Το ξέρουμε όταν ξυπνάμε και πριν πλύνουμε το πρόσωπό μας έχουμε ήδη δει τρεις ειδήσεις, δύο νευρικά stories, ένα βίντεο με γάτες, μια διαφήμιση για παπούτσια που δεν ζήτησε κανείς και μια ειδοποίηση από τράπεζα που μας θυμίζει ότι η ζωή συνεχίζει να είναι πιο ακριβή απ’ τον μισθό μας.
Το ξέρουμε στο λεωφορείο, όπου κανείς δεν κοιτάζει κανέναν. Το ξέρουμε στο τραπέζι, όπου η οικογένεια κάθεται μαζί, αλλά ο καθένας λείπει σε άλλη εφαρμογή. Το ξέρουμε στην ουρά, στο ασανσέρ, στο φανάρι, στο κρεβάτι, στο μπάνιο, στην παραλία, στο νοσοκομείο, στην κηδεία, στον γάμο, παντού ένα χέρι κρατάει κινητό κι ένα βλέμμα έχει παραδοθεί στο μικρό φωτεινό παραθυράκι της σωτηρίας.
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι ότι κοιτάμε πολύ το κινητό, αυτό είναι το προφανές. Το θέμα είναι ότι το κινητό δεν είναι πια κινητό. Είναι προέκταση του σώματος, των ματιών, της μνήμης, της αγωνίας, της μοναξιάς, της εργασίας, της σχέσης μας με το κράτος και, τελικά, της ίδιας μας της ύπαρξης. Όλα αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα 2.0, μια χώρα που σε καλεί να ζήσεις ψηφιακά, αλλά συχνά δεν μπορεί να σου προσφέρει ούτε αξιοπρεπές σήμα, σε σπρώχνει στην εφαρμογή, αλλά όταν αυτή κολλήσει, σου λέει να πάρεις τηλέφωνο. Μια χώρα που καμαρώνει για την ψηφιακή της μετάβαση, αλλά ο πολίτης παραμένει μόνιμα σε κατάσταση loading.
Από το «πάρε με όταν φτάσεις» στο «χωρίς μπαταρία δεν υπάρχω»
Θυμάται κανείς τότε που το κινητό ήταν για να παίρνουμε τηλέφωνο; Μοιάζει με προϊστορική ανάμνηση. Σήμερα, αν ξεχάσεις το κινητό στο σπίτι, δεν νιώθεις ότι ξέχασες μια συσκευή. Νιώθεις ότι βγήκες στον δρόμο γυμνός, χωρίς χέρια, χωρίς μάτια, χωρίς ταυτότητα. Το smartphone είναι πλέον ο ελβετικός σουγιάς μας, αφού είναι η φωτογραφική σου μηχανή (γιατί αν δεν βγάλεις το φαγητό φωτογραφία, μάλλον δεν το έφαγες ποτέ), είναι το πορτοφόλι σου, το γραφείο σου, η τηλεόρασή σου.
Και μετά, ήρθε η «έξυπνη» ζωή… Κι έπεσε η πλατφόρμα του ChatGTP κάποια στιγμή, αφήνοντας στην αναμονή εκατοντάδες ειδησεογραφικές πλατφόρμες, αφού κανένας δεν θυμόταν να γράφει. Από την άλλη, στην Ελλάδα 2.0, έχουμε την απαίτηση να ελέγχουμε τα πάντα από την οθόνη μας, βάζουμε τη σκούπα-ρομπότ να δουλέψει ενώ είμαστε στο γραφείο, ανάβουμε τα φώτα ή το κλιματιστικό μέσω app, παραγγέλνουμε καφέ, φαγητό, σούπερ μάρκετ, ταξί. Όλα περνάνε μέσα από το γυαλί. Έχουμε αναθέσει τη διαχείριση της καθημερινότητάς μας σε αλγόριθμους κι εφαρμογές, σε σημείο που αν πέσει το ίντερνετ για δέκα λεπτά, επικρατεί υπαρξιακός πανικός. Δεν ξέρουμε αν χάσαμε τη σύνδεση ή αν χάσαμε τον εαυτό μας.
Μετά τον Covid, το κινητό έγινε μάτι, πάσο & απόδειξη ύπαρξης
Η πανδημία δεν δημιούργησε την εξάρτηση. Ας το ξεκαθαρίσουμε για να μην ανοίξουν οι επαγγελματίες παρεξηγημένοι τα ντουλάπια με τα αλουμινόχαρτα. Δεν μας έκανε το εμβόλιο να κοιτάμε το κινητό, δεν μπήκε κάποιο τσιπάκι. Το μόνο τσιπάκι που λειτουργεί σταθερά στην Ελλάδα είναι αυτό της ανασφάλειας.
Αλλά η πανδημία επιτάχυνε βίαια κάτι που ήδη ερχόταν.
Ξαφνικά το κινητό έγινε πάσο με QR, έγινε πιστοποιητικό με SMS μετακίνησης. Έγινε gov.gr. Έγινε τηλεργασία. Έγινε τηλεκπαίδευση. Έγινε άυλη συνταγή. Έγινε ηλεκτρονικό ραντεβού. Έγινε είσοδος, έξοδος, άδεια, απόδειξη, δήλωση, πρόσβαση.
Η ζωή μας πέρασε μέσα από εφαρμογές όχι ως επιλογή, αλλά ως προϋπόθεση και πλέον αν δεν είχες κινητό, δεν ήσουν απλώς εκτός μόδας. Μέχρι που το κινητό απέκτησε θεσμικό κύρος και δεν ήταν πια το αντικείμενο που χαζεύεις για να περάσει η ώρα αλλά αυτό που έπρεπε να δείξεις για να αποδείξεις ότι δικαιούσαι να υπάρξεις σε έναν χώρο, σε μια υπηρεσία, σε μια συναλλαγή.
Η πανδημία δεν γέννησε την ψηφιακή εξάρτηση. Απλά της έδωσε άδεια κυκλοφορίας. Και όταν ένα σύστημα καταλάβει ότι μπορεί να σου μεταφέρει όλη την ευθύνη στην τσέπη, δεν την παίρνει εύκολα πίσω. Εσύ θα θυμάσαι τους κωδικούς. Εσύ θα κατεβάζεις την εφαρμογή. Εσύ θα κάνεις ταυτοποίηση. Εσύ θα ανεβάζεις το αρχείο. Εσύ θα φταις αν δεν φορτώνει. Η γραφειοκρατία δεν καταργήθηκε. Απλώς έχει οθόνη αφής.
Ελλάδα 2.0 γεμάτη εφαρμογές, αλλά χωρίς σύνδεση
Η Ελλάδα δεν θα ήταν Ελλάδα αν δεν κατάφερνε να συνδυάσει το χειρότερο του παλιού με το πιο κουραστικό του νέου. Μιλάμε για ψηφιακό , μετασχηματισμό με πλατφόρμες, εφαρμογές, ηλεκτρονικές υπηρεσίες, καινοτομία. Ελλάδα 2.0. Όλα ακούγονται υπέροχα, μέχρι να χρειαστείς πραγματικά κάτι.
Την ίδια στιγμή, το ίντερνετ παραμένει ακριβό, συχνά κακό, άνισο, εκνευριστικό, θυμίζοντας περισσότερο dial-up των ’90s παρά ευρωπαϊκή χώρα του 2026. Σε μια χώρα που σε καλεί να ζήσεις online, υπάρχουν περιοχές όπου το σήμα είναι μεταφυσικό φαινόμενο. Πιάνεις 5G στο διαφημιστικό και E στην πραγματικότητα, πληρώνεις πακέτο δεδομένων σαν να αγοράζεις οικόπεδο κι εγώ ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί με τέτοιες συνθήκες μ’ έπιασε πανικός χωρίς τηλέφωνο…
Influencers, μικροπωλητές προσοχής & η νέα αγορά της ανασφάλειας
Κάπου ανάμεσα στην πολιτική επικοινωνία, τα breaking news και τα βίντεο με συνταγές, εμφανίζεται η άλλη μεγάλη βιομηχανία, δηλαδή η αγορά της ανασφάλειας. Οι influencers. Όχι όλοι, προφανώς. Υπάρχουν δημιουργοί με ταλέντο, γνώση, χιούμορ, δουλειά, πραγματική αξία. Αλλά υπάρχει και μια τεράστια αγορά που δεν πουλάει απλώς προϊόντα, πουλάει εκδοχές ζωής. Σώματα, πρόσωπα, σπίτια, ταξίδια, επιτυχίες, σχέσεις, πρωινές ρουτίνες, βραδινές ρουτίνες, οικονομική ανεξαρτησία, αυτοβελτίωση, ψυχολογία των 30″ και ευτυχία με εκπτωτικό κωδικό.
