Η σήμερον ως χθες ή και ως αύριον;

Στις αρχές του 1943, ο Γούντι Γκάθρι, εμβληματική μορφή της αμερικανικής φολκ, έγραφε σε ένα χαρτί τους 33 στόχους που έθετε για τη νέα χρονιά. Ανάμεσα τους, η υπενθύμιση στον εαυτό του να αγαπά τους ανθρώπους τριγύρω του, να εργάζεται περισσότερο και να μάχεται τον φασισμό!

Χρήστος Φωτογλίδης 29/12/2020 | 17:02

Στις αρχές του 1943, ο Γούντι Γκάθρι, εμβληματική μορφή της αμερικανικής φολκ, με μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της μουσικής και στην καρδιά της εργατικής τάξης των ΗΠΑ, έγραφε σε ένα χαρτί τους 33 στόχους που έθετε για τη νέα χρονιά. Ανάμεσα τους, η υπενθύμιση στον εαυτό του να αγαπά τους ανθρώπους τριγύρω του, να εργάζεται περισσότερο και να μάχεται τον φασισμό! Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή αυτή, η θέσπιση δηλαδή στόχων για το νέο έτος, δεν μας είναι άγνωστη. Το τέλος του χρόνου αποτελεί για όλους και όλες μας το συμβολικό πέρασμα σε κάτι νέο, μια επανεκκίνηση ή μια εμφατική συνέχεια των επιλογών μας και των πράξεων μας.

Θέτουμε νέους στόχους για το επόμενο διάστημα, σε μια κίνηση συμβολισμού. Ένα ψυχολογικό όριο, που φέτος έχει αποκτήσει μία νέα υπόσταση έπειτα από τη γνωστή περιπέτεια του 2020. Κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει
αυτή η περιπέτεια ενώ, ελπίζουμε πραγματικά αυτό να συμβεί μέσα στους πρώτους μήνες του ερχόμενου έτους. Με αυτόν τον τρόπο οι μέχρι τώρα, σχετικά, εθιμοτυπικές ευχές αλλά και οι στόχοι που θέτουμε έχουν πάρει μια πιο ουσιαστική μορφή ατενίζοντας το νέο έτος.

Ωστόσο, η πανδημία και τα υφιστάμενα μέτρα, συνοδευμένα από την αποστασιοποίηση αλλά και την ουσιαστική έλλειψη της κοινωνικής ζωής γεννούν ερωτήματα και αβεβαιότητα για το μέλλον των ανθρώπινων σχέσεων. Η digital πραγματικότητα που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες αλλά και με έναν τρόπο ο φόβος του «άλλου» μας
μετατεθούν το άγχος της επόμενης ημέρας. Οι παραπάνω γραμμές πιστεύω ότι αποτυπώνουν μία αγωνία πολλών και λίγο πολύ οι περισσότεροι/ες έχουμε συμμετάσχει σε συζητήσεις που αφορούν αυτό το ζήτημα. Δύο είναι τα γεγονότα που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, το πρώτο αφορά το εξής:

Τα τελευταία χρόνια, σκεφτόμουν και εξέφραζα σε φίλους ή ανθρώπους που εκτιμώ την ανησυχία μου σχετικά με την έλλειψη χώρων αναφοράς στη Θεσσαλονίκη, όπου νέοι ερευνητές και ερευνήτριες των κοινωνικών επιστημών (με αφορμή και τη δική μου τριβή με αυτές τις επιστήμες) θα μπορούσαν να συζητήσουν τις δουλειές
τους, τις ιδέες τους, να παρακολουθήσουν σεμινάρια και να στεγάσουν ερευνητικές ή εκδοτικές προσπάθειες. Ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι και άλλοι.

Φυσικά, δεν ήμουν και δεν είμαι ο κατάλληλος για να εκφράσει τέτοιες ανησυχίες, αλλά η προσπάθεια μου για να βρω ενδιαφέρουσες συζητήσεις με οδήγησε σε τέτοιες σκέψεις. Το lockdown υπήρξε η «ευκαιρία» να παρακολουθήσω μια σειρά από τέτοιες ακριβώς συζητήσεις και σεμινάρια. Φορείς και ερευνητικά κέντρα, με διάφορες εκδηλώσεις που έγιναν ηλεκτρονικά, μας έδωσαν τη δυνατότητα να ακούσουμε παρουσιάσεις νέων ερευνητριών και ερευνητών και τη συζήτηση με μεγαλύτερους επιστήμονες.

Σε πολλές από αυτές τις εκδηλώσεις στη συζήτηση (chat), συμμετέχοντες που παρακολουθούσαν, σημείωναν ότι μετά το πέρασμα της πανδημίας αυτές οι εκδηλώσεις πρέπει να συνεχίσουν να γίνονται ηλεκτρονικά. Πιστεύοντας, ότι το πέρασμα στη ψηφιακή εκδήλωση, είναι η ευκαιρία για το «άνοιγμα» αυτών των εκδηλώσεων σε περισσότερους ανθρώπους.

