Η πασαρέλα της κόλασης

O Νίκος Παπαδογιάννης γράφει για την εμφάνιση του Nick Cave στο Release Festival.

Νίκος Παπαδογιάννης 19/06/2022 | 09:00

Ο Nick Cave πρωτοήλθε στην Ελλάδα για συναυλία πριν από σαράντα χρόνια:  στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 στο Σπόρτινγκ, ηγέτης των Birthday Party ακόμη, ένα χάος από θόρυβο. Το όνομά του σε αφίσα, όμως, το πρωτοείδαμε το Νοέμβριο του 1984, έξω από ένα ξεχασμένο κλαμπάκι ονόματι «Χύμα» στον Χολαργό. «Το μαγαζί ήταν στον πρώτο όροφο ενός κτιρίου και είχε λάστιχα αυτοκινήτου αντί για καθίσματα», διάβασα κάπου.

Οι θρύλοι που συνοδεύουν εκείνο το βάπτισμα του ελληνικού πυρός μπροστά σε 200 νοματαίους θέλουν τον άγνωστο μεταξύ αγνώστων Cave να κοιμάται στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, τη μισή μπάντα να ψάχνει για ντρόγκες αργά το βράδυ και κάποια ραδιοφωνική εκπομπή να μεταδίδει ετεροχρονισμένα τη συναυλία από μία πειρατική κασέτα.

Τα αρχεία του Setlist.fm μιλούν για δύο εμφανίσεις, αλλά κάποιοι θυμούνται ότι η πρώτη ματαιώθηκε, για αδιευκρίνιστους λόγους. Στην ίδια ιστοσελίδα διασώθηκε η λίστα των 10 τραγουδιών που ακούστηκαν: "Blind Lemon Jefferson", "Train Long-Suffering", "From Here To Eternity", "Say Goodbye To The Little Girl Tree", "Black Crow King", "Tupelo", "Well Of Misery", "Saint Huck", το "Knockin’ On Heaven’s Door" του Bob Dylan και το "I Put A Spell On You" το Screaming Jay Hawkins.

To συγκρότημά του είχε ήδη μεταλλαχθεί σε Κακή Σπορά: The Bad Seeds. «Δεν είμαστε οι Birthday Party», ξέρασε ο ίδιος, όταν το κοινό τόλμησε να ψελλίσει μία παραγγελιά από το παρελθόν. Δίπλα του στεκόταν αγέρωχος ο Blixa Bargeld, κληροδότημα του Βερολίνου.

Ο Cave ήταν τότε 27 ετών και έμοιαζε με εκείνους τους καταραμένους τζάνκι, που ζουν μία αέναη αντίστροφη μέτρηση μέχρι τη μοιραία νύχτα της υπερβολικής δόσης. Ποιος φανταζόταν, ότι αυτός ο νέος με το μανιακό βλέμμα και με το μάτι που γυάλιζε θα έπαιζε στην Αθήνα 38 χρόνια αργότερα, μπροστά σε 12.000 κόσμο; Και ότι θα είχε ακόμη μανιακό βλέμμα και μάτι που γυαλίζει; Και ότι στο setlist του 2022 θα περιλαμβάνει δύο πολυαγαπημένα  τραγούδια ("Tupelo", "From Her..."), που ακούστηκαν και εκείνη την αλλόκοτη νύχτα στον Χολαργό;

Προσωπικά τον πρωτοείδα για πρώτη φορά στην 5η από τις (αν μετράω σωστά, 19) εν Ελλάδι εμφανίσεις του: στις 3 Μαΐου 1989, εποχή Tender Prey, στο αλήστου μνήμης «Ρόδον», όπου ο Cave έπαιξε τρία βράδια σερί, με εξαφανισμένα εισιτήρια.

Το σουξεδάκι που του άνοιγε περισσότερες πόρτες ήταν το "Deanna", αλλά όσοι σκάλιζαν στην επιφάνεια στέκονταν άφωνοι μπροστά στην βέβηλη καταιγίδα του "Mercy Seat". Το σετ έβριθε από διασκευές ("All Tomorrow’s Parties", "By The Time I Get To Phoenix" κ.ο.κ.), αφού ήταν ακόμη πρόσφατο το άλμπουμ "Kicking Against The Pricks", αλλά το "From Here To Eternity" ήταν ακόμη στη θέση του.

Όπως και το "Long-Train Suffering", από το «Χύμα». Όπως και το "City Of Refuge", που την Τετάρτη στο Φάληρο έκλεισε το κύριο μέρος της αλησμόνητης συναυλίας. Όπως και το "Mercy Seat", που στην Πλατεία Νερού το ακούσαμε ξεγυμνωμένο από τα ντεσιμπέλ του.

Έλιωσα το "Live Seeds" στο παμπάλαιο πικ απ και υποσχέθηκα στον εαυτό μου, ότι δεν θα χάσω καμία από τις μελλοντικές εμφανίσεις του Cave στην Ελλάδα. Όχι μόνο το τήρησα (στη Φρεαττύδα, στο Λυκαβηττό, στο Σπόρτινγκ, στο Ελληνικό και αλλού), αλλά ταξίδεψα και στο Λονδίνο για τους Grinderman, που μάλιστα εκείνο το βράδυ έπαιζαν σαπόρτ στους Portishead. Αλλά αυτά θα σας τα πω κάποια άλλη μέρα.

