοινωνικούς σχηματισμούς, δύο διαφορετικές κοινωνίες, με τη δική τους εσωτερική διαστρωμάτωση αλλά και διατεταγμένες σε σχέση υποταγής μεταξύ τους, με κυρίαρχη την οθωμανική και υποτελή την ελληνική-χριστιανική κοινωνία.

Το καθεστώς στον ελλαδικό χώρο ήταν μεσαιωνικό, αγροτικό, με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο που διαχώριζε τους υπηκόους του ανάλογα με τη θρησκευτική τους πίστη. Oι πιστοί μουσουλμάνοι στρατεύονταν, οι άπιστοι ραγιάδες φορολογούνταν. Οι μουσουλμάνοι ασχολούνταν με τη διοίκηση, τον στρατό και τη βιοτεχνία, ενώ οι χριστιανοί ασχολούνταν με τις αγροτικές εργασίες. Οι μουσουλμάνοι ζούσαν κυρίως στα αστικά κέντρα λόγω της διοίκησης και των αναγκών στρατωνισμού, ενώ οι χριστιανοί ζούσαν κυρίως στην ύπαιθρο, αποφεύγοντας τη συχνή τριβή με την εξουσία και καλλιεργώντας τη γη.

Στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο ελληνοχριστιανικός κόσμος ζει σε μια ιδιόμορφη σχέση. Ενώ από το ένα μέρος διαθέτει μια σειρά από θεσμικές ελευθερίες –θρησκευτική λατρεία, παιδεία, μορφές αυτοδιοίκησης κ.λπ.– οι οποίες εύκολα θα μπορούσαν να οδηγήσουν και σε μορφές ελεύθερης οικονομικής δράσης, από το άλλο είναι υποχρεωμένος, δεσμευμένος, να μην υπερβαίνει τον ρυθμό ανάπτυξης του κυρίαρχου, δηλαδή του οθωμανικού κράτους και της ισλαμικής κοινωνίας.

Οι πόλεις στον ελλαδικό χώρο είχαν μικρό πληθυσμό και ήταν πολύ διαφορετικές από τις πόλεις της Ευρώπης των αρχών του 19ου αιώνα. Στο οθωμανικό κράτος η «πόλη» είναι ο τόπος της διοίκησης και της εξουσίας και όχι ο τόπος της παραγωγής και της καινοτομίας. Η πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως θρησκευτικό, στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο είναι ένας μηχανισμός επιτήρησης του μοναδικού πραγματικά παραγωγικού χώρου, δηλαδή της χριστιανικής υπαίθρου.

Ετσι, η χριστιανική ύπαιθρος παράγει και η οθωμανική πόλη καταναλώνει, χωρίς να επιστρέφει τα τροφεία, έστω έμμεσα, με τη διαμόρφωση ενός πολιτισμού ομοιογενούς προς την ύπαιθρο ο οποίος θα λειτουργούσε ανακουφιστικά έως αναπτυξιακά πάνω σε αυτήν.

Σε ορισμένες μάλιστα περιοχές της χώρας (Σούλι, Μάνη) μέσα από ένα έντονα διατηρούμενο φυλογενετικό σύστημα αναδύεται μια στρατιωτική αριστοκρατία.

Το καθεστώς αυτό αποκλήθηκε από τον Ενγκελς «ημι-φεουδαρχισμός», εξαιτίας της ατελούς του εξέλιξης αλλά και επειδή οι αγρότες δεν ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τους γαιοκτήμονες, αλλά από το ίδιο το ασιατικό δεσποτικό αυταρχικό κράτος.

Οσον αφορά το εσωτερικό εμπόριο, δεν ήταν καθόλου αναπτυγμένο. Οι Οθωμανοί από πεποίθηση δεν ασχολούνταν με αυτό, ενώ υπήρχε και έλλειψη ρευστότητας αφού το χρήμα συσσωρευόταν στα ταμεία του σουλτάνου και δεν κυκλοφορούσε στην εσωτερική αγορά. Ετσι, το μεγαλύτερο κομμάτι της οικονομίας στην ύπαιθρο ήταν ανταλλακτικό.

Σε ένα καθεστώς, λοιπόν, μεσαιωνικό, αγροτικό, με έντονη την παρουσία του θρησκευτικού παράγοντα, μια επανάσταση στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα –ακόμη και σε μια απόκεντρη περιοχή της Ευρώπης– θα ήταν νομοτελειακά «εθνικοαπελευθερωτική» ως προς τη μορφή της, μάλιστα  με κάποιες εκφάνσεις θρησκευτικού χαρακτήρα.

Ταυτόχρονα, η επανάσταση αυτή θα ήταν αστική, αφού το κράτος που θα ίδρυε πάνω στα ερείπια της μεσαιωνικής βαρβαρότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά αστικό.

Βέβαια για να πραγματοποιηθεί μια αστική επανάσταση χρειαζόταν μια δυναμική αστική τάξη που να εμφορείται από τις ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ιδέες που ερχόταν σε σύγκρουση με τις επιταγές της παντοδύναμης τότε Ιεράς Συμμαχίας και τα κελεύσματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που έδειχνε εξαιρετική εχθρότητα προς καθετί «αιρετικό», «φράγκικο» και «δυτικό» και ιδιαίτερα απέναντι στον Διαφωτισμό και στις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Η Εκκλησία είχε σταθερά αντιδραστική προσκόλληση στην «κραταιάν των Οθωμανών βασιλείαν» και στρεφόταν καθαρά προς τη Ρωσία όποτε ένιωθε να απειλείται από τους «νεωτερισμούς» ορισμένων σουλτάνων.

Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι οι συνθήκες στον ελλαδικό χώρο δεν ευνοούσαν τον Διαφωτισμό. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι «η κουλτούρα του Διαφωτισμού ήταν η κουλτούρα των ηγεσιών και όχι των μαζών. Η κουλτούρα των μαζών ήταν η θρησκευτική κουλτούρα».

Τα πρώτα στοιχεία της ελληνικής αστικής τάξης άρχισαν να σχηματίζονται χάρη στο εξωτερικό εμπόριο όταν οι Ελληνες έμποροι εγκαταστάθηκαν και προόδευσαν κύρια στο εξωτερικό, όπου οι όροι της επιχειρηματικής δραστηριότητας ήταν πολύ πιο ευνοϊκοί απ’ ό,τι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου βασίλευε η συντριπτική φορολογία, οι αυθαιρεσίες των πασάδων και η ληστοπειρατεία.

Στο εσωτερικό του ελλαδικού χώρου το πιο πλούσιο και ισχυρό τμήμα των «αστικών στοιχείων» αποτελούνταν από τους εμπορο-καραβοκυραίους με επίκεντρο την Υδρα που τότε είχε 16.000 κατοίκους.

Συνθήκες ανόδου της αστικής τάξης

Στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα συντελέστηκαν μεγάλες αλλαγές που ευνόησαν την άνοδο νέων δυναμικών στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Οι διεθνείς πολιτικές συνθήκες στη νοτιοανατολική Ευρώπη αλλάζουν, κάμπτοντας την επιθετικότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα, από τα τέλη του 17ου αιώνα η οθωμανική διοίκηση άρχισε να αξιοποιεί σε υψηλές διπλωματικές θέσεις τους Φαναριώτες. Ετσι, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος –ως μέγας διερμηνέας– συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης του Κάρλοβιτς το 1699, που σημάδεψε την αρχή της οθωμανικής παρακμής και την ανάδειξη της Αυστρίας σε κυρίαρχη δύναμη της κεντρικής Ευρώπης.

Η συνθήκη αυτή έδωσε τη δυνατότητα στους Ελληνες εμπόρους να ξαναρχίσουν το εμπόριο με τη Βενετία και την Αυστριακή Αυτοκρατορία, γεγονός που είχε καθοριστικές συνέπειες στην οικονομική αναγέννηση του ελλαδικού χώρου.

Το 1709 ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος –γιος του Αλέξανδρου– ανακηρύχθηκε ο πρώτος Ελληνας ηγεμόνας στη Μολδαβία. Ετσι αρχίζει μια μακρά σειρά Ελλήνων που κυβέρνησαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, οι οποίοι ακολουθώντας τα πρότυπα της «φωτισμένης δεσποτείας» έγιναν φίλοι και προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών, βοήθησαν τους λόγιους και ίδρυσαν σχολεία όπου καλλιεργήθηκε η ελληνική γλώσσα και παιδεία.

Τον 18ο αιώνα βελτιώνονται σημαντικά οι οικονομικές συνθήκες για τους υπόδουλους Ελληνες και δημιουργείται σταδιακά μια αστική τάξη από ανθρώπους που ασχολούνται και πλουτίζουν με το εμπόριο και τη ναυτιλία. Οι Ελληνες έμποροι επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους ιδρύοντας εμπορικούς οίκους στα Βαλκάνια, στην κεντρική και δυτική Ευρώπη και στα λιμάνια της Μεσογείου. Ετσι, ιδρύονται και ακμάζουν παροικίες Ελλήνων από τη Βενετία και την Τεργέστη έως τη Μασσαλία και την Οδησσό.

Στις παροικίες αυτές οι Ελληνες έρχονται σε επαφή με τα σύγχρονα ρεύματα της ευρωπαϊκής σκέψης, ενώ στη Βενετία, τη Βιέννη και τη Λειψία στήνουν τυπογραφεία και εκδοτικούς οίκους. Στη Βιέννη εκδίδονται οι πρώτες ελληνικές εφημερίδες –συγκεκριμένα, «Η Εφημερίς» από τους αδερφούς Μαρκίδες Πούλιου, που κατάγονταν από τη Σιάτιστα, και «Ο Λόγιος Ερμής» (από το 1811-1821) με εμπνευστή και στυλοβάτη τον Αδαμάντιο Κοραή και διευθυντή τον Ανθιμο Γαζή– οι οποίες γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό.

Την ίδια περίοδο αναπτύσσεται η ναυτιλία και το εμπόριο στα νησιά του Αιγαίου. Σε αυτό συντέλεσαν η λήξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1768-1774) και η υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ  -Καϊναρτζή (1774), βάσει της οποίας τα ελληνικά πλοία απέκτησαν το δικαίωμα να πλέουν ελεύθερα τις θάλασσες υπό ρωσική σημαία.

Οταν τέλειωσαν οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι (1793-1813) και οι Αγγλοι εκδίωξαν τους Γάλλους από την ανατολική Μεσόγειο, οι Ελληνες κυριάρχησαν ως έμποροι στον χώρο του Λεβάντε. Το 1813 διέθεταν 615 πλοία στα οποία δούλευαν 17.500 ναύτες.

Σημαντική υπήρξε ακόμη η ανάπτυξη της βιοτεχνίας: «Στα 1800 η βιοτεχνία απασχολεί ένα σύνολο 40.000-50.000 ατόμων και κινητοποιεί κεφάλαια το λιγότερο 50.000.000 χρυσών φράγκων, με ένα ετήσιο κέρδος κυμαινόμενο από 12% έως 30%».

Κλάδοι όπως η μεταξουργία, η νηματουργία, η υφαντουργία κ.ά. άκμασαν σε περιοχές όπως το Πήλιο, η Χίος, τα Αμπελάκια, ο Τύρναβος, η Ραψάνη, τα Ζαγοροχώρια, η Μοσχόπολις ή το Συρράκο. Δραστηριότητα ανέπτυξαν επίσης τα σιδηρουργεία και τα μπαρουτάδικα σε Δημητσάνα και Στεμνίτσα, τα μεταλλεία στα Μαντεμοχώρια κ.ά. Σε πολλά από τα μέρη αυτά εμφανίστηκαν νέες μορφές αυτοδιοίκησης («ομοσπονδιακή», όπως π.χ. στα Μαντεμοχώρια, στο Ζαγόρι, το Πήλιο, στα Αμπελάκια ή στο Συρράκο), καθώς και βιοτεχνικές «συντροφιές» συνεταιριστικού-μετοχικού χαρακτήρα.

Συγκρότηση εθνικής συνείδησης

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όμως, η ελληνική αστική τάξη, πέραν της οικονομικής δύναμης, οπλίστηκε ακόμη με ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα, τα οποία άντλησε από τον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση (1789).

Τα εμπορικά-βιοτεχνικά κέντρα των Ελλήνων αποτέλεσαν πνευματικά φυτώρια όπου συντελέστηκε η εθνική αφύπνιση, μετατρέποντας το «χριστιανικό γένος των Ρωμαίων» σε «ελληνικό έθνος». Στην εθνική συνειδητοποίηση προστέθηκε στην πορεία και η επαναστατική ψυχολογία. «Το μικρό ρεύμα των Ελλήνων φοιτητών που επιδίωκαν επαγγελματική εκπαίδευση στη Δύση έγινε πραγματικός χείμαρρος. Νέα σχολεία ιδρύθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και στις παροικίες του εξωτερικού και τα παλαιά σχολεία άλλαξαν μορφή. Οι έμποροι και οι φοιτητές που γύριζαν πίσω έφερναν μαζί τους στην Ελλάδα και άπειρα βιβλία».

Η βιβλιοπαραγωγή αυξήθηκε κατακόρυφα. Επαναστατικά κείμενα, ελληνικά και ξένα, εκδίδονταν και διαδίδονταν στους κόλπους της αστικής τάξης. Το 1790 το γαλλικό θέατρο έκανε την εμφάνισή του στα Αμπελάκια. Ολη αυτή η κίνηση –απειλή για την παλαιά τάξη πραγμάτων– προκάλεσε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, η οποία καταδίκασε τα «αθεΐας λίμπερα» των Γάλλων, ζήτησε να καούν τα «ανίερα» βιβλία (όπως του Βολταίρου) και να αφοριστούν όσοι τα διάβαζαν.

«Στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα τις νεόκοπες ιδέες του Διαφωτισμού τις διέδιδαν οι ναυτικοί στα ταβερνεία των λιμανιών, και τις μετέφεραν στο εσωτερικό της χώρας αγωγιάτες και γυρολόγοι. Την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα ιδρύθηκαν στις ελληνικές κοινότητες και τεκτονικές στοές. Οι ιδέες της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφότητας ασκούσαν μεγάλη έλξη στους Ελληνες παρά σε οποιονδήποτε άλλο λαό. […] Στο πρόσωπο του Ναπολέοντα αναγνώρισαν τον μελλοντικό τους σωτήρα και τον αποθέωσαν […] Οι γυναίκες στη Μάνη κρέμασαν την εικόνα του πάνω από το εικονοστάσι».

Η Εκκλησία, ενώ πολέμησε τις ιδέες του Διαφωτισμού με κάθε τρόπο, εντούτοις βοήθησε άθελά της στη γιγάντωση του φαινομένου βοηθώντας το άνοιγμα του εμπορίου, «διοχετεύοντας τα πλούσια έσοδα του κλήρου από τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα μέσω των Ελλήνων εμπόρων στην αγορά […] Το Πατριαρχείο αποτελεί ακόμη τον πολιτικό και διπλωματικό προστάτη του εμπορικού κεφαλαίου […] Οι έμποροι χρησιμοποιούσαν το κύρος και τους δεσμούς του Πατριαρχείου για να συνδεθούν με το σουλτανικό παλάτι και τις τουρκικές αρχές, και άρχισαν να παίρνουν προμήθειες και δασμούς, να διεξάγουν δημοπρασίες, να δανείζουν […] Στη Ρωσία οι δεσμοί του Πατριαρχείου βοήθησαν το ελληνικό εμπορικό κεφάλαιο».

Τρεις περίοδοι του Διαφωτισμού

Ο όρος «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» διατυπώθηκε από τον Κ.Θ. Δημαρά μεταπολεμικά και για πολλούς θεωρείται αδόκιμος, αφού ο Διαφωτισμός είχε αίτημα την ελληνική παιδεία ή τη «μετακένωση» –όπως έλεγε ο Κοραής– των ιδεών του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Για εμάς τους Ελληνες, το αίτημα ήταν η ανάκτηση της πατρώας παιδείας και το χτίσιμο εθνικής συνείδησης.

Ο Αδαμάντιος Κοραής τοποθετούσε την εμφάνιση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Ο Κ.Θ. Δημαράς θεωρούσε τον «Νεοελληνικό Διαφωτισμό» γηγενές και ενδογενές φαινόμενο και ρομαντικό κίνημα που ίσως προϋπήρξε του γερμανικού ρομαντισμού και τον τοποθετεί στην περίοδο 1774-1821. Την ίδια χρονική περίοδο (1775-1821) ορίζει τον «Ελληνικό Διαφωτισμό» και ο Παπανούτσος. Σύγχρονοι ερευνητές παρατηρούν ότι μετά τη δικτατορία (1967-1974) επιχειρήθηκε να υποτιμηθεί το ζήτημα της εθνικής παλιγγενεσίας –που οπωσδήποτε εμπεριέχει τον Διαφωτισμό– και να υπερτιμηθεί το κομμάτι του λόγιου διαφωτισμού.

Πέρα όμως από τις απόψεις αυτές, ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός χωρίζεται νοητά σε τρεις περιόδους.

Η πρώτη περίοδος υπολογίζεται από την αρχή έως τα μέσα του 18ου αιώνα. Κατά τη δεκαετία του 1760 η ελληνική ανανεωτική σκέψη τείνει προς μια φιλελεύθερη φιλοσοφική προσέγγιση, με δασκάλους και προσωπικότητες όπως ο Νικηφόρος Θεοτόκης και ο Ευγένιος Βούλγαρης.

Η δεύτερη περίοδος ορίζεται από το 1750 έως το 1789, όταν ξεσπά η Γαλλική Επανάσταση. Εδώ κεντρικό ρόλο θα παίξουν οι μαθητές του Βούλγαρη, με προεξάρχοντα τον Ιώσηπο Μοισιόδακα. Την ίδια περίοδο διακρίνεται ο Δημήτριος Καταρτζής, μεγάλη προσωπικότητα του φαναριώτικου διαφωτισμού. Στα κείμενα της εποχής διακρίνεται η κυρίαρχη επιρροή των Γάλλων εγκυκλοπαιδιστών.

Η τρίτη περίοδος διαρκεί από τη Γαλλική Επανάσταση έως τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα (1789-1820). Εδώ διακρίνονται οι Γρηγόριος Κωνσταντάς, Δανιήλ Φιλιππίδης, Ρήγας Βελεστινλής, που μαζί με άλλους αποτελούν την παραδουνάβια ομάδα της τρίτης γενιάς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Οι περισσότεροι ερευνητές της περιόδου εκείνης θεωρούν και συντάσσουν τη διανόηση της Βιέννης ως προέκταση της ομάδας που ζούσε και δρούσε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Την ίδια εποχή υπάρχουν και δραστηριοποιούνται δύο ομάδες: μία στο Παρίσι γύρω από τον Αδαμάντιο Κοραή και μία στα Ιωάννινα γύρω από τον Αθανάσιο Ψαλίδα. Από τις τάξεις αυτές ξεπηδούν σπουδαίοι δάσκαλοι που θα διδάξουν στα σχολεία του έθνους.

Αυτές οι εξέχουσες προσωπικότητες του Διαφωτισμού θα δώσουν μάχες απέναντι στην καθεστωτική στάση της Εκκλησίας, μάχες για το επαναστατικό ζήτημα, για το πολιτειακό ζήτημα, για το γλωσσικό ζήτημα και για το φλέγον ζήτημα της οντολογίας της ύλης. Η διδασκαλία των φυσικών επιστημών έκρυβε μεγάλους κινδύνους την εποχή εκείνη, καθώς ψηλαφούσε τα όρια του υλισμού. Μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, και μακρινοί δάσκαλοι κάθε Νεοέλληνα, στάθηκαν οι ακόλουθοι.

Μεθόδιος Ανθρακίτης

Ο Μεθόδιος Ανθρακίτης (1660-1736) ιερουργούσε στον Αγιο Γεώργιο Βενετίας ενώ ταυτόχρονα δούλευε ως διορθωτής κειμένων στον εκδοτικό οίκο των Γλυκήδων και το 1710 ήρθε να διδάξει στην Καστοριά. Θεωρείται προδρομική προσωπικότητα, αφού υιοθέτησε τη δημώδη γλώσσα και δίδαξε τον ορθό λόγο και τον Καρτέσιο. Οι νεωτερικές του ιδέες τον έφεραν σε σύγκρουση με τους λόγιους της εποχής του και μερίδα του κλήρου. Το έργο του «Οδός μαθηματική με στοιχεία γεωμετρίας, άλγεβρας, τριγωνομετρίας και σφαιρικής αστρονομίας» θεωρείται το πρώτο μαθηματικό εγχειρίδιο της νεότερης Ελλάδας. Μετά τον θάνατό του ο μαθητής του Μπαλάνος Βασιλόπουλος εξέδωσε το «Λογική ελάττων» και «Εισαγωγή της Λογικής».

Ευγένιος Βούλγαρης

Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) ήταν κληρικός και παιδαγωγός που μετέφρασε τα έργα του Βολταίρου, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για τα ελληνικά γράμματα. Ηταν μαθητής του Ανθρακίτη. Οι φιλελεύθερες απόψεις του προετοίμασαν το έδαφος για τον Ελληνικό Διαφωτισμό. Ανάμεσα στους μαθητές του και ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ. Εγραψε πλήθος συγγραμμάτων, από νομικά και θεολογικά έως μαθηματικά, αστρονομικά και αρχαιολογικά. Δίδαξε στη Μαρουτσαία Σχολή στα Ιωάννινα κατά το διάστημα 1742-1746 τα μαθηματικά του Νιούτον και του Λάιμπνιτς και τον εμπειρισμό του Τζον Λοκ. Το 1753 ανέλαβε τη διεύθυνση της Αθωνιάδας Ακαδημίας (είχε ιδρυθεί από τη Μονή Βατοπεδίου τρία χρόνια νωρίτερα), αλλά έξι χρόνια αργότερα αναγκάστηκε να αποχωρήσει λόγω προστριβών με το περιβάλλον του Πατριάρχη Κύριλλου Ε΄. Τον ίδιο χρόνο διορίστηκε διδάσκαλος στην πατριαρχική Ακαδημία στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε τρία χρόνια και αποχώρησε λόγω προστριβών με τον Πατριάρχη Σαμουήλ Α΄, ο οποίος ήταν φανατικός οπαδός του Αριστοτέλη. Εφυγε από τον ελλαδικό χώρο το 1763 και έζησε σε κοινότητες του εξωτερικού ασκώντας ιερατικά καθήκοντα και επιμελούμενος την έκδοση των έργων του. Πέρασε από το Χάλε, τη Λειψία, τη Μόσχα το 1775. Τον επόμενο χρόνο έγινε αρχιεπίσκοπος στην Ουκρανία και παραιτήθηκε το 1787, όταν έγινε μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας. Το 1802 αποσύρθηκε στη μονή Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι όπου έμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1806.

Ιώσηπος Μοισιόδαξ (1730-1800)

Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ γεννήθηκε στο χωριό Τσερναβόδα στη νότια όχθη του Δούναβη. Ακολούθησε μια μεγάλη διαδρομή (Θεσσαλονίκη 1752, Σμύρνη 1853, Αθωνιάδα 1754-1755, Μύκονος και Σίφνος 1756-1958, Αθήνα) και τέλος έφτασε στη Βενετία το 1759, όπου κηρύττει στον ναό του Αγ. Γεωργίου. Στη συνέχεια σπουδάζει στην Πάντοβα στη Universita degli Artisti ή Ιατροφιλοσοφική Σχολή. Ο Μοισιόδαξ δίδαξε και μαθηματικά, ιδιαιτέρως γεωμετρία, και κατηγορήθηκε για «λατινοφροσύνη». Το 1765 τον κάλεσε ο άρχοντας της Μολδοβλαχίας Γρηγόριος Αλέξανδρος Γκίκας να διδάξει στο Ιάσιο. Τέσσερα χρόνια αργότερα βρέθηκε στο Βουκουρέστι, όπου συνέγραψε μια πραγματεία γεωγραφικού ενδιαφέροντος. Το 1777 πέρασε από το Πρασοβόν των Τρανσυλβανικών Αλπεων, έφτασε έως την Πέστη (Ουγγαρία) αναζητώντας χρηματοδότες για την έκδοση του έργου του και το 1779 επισκέφτηκε τη Βιέννη. Εκεί έμεινε δύο χρόνια, τύπωσε την «Απολογία» και προετοίμασε την έκδοση του έργου «Θεωρία της γεωγραφίας».

Υστερα επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όπου εξέδωσε το «Σημειώσεις φυσιολογικαί», και τα ίχνη του χάνονται το 1784. Επηρεασμένος από τον Ιταλό φιλόσοφο Λουντοβίκο Αντόνιο Μουρατόρι, μπόλιασε τον φιλοσοφικό λόγο με τις θετικές επιστήμες, διέκρινε τον επιστημονικό από τον θρησκευτικό λόγο και πρότεινε ως εργαλείο την επαγωγή στη λογική επεξεργασία του υλικού και τον εμπειρισμό στη συναγωγή των δεδομένων. Ο Μοισιόδαξ ήταν ο μόνος σύγχρονος του Ρήγα και ο μόνος που είχε την τιμή να τυπωθεί το όνομά του στη «Χάρτα».

Δημήτριος Καταρτζής (1730-1807)

Ο Καταρτζής γεννήθηκε στην Πόλη, ήταν δικαστής και συγγραφέας. Εγραψε ένα δοκίμιο «Δικανικής τέχνης» το οποίο συνεχώς βελτίωνε, αλλά θεωρούνταν και αυθεντία σε θέματα γραμματικής. Εγραψε μια από τις πρώτες γραμματικές της σύγχρονης ελληνικής όπως μιλιόταν στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 18ου αιώνα. Οι απόψεις του για τη γλώσσα που έπρεπε να αποδεσμευτεί από το βαρύ παρελθόν της ήταν το πιο ριζοσπαστικό μέρος της θεωρίας του. Αντίθετα με τον Βούλγαρη που υιοθετούσε την αττική γλώσσα, ο Καταρτζής θεωρούσε πως η ομιλούμενη νεοελληνική «διαθέτει μελωδία, ρυθμό και πειθώ στα ρητορικά της», οπότε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αγωγή του έθνους. Επηρεασμένος από τον γαλλικό Διαφωτισμό, κυριότερο έργο του ήταν το φιλοσοφικό δοκίμιο «Γνώθι σ’ αυτόν». Παρ’ όλα αυτά, το 1796 ασπάστηκε την καθαρεύουσα και μετέγραψε το έργο του σε αυτήν. Λόγω της γλωσσικής αυτής μεταστροφής ματαιώθηκαν οι εκδόσεις των συγγραμμάτων του και το έργο του «ανασυστάθηκε» –βάσει χειρογράφων– χάρη στις προσπάθειες του Κ.Θ. Δημαρά. Από το περιβάλλον του Καταρτζή, πάντως, προέκυψε μια σημαντική ομάδα μαθητών και υποστηρικτών του, όπως ο Ρήγας, ο Μοισιόδαξ, ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Κωνσταντάς και ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, που φέρνει το «πρωτοδημοτικιστικό» κίνημα μέχρι την εποχή του Διονυσίου Σολωμού.

Αδαμάντιος Κοραής

Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), φιλόλογος πανευρωπαϊκής εμβέλειας, υποστηρικτής της καθαρεύουσας και μεταφραστής των αρχαίων ελληνικών κειμένων, με σπουδές ιατρικής στο Μονπελιέ της Γαλλίας το 1782-1787, βρέθηκε στο Παρίσι ακολουθώντας τις φιλολογικές του περιπλανήσεις τις παραμονές του ξεσπάσματος της Γαλλικής Επανάστασης. Μετριοπαθής ως χαρακτήρας, βίωσε την αγριότητα της επανάστασης και των κοσμογονικών αλλαγών που έφερνε μαζί της. Συνειδητός χριστιανός ορθόδοξος, συνιστούσε την εξήγηση της Αγίας Γραφής στο εκκλησιαστικό ποίμνιο και προέτρεπε τους κληρικούς να αφοσιώνονται στα ιερατικά τους καθήκοντα και να απέχουν από την πολιτική. Το βιβλίο του «Συνέκδημον ιερατικόν» απαγορεύτηκε το 1839 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ηταν υπέρμαχος της ανεξαρτητοποίησης της Ελληνικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και της υπαγωγής της Εκκλησίας στον έλεγχο της ελληνικής πολιτείας («Ο κλήρος δεν χρεωστεί πλέον να γνωρίζη εκκλησιαστικόν αρχηγόν του τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, ενόσω η Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη από την καθέδραν του ανόμου τυράννου, αλλά πρέπει να κυβερνάται από σύνοδον ιερέων, εκλεγμένην ελευθέρως από ιερείς και κοσμικούς»).

Από τους εμπνευστές και στυλοβάτες του «Λόγιου Ερμή» από το 1811. Στάθηκε μετριοπαθής οπαδός της καθαρεύουσας στην περίφημη διαμάχη καθομιλούμενης και αρχαΐζουσας, προτείνοντας τον καθαρισμό της γλώσσας από ξένες λέξεις και επιρροές και τη διδασκαλία στην «κοινή γλώσσα». Οταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 ήταν ανάμεσα σε αυτούς που φοβήθηκαν το «άκαιρον» του εγχειρήματος, πιστεύοντας πως καταλληλότερος καιρός θα ήταν το 1850, όταν οι σπουδαγμένοι Ελληνες του εξωτερικού θα βρίσκονταν στην επιστημονική ακμή τους και την ηλικιακή ωριμότητά τους.

Ταυτόχρονα, μονόπλευρα πληροφορημένος για τη διακυβέρνηση Καποδίστρια, εκφράζει την ανησυχία του εκδίδοντας δύο ψευδώνυμους διαλόγους με τίτλο: «Τί συμφέρει εἰς τὴν ἐλευθερωμένην ἀπὸ τοὺς Τούρκους Ἑλλάδα νὰ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς Τουρκίζοντας». Ο πρώτος εκδόθηκε το 1830 και ο δεύτερος μετά τον θάνατο του Καποδίστρια (1831) και δυστυχώς καταστράφηκε από εξαγριωμένους οπαδούς του Καποδίστρια στην Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου το 1832.

Ρήγας Φεραίος

Ο Ρήγας Βελεστινλής (1757-1789), ο πολιτικός συγγραφέας, ο πολιτικός στοχαστής και επαναστάτης. Γεννήθηκε στις Φερές, ταξίδεψε στο Αγιο Ορος, στην Κωνσταντινούπολη όπου γνώρισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (πάππο) και ύστερα βρέθηκε στο Βουκουρέστι, γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικόλαου Μαυρογένη (πάππος της Μαντούς). Μετά την ήττα της Τουρκίας από τη Ρωσία το 1780 και τον αποκεφαλισμό του Μαυρογένη καταφεύγει στη Βιέννη και έρχεται σε επαφή με την ομογένεια. Συνεργάζεται με τους τυπογράφους αδελφούς Πούλιου και εκδίδει τον «Θούριο» και τη «Χάρτα».

O «Θούριος» γράφηκε μετά τις νίκες του Ναπολέοντα στην Ιταλία τον Σεπτέμβριο του 1796, ενώ ο Αξελός υποστηρίζει ότι γράφηκε στο Βουκουρέστι και ολοκληρώθηκε στη Βιέννη. Οπως και να έχει, ο «Θούριος» δεν είναι απλώς ένα επαναστατικό άσμα αλλά μια προκήρυξη, ένα επαναστατικό μανιφέστο για όλη την τουρκοκρατούμενη Βαλκανική και Εγγύς Ανατολή, αφού καλεί όλους τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να επαναστατήσουν για να ζήσουν ελεύθεροι. Ο «Θούριος» ως ποίημα έχει αυτόνομη καλλιτεχνική αξία και όχι μόνο πατριωτική. Ο «Θούριος» έγινε γνωστός και στην υπόλοιπη Ευρώπη από τη μετάφραση του Κλοντ Φοριέλ.