Σε δεύτερο χρόνο θα ήθελα να περιγράψω σε λίγες γραμμές την επιστροφή μου στην εργασία μετά το δεύτερο lockdown. Εργάζομαι σε βιβλιοπωλείο και τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ «από κοντά» το χώρο του βιβλίου. Με το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων και τη χαρά που μας έδωσε αυτό, δεν αργήσαμε να αντικρύσουμε και εικόνες, που με τις παρούσες συνθήκες ήταν απαραίτητες, αλλά ελπίζουμε να μην αποτελέσουν συνήθεια στη μετά-covid
περίοδο. Τα βιβλιοπωλεία, όπως είναι λογικό, λειτουργούν με περιορισμούς. Κανείς ή καμιά δεν χάνεται με τις ώρες στα ράφια, στα οπισθόφυλλα ή στις σελίδες των βιβλίων. Και το σημαντικότερο, κανείς δεν ανακαλύπτει νέα πράγματα και βιβλία, παρά μόνο στη δίλεπτη, στην καλύτερη περίπτωση, συζήτηση με τον εκάστοτε υπάλληλο.

Η αγορά του βιβλίου έγινε και αυτή μια fast track διαδικασία. Οι αυστηρές λίστες προς διεκπεραίωση που κρατούν οι πελάτες ακυρώνουν το μεγάλο «άγνωστο άγνωστο». Το βιβλιοπωλείο δηλαδή, που δεν είναι
πλέον αυτό που ο Mark Forsyth όριζε ως έναν χώρο: (…) όπου οι άγνωστοι άγνωστοι αυτού του κόσμου είναι απλωμένοι πάνω σε πάγκους και στοιχισμένοι σε ράφια. Είναι ένας χώρος (ή δύο) όπου μπορείς να βρεις αυτό που ποτέ δεν ήξερες πως έψαχνες, εκεί που οι επιθυμίες σου συνεχώς αναγεννιούνται. 

Παράλληλα, μέσα από τις διαδικασίες ηλεκτρονικού εμπορίου τα βιβλιοπωλεία υιοθέτησαν μορφή σούπερ μάρκετ και τα «βιβλιο-φιλικά καλάθια», μας έγιναν οικεία. Έτσι, επικυρωποιήθηκε ξανά ο δρόμος της διαφήμισης εις βάρος (όπως κάθε φορά) των μικρών εκδοτικών εγχειρημάτων, των μικρών βιβλιοπωλείων και συχνά του καλού βιβλίου. Εννοείται, ότι αν και αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητα των μέτρων, ο φόβος για την πιθανή κληροδότηση αυτών των συνηθειών στην επόμενη περίοδο (όποτε και αν έρθει αυτή) με καταβάλλει.

Νομίζω, ότι στο τέλος της ημέρας, μετά την πανδημία, οφείλουμε να μην καθιερώσουμε αυτού του είδους τις συναντήσεις από τη μία, αλλά και αυτού του είδους τις πρακτικές, από την άλλη. Όσον αφορά τις συναντήσεις μας, να επιμείνουμε και να προσπαθήσουμε να φτιάξουμε παντού εστίες προβληματισμού, διαλόγου και συνάντησης. Όπου θα βάζουμε σε δημόσιο διάλογο ιδέες και εργασίες. Θα μοιράζουμε και θα λαμβάνουμε. Θα συγκροτούμε «κοινωνικές» και επιστημονικές κοινότητες. Άλλωστε, οι όροι του διαλόγου και της αλληλεπίδρασης είναι ουσιαστικά διαφορετικοί με τη δια ζώσης συνάντηση.

Σε σχέση με το βιβλίο, να επιμείνουμε στη συζήτηση, στο ψάξιμο στο ράφι, στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Να μην αντικαταστήσουμε τη σαββατιάτικη βόλτα στα βιβλιοπωλεία με την απομακρυσμένη και απρόσωπη παραγγελία. Τις «ζωντανές» βιβλιοπαρουσιάσεις, με τις «άοσμες» ηλεκτρονικές παρουσιάσεις. Το έντυπο βιβλίο, με το ηλεκτρονικό.

Τελικά, το ζήτημα είναι κοινό και περιγράφεται απλά: είναι σημαντικό να μείνουμε άνθρωποι! Χωρίς να αγνοώ και να μην εκτιμώ τα θετικά των όσων συνέβησαν ηλεκτρονικά αυτόν τον καιρό και αποτέλεσαν ξεκάθαρη διέξοδο το προηγούμενο διάστημα. Με σεβασμό στα μέτρα, ας μη φοβηθούμε τον άνθρωπο και ας μην αποξενωθούμε. Η φυσική αποστασιοποίηση ας μη γίνει και κοινωνική, ώστε η ανθρώπινη επαφή και η αλληλεγγύη να μη χαθούν στο φόβο!

* Forsyth Mark, Το άγνωστο άγνωστο, Τα βιβλιοπωλεία και η απόλαυση να μην παίρνεις αυτό που ήθελες, εκδ. Ποταμός, 2019

**Ο Χρήστος Φωτογλίδης είναι εργαζόμενος στο βιβλιοπωλείο «Κεντρί» στη Θεσσαλονίκη και μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας