Η πόλη των δολοφονημένων γυναικών

Οι μαζικές γυναικοκτονίες στη Σιουδάδ Χουάρες -  Μία συγκλονιστική πραγματικότητα που έφερε ξανά στο φως η σειρά «Narcos Mexico».

H σειρά «Narcos Mexico» (ο τρίτος κύκλος ανέβηκε τον Νοέμβριο του 2021 στο Netflix) εκτός από τις συγκρούσεις και τις ιστορίες που διαδραματίζονται γύρω από τα καρτέλ ναρκωτικών στο Μεξικό τη δεκαετία του ’90 φωτίζει και άλλη μία πραγματικότητα που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Τις άγριες δολοφονίες αμέτρητων γυναικών στην πόλη Σιουδάδ Χουάρες. Την «πόλη των δολοφονημένων γυναικών». Από τον Ιανουάριο του 1993 που βρέθηκαν κακοποιημένα και εγκαταλελειμμένα στην έρημο έξω από την πόλη τα πτώματα της 13χρονης Άλμα Τσαβαρία και της 16χρονης Λούνα Βιγιαλόμπος, οι δολοφονίες γυναικών αναδύθηκαν στην επικαιρότητα και προκάλεσαν διεθνή προσοχή παρά την αδιαφορία και τις πρακτικές συγκάλυψης των αρχών. Πριν από λίγα χρόνια, μόλις μερικά τετράγωνα από το κέντρο της πόλης, τα τείχη ενός πρώην ξενώνα καλύπτονταν με τα πρόσωπα 50 αγνοούμενων νεαρών γυναικών και την ερώτηση «Donde Estan?» («Που είναι;»); Μία πραγματικότητα που συγκαλύφθηκε για πολλά χρόνια και κουκουλώθηκε από τις τοπικές αρχές, από την αστυνομία και από τις σκοτεινές διαδρομές της δράσης των καρτέλ. 

Στο τρίτο κύκλο του «Narcos Mexico» ο αστυνομικός Victor Tapia (τον υποδύεται ο Luis Gerardo Mendez) ξεκινάει έρευνες για να ξεσκεπάσει τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από τις βίαιες δολοφονίες και τις εξαφανίσεις γυναικών. Ο ηθοποιός ανέφερε σε συνέντευξη στο «Newsweek» ότι αισθάνθηκε «πολύ περήφανος» που του δόθηκε ένας ρόλος που ρίχνει φως σε μία κατάσταση που επικρατεί στο Μεξικό μέχρι και σήμερα. Τις αμέτρητες δολοφονίες και εξαφανίσεις γυναικών. Οργανώσεις και συλλογικότητες υψώνουν εδώ και πολλά χρόνια φωνή διαμαρτυρίας ενάντια στην κρατική διαφθορά και τη διαπλοκή της κυβέρνησης με τα καρτέλ ναρκωτικών. Το κύμα βίας και η «σιωπηρή συμφωνία» ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα καρτέλ αποκρυσταλλώνεται σε αριθμητικά δεδομένα και εξαφανίσεις που θυμίζουν τα παραδείγματα του καθεστώτος Πινοσέτ στη Χιλή αλλά και της στρατιωτικής χούντας στην Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων είναι γυναίκες. 

«Όταν μου διηγήθηκαν την ιστορία του συγκεκριμένου χαρακτήρα με γοήτευσε γιατί νομίζω ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε στο Μεξικό αυτή τη στιγμή. Οι γυναικοκτονίες», είπε στη συνέντευξη του και πρόσθεσε: «Κάθε μέρα τουλάχιστον δέκα γυναίκες δολοφονούνται στο Μεξικό. Το πρόβλημα ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’90 στην πόλη Χουάρες σε ένα περιβάλλον μεγάλης έντασης και βίας. Σκέφτηκα ότι ήταν πραγματικά συγκινητικό το γεγονός ότι οι δημιουργοί της σειράς αποφάσισαν να φέρουν αυτήν την ιστορία στο φως».

Το 2003 η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε μια έκθεση που αποκάλυψε ότι τα προηγούμενα χρόνια τουλάχιστον 370 γυναίκες δολοφονήθηκαν στην πόλη Χουάρες, ενώ υπήρχαν δεκάδες αγνοούμενες που δεν αναζητήθηκαν ποτέ από τις αρχές . «Πιστεύω ότι η αφήγηση χτίζει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη για το τι σημαίνει να είσαι μπάτσος στη Χουάρες τη δεκαετία του ’90, όταν όλα είναι τόσο γκρίζα, διεφθαρμένα και σάπια», είπε  ο ηθοποιός. 

Εργάτριες σε άθλιες παραγκουπόλεις

Τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μετά την εφαρμογή της NAFTA που κατήργησε τους δασμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών της Βόρειας Αμερικής άρχισαν να εγκαθίστανται στην πόλη τα εργοστάσια Μακιλαδόρας (Maquiladoras) κατά μήκος της συνοριακής γραμμής με τις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους/ες διαμένουν σε παραγκουπόλεις που περιβάλλουν τις εργοστασιακές πόλεις και σε αρκετά σπίτια δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, ενώ ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό στις Μακιλαδόρας είναι γυναίκες (περίπου το 58%). 

Οι μακιλαδόρας «Maquiladoras» είναι γνωστές για τις συνθήκες εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης που επιβάλλουν στους εργαζόμενους. Εξαιτίας της φτώχειας, αρκετές νέες γυναίκες φτάνουν στη Χουάρες από άλλες περιοχές του Μεξικού για να αναζητήσουν εργασία. Η εσωτερική μετακίνηση δημιούργησε τα τελευταία χρόνια ένα νέο υποκείμενο πιο ανεξάρτητων και χειραφετημένων γυναικών. Πολλά από τα θύματα αυτών των άγριων δολοφονιών υπήρξαν εργαζόμενες σε αυτές τις επιχειρήσεις. Παρά την επέκταση της βιομηχανίας, η Χουάρες παρέμεινε μια φτωχή πόλη χωρίς βασικές υποδομές. Ως μέρος της καθημερινής τους μετακίνησης, πολλές γυναίκες εργάτριες περπατούσαν μέσα από έρημους και σκοτεινούς δρόμους  για τα λεωφορεία της εταιρείας. Κάποιες από αυτές δεν επέστρεφαν ποτέ στα σπίτια τους. Παράλληλα, η Χούαρες αποτελεί το μεγαλύτερο κέντρο διακίνησης ναρκωτικών από και προς τις ΗΠΑ. Το τοπικό καρτέλ και οι εσωτερικές συγκρούσεις για τον έλεγχο της διακίνησης έχουν διαμορφώσει ένα βίαιο περιβάλλον εις βάρος  του τοπικού πληθυσμού και ιδιαίτερα εις βάρος των γυναικών. Ο μισογυνισμός είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό που έχει εγκαθιδρυθεί ως «κουλτούρα» μέσα στη δράση των καρτέλ, ενώ τουλάχιστον το 9,1% των δολοφονιών γυναικών αποδίδονται σε τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Η ακαδημαϊκός Katherine Pantaleo έχει πραγματοποιήσει εκτενή έρευνα για τις δολοφονίες των γυναικών στο Μεξικό και έχει υποστηρίξει ότι «η NAFTΑ ως καπιταλιστική συμφωνία που αναζητά φτηνό εργατικό δυναμικό επέτεινε την υποτίμηση των γυναικών και την  αύξηση της έμφυλης βίας». Οι κοινωνικοπολιτισμικές στάσεις για τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων και  η κυρίαρχη πατριαρχική αφήγηση εκφράζεται μέσα από τους όρους: machismo και marianismo. Ο όρος marianismo χαρακτηρίζεται από υποταγή και αφοσίωση στα συζυγικά καθήκοντα και στις δουλειές του σπιτιού και αποτελεί ένα σύνολο «κανόνων» στη Λατινική Αμερική που ο κυρίαρχος πολιτισμός αποδίδει στις γυναίκες.  Αυτές που βγαίνουν από τα σπίτια τους για να αναζητήσουν εργασία αμφισβητούν τους καθιερωμένους έμφυλους ρόλους και την υπέρμετρη επίδειξη ανδρισμού (machismo) ως βίαιη επιβολή στη γυναίκα.  Για αυτό και γίνονται στόχος. 

Αστυνομική διαφθορά και συγκάλυψη

Οι δολοφονίες γυναικών στη Χουάρες έχουν προσελκύσει διεθνή προσοχή από το 1993 και μετά εξαιτίας της ύποπτης αδράνειας της αστυνομίας και της κυβέρνησης για την αναζήτηση των δραστών και τη λήψη μέτρων προστασίας. Η αστυνομία και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν κατηγορηθεί πολλάκις ότι αντιμετώπισαν με αδιαφορία τις γυναικοκτονίες, καθώς και ότι επέδειξαν ανοχή σε αυτά τα εγκλήματα. Το 1998 η Εθνική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα εξέδωσε αναλυτική έκθεση με την οποία κατηγορεί για σοβαρές παρατυπίες και γενική αμέλεια τις κρατικές έρευνες, όπως εσφαλμένη αναγνώριση πτωμάτων, αποτυχία διενέργειας νεκροτομών και ανάλυσης σπέρματος, αποτυχία υποβολής γραπτών αναφορών και ανικανότητα στην τήρηση αρχείων σχετικά με το αυξανόμενο κύμα δολοφονιών γυναικών. Ως αποτέλεσμα της διεθνούς προσοχής, η αστυνομία και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι δέχθηκαν πιέσεις για να αντιδράσουν στις δολοφονίες.

Το 2011, η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία επισήμανε ότι «η κυβέρνηση δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να διερευνήσει και να παραδώσει στη δικαιοσύνη τους υπεύθυνους για την απαγωγή και τη δολοφονία γυναικών στη Σιουδάδ Χουάρες ή να καταπολεμήσει το συνεχιζόμενο μοτίβο βίας κατά των γυναικών». Οι αστυνομικές αρχές έχουν κατηγορηθεί ότι προχωρούν σε πρόχειρες και αποσπασματικές έρευνες με αμφίβολη μεθοδολογία και ακεραιότητα. Επιπλέον, κάποιοι συλληφθέντες ισχυρίστηκαν ότι βασανίστηκαν για να ομολογήσουν εγκλήματα που δεν έχουν διαπράξει και υποθέσεις που «έκλεισαν» έχουν αρκετά κενά και γκρίζα σημεία. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η υπόθεση ενός πολίτη με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή τον οποίο προσπάθησαν να κατηγορήσουν για όλες τις περιπτώσεις. Όμως τόσο κατά τη διάρκεια της σύλληψής του όσο και μετά συνεχίστηκαν οι απαγωγές και οι δολοφονίες. Οι οικογένειες των θυμάτων ισχυρίζονται ότι οι αρχές προσπαθούν να δημιουργήσουν υπεύθυνους για να σιωπήσουν τα γεγονότα χωρίς στην πραγματικότητα να ερευνούν τις υποθέσεις. Πολλές ομάδες φεμινιστριών, οργανώσεις και συλλογικότητες έχουν συντονίσει τη δράση τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις γυναικοκτονίες και να βάλουν ένα τέρμα στην έμφυλη βία. Ακόμη και σήμερα όμως η κατάσταση παραμένει σκοτεινή.