Η «Χάρτα» ήταν ένας χάρτης της ευρύτερης Βαλκανικής χερσονήσου νότια του Δούναβη, βασισμένος στους χάρτες του μεγάλου Γάλλου χαρτογράφου Γκιγιόμ Ντελίλ, στον οποίο ο Ρήγας συμπλήρωσε τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά τοπωνύμια κάθε μέρους, τα ονόματα των ηγεμόνων τους, τα νομίσματά τους αλλά και πληροφορίες μυθολογικού χαρακτήρα. Η «Χάρτα» δουλεύτηκε από το 1795 έως το 1797 που τυπώθηκε. Το έργο αυτό θεωρήθηκε συμπλήρωμα του «Θούριου» αλλά στέκει και μόνο του, μεταφέροντας ένα μήνυμα:

«Οι περιοχές αυτές άκμασαν όταν ήταν ελεύθερες, έτσι ζούσαν και προόδευσαν οι άνθρωποι που έζησαν πριν από εμάς εδώ, αν τα κατάφεραν εκείνοι μήπως μπορούμε να τα καταφέρουμε κι εμείς;».

Ανωνύμου Ελληνος: Ο καιρός 
έχει ωριμάσει για μια εξέγερση

Οι περισσότεροι των διαφωτιστών συνεισέφεραν τα μέγιστα σαν δάσκαλοι στην παιδεία των Ελλήνων και τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης με τις μεταφράσεις των έργων της κλασικής ελληνικής και λατινικής γραμματείας και των Ευρωπαίων διαφωτιστών.

Ο Ρήγας Φεραίος, όμως, αποτελεί την επαναστατικότερη έκφραση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και μπορούμε να πούμε ότι συνεισφέρει έναν αυθεντικό λόγο στο επαναστατικό αφήγημα της εποχής του σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ορόσημο θεωρείται επίσης το έργο του Ανωνύμου Ελληνος «Ελληνική Νομαρχία», το οποίο πιθανότατα έχει γραφεί όχι από έναν αλλά από περισσότερους συγγραφείς.

Ο ανώνυμος συγγραφέας «θεωρεί ότι ο καιρός έχει ωριμάσει (και πραγματικά το 1806 οι συνθήκες, ντόπιες και διεθνείς, για μια εξέγερση είναι ακόμη πιο ευνοϊκές από το 1821). Ξεκαθαρίζει ότι η εξέγερση του ελληνισμού μπορεί και πρέπει να στηριχτεί στις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις και να μην υπολογίζει στους ξένους, όπως υπολόγιζαν κυρίως ο Κοραής –στους Γάλλους– και ως έναν βαθμό και ο Ρήγας. Επίσης ξεσκεπάζει και μαστιγώνει αλύπητα τους εχθρούς της επανάστασης, τους εκμεταλλευτές του λαού, τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους κοτζαμπάσηδες και πολλούς ξενιτεμένους Ελληνες – εμπόρους, δάσκαλους κ.λπ. «Η διαφωτιστική αναγέννηση πρέπει να γίνει πάνω σε λαϊκές και όχι σε σχολαστικές, καλογερίστικες, βάσεις, που εμποδίζουν την αποτίναξη του ζυγού».

Ο «Ανώνυμος» πίστευε στο αξιόμαχο του λαού και πως «η απελευθέρωση του ελληνισμού θα φέρει και την αναγέννησή του, και όχι η αναγέννηση την απελευθέρωση, όπως πίστευε ο Κοραής».

Συγκρινόμενη με τις φλογερές ιδέες που κήρυσσαν λίγο προηγούμενα ο Ρήγας και ο Ανώνυμος με την «Ελληνική Νομαρχία» (1806), η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε την εποχή της παντοδυναμίας της Ρωσίας (1814 ρωσική κατοχή στο Παρίσι) αποτέλεσε σαφέστατα ένα βήμα πίσω στον συντηρητισμό, αφού αντί να δώσει κοινωνικό περιεχόμενο –εν προκειμένω αστικό– στην επανάσταση, εκδήλωσε τάσεις για ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτό αντικατοπτρίζει τη μεγάλη καθυστέρηση και ανωριμότητα της διαμορφούμενης αστικής τάξης, που δεν είχε ακόμη αποδεσμευτεί από το μεσαιωνικό της περιβάλλον ούτε είχε επιλέξει τον ζωτικό της χώρο.

Η επανάσταση λοιπόν –που θα είχε νομοτελειακά αστικό περιεχόμενο– ξέσπασε την άνοιξη του 1821, παρά την ανωριμότητα της ελληνικής αστικής τάξης…

* Ο Γιάννης Μπαζός είναι συγγραφέας

Περιοδικό Ηοt Doc History

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.