Η μιζέρια δεν είναι πια ιδιωτική, έχει απέναντί της ring light. Κι αυτό είναι βαθιά πολιτικό. Γιατί όταν μια κοινωνία πνίγεται στην ακρίβεια, στην ανασφάλεια, στην εργασιακή εξάντληση και στην έλλειψη προοπτικής, η διαρκής προβολή μιας γυαλιστερής ατομικής επιτυχίας λειτουργεί σαν ήσυχη κατηγορία. Αν δεν τα κατάφερες, μάλλον δεν προσπάθησες αρκετά. Αν δεν είσαι καλά, μάλλον δεν έκανες αρκετό journaling. Αν δεν προοδεύεις, μάλλον δεν ξυπνάς στις 5 το πρωί να πιεις νερό με λεμόνι και να γράψεις στόχους.
Έτσι η κοινωνική αποτυχία μετατρέπεται σε προσωπική ενοχή. Και η προσωπική ενοχή γίνεται προϊόν.
Πού θα πάει όλο αυτό;
Δεν υπάρχει ούτε απάντηση, ούτε λύση τύπου «πετάξτε τα κινητά». Αυτά είναι για αφίσες σε σεμινάρια αυτοβελτίωσης και για ανθρώπους που έχουν την πολυτέλεια να μην εξαρτώνται από την επόμενη ειδοποίηση της δουλειάς. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε τα κινητά στη θάλασσα. Άλλωστε, πιθανότατα θα ψάχναμε μετά στο Google «πώς βρίσκω κινητό που έπεσε στη θάλασσα».
Το κινητό είναι εργαλείο, χρήσιμο, αναγκαίο, πολλές φορές απελευθερωτικό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το εργαλείο γίνεται περιβάλλον. Όταν δεν μπαίνεις πια στο κινητό, αλλά βγαίνεις από αυτό μόνο για μικρά διαλείμματα πραγματικότητας.
Αν το κινητό είναι πλέον η πύλη προς το κράτος, την εργασία, την ενημέρωση, τις σχέσεις, τη μνήμη, την ψυχαγωγία και την αγορά, τότε το ερώτημα δεν είναι αν το χρησιμοποιούμε πολύ αλλά ποιος οργανώνει τον κόσμο που βλέπουμε μέσα από αυτό.
Εμείς ή οι εφαρμογές;
Εμείς ή οι αλγόριθμοι;
Εμείς ή οι εταιρείες που εμπορεύονται την προσοχή μας;
Εμείς ή οι μηχανισμοί που ξέρουν πώς να μας κρατούν ξύπνιους, θυμωμένους, φοβισμένους και διαθέσιμους;
Αλλά κυρίως, να ρωτήσουμε ποιος κερδίζει κάθε φορά που εμείς σκρολάρουμε μηχανικά τη ζωή μας μέχρι να τελειώσει η μπαταρία. Γιατί μπορεί το κινητό να είναι στο χέρι. Αλλά το μυαλό μένει μόνιμα στο buffering.
Διαβάστε επίσης:
Συνεδριάζει η ΚΟ της ΝΔ: Οι βαριές σκιές, η γκρίνια και οι «πυροσβέστες»
Κώστας Καραμανλής: Δεν θα παραστεί στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας
Πρόκληση Μπέου: Ζήτησε να σβηστούν τα ονόματα των θυμάτων των Τεμπτών από το Σύνταγμα
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια