Η νίκη των «Σιγά μη Φοβηθώ»

O φίλος που ζει στην Αγγλία με ξύπνησε, σήμερα, με γραπτό μήνυμα: «Το ΒΒC μεταδίδει εδώ και μία εβδομάδα, ότι “To όνομα της Macedonia θα αλλάξει σε Northern Macedonia”. Και δείχνει πλάνα από το συλλαλητήριο της Αθήνας. Για τους Άγγλους το ρεπορτάζ δεν βγάζει κανένα νόημα και μας εμφανίζει εντελώς ηλίθιους, για τις διαμαρτυρίες». Εγώ βέβαια τα ήξερα αυτά, όχι διότι από κάποια σουσουδίστικη διαστροφή παρακολουθώ τα δελτία ειδήσεων του ΒΒC, αλλά επειδή, απλούστατα, ταξιδεύω.

Νίκος Παπαδογιάννης 25/01/2019 | 17:00

Συχνά. Εκτός Ελλάδας. Στον καθαρό αέρα. Εκεί, όπου όλοι, ανεξαιρέτως, αποκαλούν τη FYROM «Μακεδονία» και θεωρούν εμάς τους Έλληνες είτε αλυτρωτιστές είτε απλώς βλάκες.

Τι σημασία έχει, αν κάνουν λάθος και στα δύο; Όταν η λοιπή υφήλιος ακούει το σύνθημα «Η Μακεδονία είναι ελληνική», καταλαβαίνει ότι η ακοίμητη πατρίδα μας ονειρεύεται να μπουκάρει στη FYROM, να την κουρσέψει και να υψώσει ως κατακτητικός στρατός τη γαλανόλευκη σημαία στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων. Την Πλατεία Μεγάλου Αλεξάνδρου, για να λέμε τα πράγματα και τις πλατείες με το όνομά τους. 

Υπάρχουν βεβαίως Έλληνες (όπως και Σκοπιανοί) που ονειρεύονται στ’ αλήθεια τέτοια ανδραγαθήματα, αλλά ας αφήσουμε στο περιθώριο τους αλυτρωτιστές. Και τους βλάκες.

Το παιχνίδι για το όνομα της Μακεδονίας χάθηκε, πρώτα de facto και στη συνέχεια de jure, ή ίσως το αντίστροφο, εδώ και 2-3 δεκαετίες. Στις 140 χώρες που έχουν αναγνωρίσει το γειτονικό κράτος ως «Macedonia» συμπεριλαμβάνονται άπασες οι υπερδυνάμεις, οι περισσότεροι από τους συμμάχους της Ελλάδας και πάντως όλοι όσοι έχουν κάποια σημασία και οντότητα, στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς.

Όποιος θεωρεί αυτή την εξέλιξη προδοτική και ατιμωτική δεν έχει παρά να ζητήσει εξηγήσεις από τον τέως υπουργό Εξωτερικών του 1991 (σε κυβέρνηση Κων.Μητσοτάκη) Αντώνη Σαμαρά και από όσους, συν αυτώ, πυροδότησαν τις δυσάρεστες εξελίξεις. Ναι, τον ίδιο Σαμαρά που θρασύτατα σήμερα μιλάει για μειοδότες και θηλάζει το ακροδεξιό φίδι με τη διχαστική ρητορική του. Το ίδιο έκανε και πριν τις εκλογές του 2015, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τις καταστροφικές παλινωδίες του ‘91, τα πλημμυρισμένα από ήξεις-αφίξεις ελιγμούς από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, κάθε απόπειρα για επίλυση του ζητήματος σκόνταφτε στους αλυτρωτιστές και στις βλάκες, μόνο που αρκετοί από αυτούς φορούσαν τα φαιά και αγόρευαν μέσα από το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Με τα πολλά, διαμορφώθηκε ένα είδος «εθνικής πολιτικής», που είχε ως ακρογωνιαίο λίθο την αποδοχή σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό. Και πιστοποιήθηκε, με την υπογραφή των ίδιων ανθρώπων που σήμερα ανταλλάσσουν γλωσσόφιλα με την ακροδεξιά και ευλογούν τους τραμπουκισμούς σε βάρος όσων συνυπογράφουν τη Συμφωνία των Πρεσπών.  Φέρει την υπογραφή του Κων. Μητσοτάκη το αρκτικόλεξο «FYROM», ναι ή όχι; Περιέχει τη λέξη «Μacedonia», ναι ή όχι;  

