Η Ντόρα Μπακοπούλου, η Μαρίζα Κωχ και η Λένα Πλάτωνος μιλούν για την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

Τρεις σημαντικές καλλιτέχνιδες μοιράζονται μνήμες από το συνταξίδεμα τους στη ζωή και στην τέχνη με την κορυφαία ποιήτρια που χάθηκε σε ηλικία 80 ετών

Αντώνης Μποσκοΐτης 21/01/2020 | 14:52

Η σημαντικότερη Ελληνίδα πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου υπήρξε στενή φίλη της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ, γι' αυτό και όπως μου λέει απ' την άλλη άκρη της γραμμής, «δεν θυμάμαι ποτέ να μην τη γνώριζα. Το 1959 βρεθήκαμε μαζί στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, εκείνη για σπουδές στη διερμηνεία κι εγώ στη μουσική. Λόγω Αίγινας, που κι εγώ περνώ τα καλοκαίρια μου, αρχικά με φιλοξενούσε και ζούσαμε κάπως κοινοβιακά μαζί και μ' άλλους φίλους, Έλληνες και ξένους διανοούμενους. Κι όταν αργότερα έστησα το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής στο νησί, την είχα πάντα επίτιμο καλεσμένη σε όλες τις εκδηλώσεις». Η Μπακοπούλου μιλάει με τρυφερότητα για την προσωπικότητα της Αγγελάκη - Ρουκ: «Εκτός από το μεγάλο στοχασμό της για τη ζωή, ήταν μία απίστευτη πηγή ενέργειας και ζωτικότητας. Ένα φωτεινό παράδειγμα για όλους τους φίλους της. Είναι γνωστό πως υπήρξε βαφτισιμιά του Νίκου Καζαντζάκη, κάτι όμως που δεν γνωρίζουν πολλοί είναι το πόσο μετέφερε εντός της τον Καζαντζάκη για όλα τα επόμενα χρόνια». Εκείνο, όμως, που θέλει να τονίσει είναι πως στο επίκεντρο της αντίληψης της για τη ζωή, βρισκόταν πάντα ο έρωτας. Η Μπακοπούλου χρησιμοποιεί για την ακρίβεια μία πρόταση που ακούγεται τόσο όμορφη: «Είχε μεγάλη αγάπη για τον έρωτα»...Να αγαπάς τον έρωτα, έτσι όπως ακριβώς ακούγεται! Παρά την προχωρημένη ηλικία της, η Μπακοπούλου πιστεύει ακόμη ότι έφυγε νωρίς, πρόωρα - «πως γίνεται να φεύγουν άνθρωποι με τέτοια αστείρευτη ζωντάνια; Ποτέ δεν υπέστη βλάβη στην πραγματικότητα το κέντρο του εγκεφάλου της, αφού μέχρι το τέλος της ζωής της έδινε καταπληκτικές συνεντεύξεις και διέθετε έναν εξαιρετικό δημόσιο λόγο». Θυμάται και το φοβερό χιούμορ της, τις τέλειες ατάκες που πέταγε πάντα στο σωστό timing. Για τη Ντόρα Μπακοπούλου, τέλος, η είδηση της απώλειας αυτής σκιάζει τη μεγάλη χαρά που πήρε από τη χθεσινή συναυλία της, 20/01/2020, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 

Η Ντόρα Μπακοπούλου

Με την τραγουδοποιό και ερμηνεύτρια Μαρίζα Κωχ, η Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ επίσης συνδεόταν με φιλία. Για του λόγου το αληθές, δεν θα ξεχάσω ένα βράδυ πριν από 15 χρόνια που χτύπησα την πόρτα της Κωχ και μου άνοιξε η ποιήτρια. Τις βρήκα σε μεγάλα κέφια αμφότερες μέχρι που ανακάλυψα πάνω στο τραπέζι ένα μισοάδειο μπουκάλι ουίσκι! Η απρόβλεπτη αυτή συνάντηση έληξε με τους τρεις μας να τραγουδάμε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη! «Τα αγαπούσε πολύ τα ρεμπέτικα η Κατερίνα» μου λέει τώρα η Μαρίζα, «και μας εντυπωσίαζε όλους που παρά τη σωματική της κατάσταση, σηκωνόταν και τα χόρευε, κάνοντας κατορθωτό το ακατόρθωτο. Ήταν πάντα έτοιμη για ''στραπάτσα'', αλλά και τόσο χαριτωμένη»! Για τον ερωτισμό στη γραφή της, νιώθει την ανάγκη να μου μιλήσει και η Κωχ: «Δεν σταμάτησε ποτέ, ούτε για μία στιγμή, να μη νιώθει ερωτευμένη αυτή η γυναίκα! Θυμάμαι ότι σε μια κουβέντα εκ βαθέων, που κάναμε κάποτε, μου περιέγραψε ένα μεγάλο βάρος που σήκωνε, στα όρια του μαρτυρίου, εξ ου και συνειδητά αφιερώθηκε στον έρωτα. Δεν ήταν δυνατό να τη γνωρίσεις και να μην την ερωτευόσουν, το ήθελε και το προκαλούσε η ίδια». Επιστήθια φίλη της Αγγελάκη - Ρουκ ήταν η κοινή τους φίλη, η γνωστή μουσικολόγος και βιογράφος του Μίκη Θεοδωράκη, Gail ή Ηλέκτρα Holst. Αυτή γνώρισε την ποιήτρια και στην Κωχ το 1980 στην Αίγινα. «Ήταν τότε που κάναμε κολλητή παρέα και με την Άλκη Ζέη. Τότε, επίσης, που οι τρεις μας ταξιδέψαμε στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης για να τιμηθούμε ως γυναίκες δημιουργοί» αναπολεί η Κωχ και με «πηγαίνει» αμέσως μετά στα πειράγματα που της έκανε ο Νίκος Κούνδουρος: «Ο Κούνδουρος της έτρεφε έναν μεγάλο θαυμασμό και ταυτόχρονα του άρεσε να την πειράζει ως απόρροια φυσικά του θαυμασμού και της άνεσης που είχαν οι δυο τους. Ήταν χάρμα να τους παρακολουθείς από κοντά». Όπως και η Μπακοπούλου, έτσι και η Κωχ αναφέρεται στη σχέση της με τον νονό της, τον διανοητή και συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη: «Η Κατερίνα συνήθιζε να λέει ιστορίες γι' αυτόν, όπως τον είχε ζήσει και τον θυμόταν, δίνοντας και στην παρέα της, σε μας, στοιχεία για τον χαρακτήρα του». Η τραγική ειρωνεία είναι πως πριν από δύο μήνες η Κωχ μαζί με την Gail Holst, που βρισκόταν στην Αθήνα, θέλησαν να επισκεφτούν την Αγγελάκη - Ρουκ, όμως δεν τους επιτράπηκε από τη βοηθό της. «Είχα μελοποιήσει τρία ποιήματα της το '80 - '81, όταν πρωτογνωριστήκαμε. Ποτέ δεν βγήκαν και στην πορεία των χρόνων χάθηκαν, όπως συμβαίνει συχνά με τα τόσα που κάνει ο καθένας μας. Να, όμως, που τα βρήκα σε μια πρόσφατη τακτοποίηση και θέλησα να τη δω και να της τα τραγουδήσω. Θα έπαιρνε μεγάλη χαρά». Όσο για το ποιητικό της έργο, η συνομιλία με τη Μαρίζα Κωχ κλείνει ως εξής: «Ως ποιήτρια και ως γυναίκα δημιουργός ήταν κορυφή, δεν έχει σημασία να ''νομοθετούμε'' επ' αυτού όλοι εμείς τώρα. Εγώ ξέρω πως έχασα έναν απ' τους πιο βαθείς και πιο απολαυστικούς ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μου»

Η Μαρίζα Κωχ με την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ σε πρόσφατη συνάντηση τους

Την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, όμως, είχε μελοποιήσει και η συνθέτρια Λένα Πλάτωνος την ίδια ακριβώς περίοδο που δούλευε τον «Κύκλο Καρυωτάκη». Για την ακρίβεια, οι μελοποιήσεις της Πλάτωνος στην Αγγελάκη - Ρουκ άγγιξαν τη σφαίρα του αστικού μύθου, έτσι ανέκδοτες που παραμένουν για σαράντα χρόνια! «Γνωριστήκαμε στο σπίτι της Ντόρας Μπακοπούλου το 1979» θυμάται η Πλάτωνος, «μάλιστα, είχα γνωρίσει και τον σύζυγο της, τον Ρουκ. Αμέσως κερδίσαμε η μία τη συμπάθεια της άλλης, μας ένωναν οι κώδικες ενός κοινού ασύλληπτου χιούμορ». Ένα χρόνο αργότερα, όταν κατά παραγγελία του Μάνου Χατζιδάκι, η Πλάτωνος θα παρουσίαζε μελοποιήσεις της στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, που θα μεταδίδονταν απευθείας από το Τρίτο Πρόγραμμα, της τηλεφώνησε. «Της ζήτησα συνεργασία για εκείνη τη συναυλία με έργα νέων συνθετών, που θα προηγείτο της πρώτης παρουσίασης της ''Εποχής της Μελισσάνθης'' του Μάνου. Δέχτηκε με μεγάλη προθυμία. Ερχόταν σπίτι μου και δουλεύαμε ακατάπαυστα, prima vista, εκείνη την ώρα. Έτσι προέκυψαν τρία τραγούδια που μεταδόθηκαν και δεν ξανακούστηκαν». Μην έχοντας ακούσει τα κομμάτια αυτά, ρωτάω την Πλάτωνος για το ύφος τους. «Κινήθηκα σε πιο λαϊκό ή σε πιο ποπ ύφος» μου απαντάει, «καθώς δεν ήθελα το βαρύ κλίμα του Καρυωτάκη, αλλά ούτε και το δικό της βαρύ ποιητικό κλίμα, διότι η Κατερίνα είχε τέτοιο βάθος στην ποίηση της που γινόταν βαρύ για τους πολλούς, ακόμη κι αυτούς που σχετίζονταν με την ποίηση. Θα έλεγα σήμερα ότι φτιάξαμε τραγούδια της ρωσικής σχολής, ελληνικά, έντεχνα, που σαν ατμόσφαιρα συγγένευαν με την ''Τρίτη Πόρτα'', χρόνια αργότερα, για τη φωνή της Φαραντούρη». Έκτοτε, η Αγγελάκη - Ρουκ με την Πλάτωνος συναντιόνταν σε διάφορες εξόδους, όπου η ποιήτρια ζητούσε τη συνέχιση της συνεργασίας τους. Μάλιστα, είχε γράψει στίχους για να μελοποιηθούν από τη συνθέτρια, προσαρμοσμένους σε ένα σουρεαλιστικό κλίμα: «Μου είχε δώσει ένα ποίημα της που μιλούσε για ψάρια που πετάνε και για πουλιά που κολυμπούν. Δεν ξέρω αν πήγαινε να ευθυγραμμιστεί μαζί μου, πάντως εγώ εκείνη την περίοδο ήμουν απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τον Καρυωτάκη και δεν ήθελα να καταπιαστώ με άλλον ποιητή. Εννοείται πως τη θεωρούσα και τη θεωρώ πολύ σπουδαία ποιήτρια, τη σημαντικότερη ενδεχομένως της γενιάς της»! Τα τελευταία χρόνια, οι δυο τους είχαν χαθεί, όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των καλλιτεχνών, που κάποτε είχαν δουλέψει μαζί. «Την έβλεπα όμως στην τηλεόραση» θυμάται η Πλάτωνος «και με είχε ξαφνιάσει πόσο είχε γεράσει αυτή η, απόλυτα δοσμένη στον έρωτα, γυναίκα. Ωστόσο, ο λόγος της σε κρατούσε εκεί, ήθελες να τη βλέπεις και να την ακούς να μιλάει, καθώς έλεγε σπουδαία πράγματα. Τεράστια η απώλεια της σε μια εποχή που χρειαζόμαστε τους ποιητές περισσότερο από ποτέ». Στο τέλος της συνομιλίας μας, η Λένα Πλάτωνος νιώθει την ανάγκη να μιλήσει στην ίδια: «Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, το όνομα σου έχει μείνει ήδη ανεξίτηλα γραμμένο στη νεοελληνική γραμματεία και ποίηση»

Η Λένα Πλάτωνος