Τέσσερις δεκαετίες μετά το «Χύμα», ο Nick Cave δεν είναι πια χύμα και δεν διανυκτερεύει στα σκαλιά πολυκατοικιών μέσα στο καταχείμωνο. Εκτός αν έτσι του καπνίσει. Διότι ποτέ δεν ξέρεις με δαύτον. Ντύνεται σαν δανδής από κάποιο ντεφιλέ της κόλασης, έχει το ίδιο κορακί μαλλί της νιότης, έχει την ίδια απόκοσμη φωνή της νιότης, γράφει ακόμη εκείνα τα κολασμένα blues που τρυπάνε τον εγκέφαλο και είναι, μάλλον, ο κορυφαίος performer που κυκλοφορεί στην από δω πλευρά του Κάτω Κόσμου.

Το 2017 στο Τάεκβοντο κοίταξε ξαφνικά προς το μέρος μου και ένιωσα σαν να μου τρύπησε το κρανίο με τα μάτια του. Προχθές, στην παραπλεύρως Πλατεία Νερού, άφησε έγκυο μία τυχερή κοπέλα με το βλέμμα του και εισέπραξε το εσώρουχό της για βραβείο. Δύο ώρες, ο Nicholas Edward Cave μας έπαιζε στα δάχτυλά του. Εάν ήταν 45 και όχι 65, θα παρέλειπε το ημίωρο μελωδικό ιντερλούδιο και θα έκαιγε το πιάνο του για να σπάσει πλάκα.

Ο Warren Ellis με το αρχαίο μούσι, ανεκτίμητης αξίας συνεργάτης στο πλευρό του, έμοιαζε με αρχάγγελο του Άδη. Ο αναιδής θεατής που ζήτησε «να ξαναγυρίσει στην μπάντα ο Μπλίξα» άκουσε τα σχολιανά του: «Μπλίξα; Νομίζω ότι τα καταφέρνουμε μια χαρά και χωρίς αυτόν...».

Σκαρφαλωμένος στους ώμους των θεατών της πρώτης σειράς, ο Cave έφτυνε τους στίχους όταν αυτοί ξεχείλιζαν από οργή ("I'd gladly shoot you in the fucking face...") και τους έκλαιγε, όταν απέτιναν φόρο τιμής στους δύο αδικοχαμένους γιους. Οι δύο τελευταίοι δίσκοι του, "Skeleton Tree" και "Ghosteen", μπορεί να είναι οι καλύτεροι της καριέρας του, αλλά δεν συμβιβάζονται εύκολα με μεγάλα φεστιβάλ και ανοιχτούς χώρους.

Αυτό δεν εμπόδισε τον Cave να κλείσει τη συναυλία με το ελεγειακό Ghosteen Speaks ("I am beside you, you are beside me...") όταν πολλοί περίμεναν ρεσιτάλ φρενίτιδας ούτε να εντάξει στο πρόγραμμα το ρέκβιεμ "I Need You". "Νothing really matters when the one you love is gone", θρηνούσε από τις γιγάντιες οθόνες ο χαροκαμένος πατέρας, με σπασμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Δεν έχω ξανακούσει τέτοια εκκωφαντική σιωπή από 12 χιλιάδες στόματα.

Οι ελάχιστοι αλεξιπτωτιστές γνώριζαν μόνο το "Red Right Hand" από το Peaky Blinders, αλλά συνολικά το πρόγραμμα ήταν ένα εκλεκτικό Greatest Hits καριέρας. Κρίνοντας από τις φάτσες, τις ηλικίες και τα μπλουζάκια που έβλεπα γύρω μου, υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι θεατές θα συμβιβάζονταν και με ακόμα πιο ψαγμένο πρόγραμμα, αρκεί να μπορούσαν να πλησιάζουν και να αγγίξουν τον Πρίγκηπα του Σκοταδιού, για να μοιραστούν μαζί του το εκτυφλωτικό μισοσκόταδο της ωριμότητάς του.

Και αν κάτι πάει στραβά και καταστρέψει τη μυσταγωγία; «Μην ανησυχείς, μπορεί να είναι και αυτός πριμαντόνα, αλλά δεν θα κάνει τα καμώματα του Peter Murphy», με διαβεβαίωσε πριν τη συναυλία η φωνή της διοργανώτριας εταιρίας. Ευτυχώς, ο ήχος που έφτανε στην πλατεία ήταν καμπάνα, όπως και η φωνή του Cave.

«Σας ευχαριστώ για όσα μας δώσατε όλα αυτά τα χρόνια», είπε ο ίδιος λίγο πριν το οριστικό "goodnight". Φεύγοντας από τη συναυλία, άκουγα στο αυτοκίνητο το έπος "Hollywood", ένα από τα αριστουργήματα της ζωής του Cave και της εποχής μας. Και μόλις έφτασα στο σπίτι, έριξα μια ματιά στην είσοδο της πολυκατοικίας, για να βεβαιωθώ ότι δεν είχε γείρει εκεί ένας άνδρας ντυμένος στα μαύρα.

Πηγή: rocking.gr

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr