Η σύγκρουση με την διεθνή νέα ακροδεξιά δεν είναι εύκολη υπόθεση

Πριν 3 χρόνια ο Σάντερς και ο Κόρμπυν σηματοδοτούσαν νέες προοπτικές για την αριστερά. Σήμερα εκφράζουν επίσης το μεγάλο σύγχρονο δίλημμα της: Προχωράει μόνη της και χάνει από την ακροδεξιά ή συγκροτεί δημοκρατικά μέτωπα; 

Γιώργος Βεργόπουλος 31/07/2019 | 09:00

Αρχικά υπήρχε μια εύκολη απάντηση σε αυτό το δίλημμα. Η υπόθεση ότι ένας αριστερός ριζοσπαστικός λόγος θα κινητοποιήσει τις μάζες που απέχουν από τις εκλογές. Άρα δεν υπήρχε λόγος συμβιβασμών με τους μετριοπαθείς προοδευτικούς και δημοκράτες. Η νίκη επί της ακροδεξιάς θα ερχόταν με τις κόκκινες σημαίες ψηλά.

Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα δημοσκοπικά δεδομένα. Τα οποία ως γνωστόν δεν ωφελεί τίποτε να τα καταγγέλλουμε μόνιμα αν είναι τελικά να επαληθευτούν στις κάλπες.

Στις ΗΠΑ η αριστερά, δηλαδή η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών με καθαρότερο εκφραστή τον Σάντερς, κατεβαίνει διασπασμένη στις προκριματικές για τον υποψήφιο Πρόεδρο. Ο Σάντερς καταγράφεται στο 15% των Δημοκρατικών, η λίγο πιο μετριοπαθής Γουώρεν στο 15% επίσης, η αφροαμερικανή Χάρρις (που δεν είναι και αριστερή με την παραδοσιακή έννοια) στο 12%. Ο εκπρόσωπος των μετριοπαθών Μπάιντεν προηγείται με 30% των Δημοκρατικών πάντα, όχι του συνόλου των πολιτών φυσικά.

Το ανησυχητικό είναι ότι μέχρι στιγμής στις δημοσκοπήσεις ο Τραμπ τους κερδίζει όλους στο 1 προς 1 εκτός του Μπάιντεν. Ο Σάντερς και η Γουώρεν φαίνεται ότι θα μπορούσαν να κερδίσουν τον Τραμπ στη λαϊκή ψήφο αλλά με τόσο μικρή διαφορά ώστε να χάσουν στους εκλέκτορες (λόγω του αμερικανικού πλειοψηφικού συστήματος). Μάλιστα στους εκλέκτορες χάνουν πιο εύκολα από ότι η Κλίντον το 2016.

Ακόμη χειρότερο βέβαια είναι ότι οι 24 (!) υποψήφιοι για το χρίσμα των Δημοκρατικών (πάνω από τους μισούς από την ευρεία αριστερή πτέρυγα) θα συνεχίσουν για άλλο ένα χρόνο να αλληλοσπαράσσονται και να δίνουν προεκλογικά επιχειρήματα στον Τραμπ. Όπως το 2016 αλλά τρεις φορές χειρότερα. Δεν υπάρχει δηλαδή πραγματικός λόγος να αισιοδοξεί ούτε ο Μπάιντεν αν κάτι δεν αλλάξει γρήγορα.

Στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού ο Μπόρις Τζόνσον υλοποιεί με γρήγορους ρυθμούς το απλό σχέδιο του. Με την πιο σκληρή γραμμή για το Brexit, με μαζικές προσλήψεις αστυνομικών για «τάξη και ασφάλεια» και με αστήρικτες υποσχέσεις για παροχές μετά το Brexit (όταν φαίνεται ότι θα φυτρώνουν δέντρα με λίρες στη Βρετανία) να εξαφανίσει την ακροδεξιά του Φάρανζ και να φτάσει κοντά στο 35%. Το άθροισμα των κεντρώων και αριστερών κομμάτων είναι σταθερά στο 55% αλλά κυβέρνηση φυσικά θα κάνει το κόμμα που θα πάρει 35% μόνο του (πλειοψηφικό σύστημα κι εκεί).

Οι Εργατικοί λόγω της ταλάντευσης στο θέμα του Brexit έχουν χάσει τις περισσότερες ψήφους της πτέρυγας Μπλερ, σιγά σιγά αποχωρούν και επώνυμα στελέχη της. Προφανώς ο σκληρός πυρήνας της πτέρυγας Μπλερ δεν είχε σχέση με την αριστερά και η εσωκομματική νίκη Κόρμπυν δίκαια είχε πανηγυριστεί διεθνώς από το προοδευτικό στρατόπεδο. Αλλά με το να φεύγουν οι ψηφοφόροι που είναι καθαρά υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, οι Εργατικοί καταγράφονται σταθερά κάτω από το 25%, στις ευρωεκλογές πήραν μόνον 14%. Οι Συντηρητικοί είχαν πάρει μόνον 9% αλλά αυτό ήταν ανοιχτό σχέδιο του Τζόνσον να ψηφίζουν ακροδεξιά για να φύγει η Τερέζα Μει, τώρα οι Συντηρητικοί έχουν ήδη επιστρέψει πάνω από το 30%.

Έχουμε λοιπόν ένα κοινό χαρακτηριστικό σε ΗΠΑ και Βρετανία: Η συντηρητική παράταξη αποδέχεται την ενοποίηση της υπό ακροδεξιά ηγεμονία ενώ το κεντρώο, προοδευτικό και αριστερό στρατόπεδο διαιρείται πάνω στα διλήμματα τα οποία θέτει η ακροδεξιά ατζέντα. Στη Βρετανία είναι το Brexit, στις ΗΠΑ είναι η εμπρηστική και διχαστική ρητορική και διακυβέρνηση Τραμπ. Που διαιρεί τους Δημοκρατικούς σε εκφραστές κυρίως των πολιτικών δικαιωμάτων (Γουώρεν, Χάρις) ή κυρίως της αριστερής κοινωνικής πολιτικής (Σάντερς) ή λίγο απ’ όλα χωρίς νεύρο (ο υπέργηρος Μπάιντεν).

Αυτή η δυσμενής εικόνα δεν φαίνεται να τροποποιείται όσο και αν κινητοποιηθεί το momentum στη Βρετανία ή η αφοσιωμένη κινηματική βάση του Σάντερς στις ΗΠΑ. Γιατί αυτό; Επειδή η λαϊκιστική ακροδεξιά κρατάει ένα μέρος της απήχησης της στα φτωχότερα στρώματα ακριβώς χάρη στον διχαστικό και απλουστευτικό πολιτικό λόγο της (φταίνε οι μετανάστες, τάξη και ασφάλεια κλπ). Οπότε η εκλογική εξίσωση για την αριστερά δεν βγαίνει χωρίς διείσδυση στο πολιτικό κέντρο.

Το αντίστοιχο δίλημμα ισχύει και για τους μετριοπαθείς κεντρώους ή άλλες εκδοχές του προοδευτικού στρατοπέδου όπως οι Πράσινοι. Δεν μπορούν να υπερισχύσουν της συσπειρωμένης δεξιάς-ακροδεξιάς χωρίς την δυναμική της αριστεράς, έτσι έχασε το 2016 η Κλίντον και δεν το έχει πιστέψει ακόμα. Ενώ στη Βρετανία οι Φιλελεύθεροι – Δημοκράτες είναι μόνιμα θύματα του πλειοψηφικού.

Ακόμη όμως και αν ο στόχος της αριστεράς είναι καταρχήν η «ενότητα από τα κάτω», αυτή εξακολουθεί να έχει σαφείς πολιτικές προϋποθέσεις. Με απλά λόγια, αν οι Εργατικοί είχαν ξεκάθαρη γραμμή για το Brexit, δεν θα έχαναν ψήφους προς τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες και θα ανταγωνίζονταν τον Τζόνσον στα ίσια. Σε τελευταία δημοσκόπηση στη Βρετανία το Brexit χωρίς συμφωνία εκφράζει μόνον το 38%. Το ζητούμενο είναι η συσπείρωση των υπολοίπων.

Ο μετωπικός και ενωτικός χαρακτήρας της αντιπαράθεσης με την συσπειρωμένη δεξιά- ακροδεξιά είναι πολιτική προϋπόθεση της νίκης ακόμη και αν η ενότητα δεν αφορά τμήματα της ηγεσίας του «κέντρου». Πρέπει οπωσδήποτε να αφορά τους ψηφοφόρους του.

Μια τελική επισήμανση: Η εκλογική ήττα δεν ήταν τόσο τραγικό ενδεχόμενο όσο είχες απέναντι σου την γνωστή κεντροδεξιά έστω και με τις νεοφιλελεύθερες εμμονές της. Το να επιτρέψεις όμως στην ακροδεξιά να εδραιωθεί στην εξουσία, μπορεί να εξελιχθεί πιο άσκημα από όσο φαντάζεσαι.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.