Η υποκρισία της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης ξεπερνάει και τα όρια της πολιτικής αγυρτείας, την ίδια ώρα που η ασυνάρτητη ρητορεία του Περισσού δίνει περισσή τροφή στον μύλο της αντίδρασης. «Η Συμφωνία εξυπηρετεί τα ΝΑΤΟϊκά σχέδια», είναι η επίσημη γραμμή (ασυμβίβαστης διαμαρτυρίας) του Κομμουνιστικού Κόμματος, λες και είναι βλαπτικό για τον τόπο να βρίσκεται στην ίδια Συμμαχία με τον ντεμέκ απειλητικό –στην πραγματικότητα ξεβράκωτο- γείτονά του.

Για να είμαστε βεβαίως τίμιοι, θα πρέπει να προσθέσουμε στο παράξενο κοκτέιλ των ημερών το αμερικανόπνευστο πραξικόπημα του Γουαϊδό στη Βενεζουέλα και το ξεδιάντροπο χειροκρότημα της εδώ (και αλλού) Δεξιάς προς την κατεύθυνση της ανατροπής μίας εκλεγμένης κυβέρνησης κυρίαρχου κράτους. Η ψήφος εμπιστοσύνης στις ερπύστριες, παλαιό αντανακλαστικό της εδώ «φιλελεύθερης» παράταξης, δεν μπορεί παρά να προκαλεί ανατριχιαστικούς συνειρμούς, σχετικούς με την ελληνική πραγματικότητα.

Πολλοί εκεί έξω, όχι μόνο ανώνυμοι του διαδικτύου αλλά και επώνυμοι πολιτευτάδες της Δεξιάς, παρακολουθούν την πραξικοπηματική ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο και ονειρεύονται παρόμοια εκθρόνιση «του φίλου του Μαδούρο». Εάν ζούσαμε στη δεκαετία του ’50 ή του ’60, θα κοιμόμουν ιδιαίτερα ανήσυχος τις νύχτες.   

Τηρουμένων των αναλογιών, η Συμφωνία των Πρεσπών αγγίζει τα όρια του θριάμβου. Όχι μόνο εξοστρακίζει τελεσίδικα στο περιθώριο της Ιστορίας τους επαγγελματίες και ερασιτέχνες πατριδοκάπηλους ένθεν κακείθεν των ελληνο-βορειομακεδονικών συνόρων, αλλά το κάνει με όρους που μετατρέπουν μία ήττα σε τιμητική ισοπαλία, στα όρια της νίκης.

Χάνουμε όσα είχαμε ήδη απωλέσει, τα σπόρια της Ιστορίας αν θέλουμε να είμαστε προσγειωμένοι και κυνικοί, αλλά γεμίζουμε το σακούλι με διπλωματικό κεφάλαιο και ποικίλα κέρδη για την επόμενη και μεθεπόμενη μέρα, δίχως άλλες καίριες παραχωρήσεις. Παράλληλα, υποχρεώνουμε ένα ξένο κράτος να αλλάξει το όνομά του, κίνηση αδιανόητη σε καιρό ειρήνης. Το λέει και το ΒΒC, ε;

Η κυβέρνηση δεν είχε λόγο να σκαλίσει ένα θέμα που γνώριζε ότι θα υπονόμευε την όποια εκλογική βάση της, αλλά το έπραξε με ευθύνη απέναντι στην Ιστορία, διαβάζοντας σωστά την ευνοϊκή συγκυρία. Θα μπορούσε να εκτοξεύσει τη μπάλα στις εξέδρες, ώστε να προσεγγίσει με μεγαλύτερη ευκολία τις ψήφους των Βορειοελλαδιτών και των συντηρητικών. 

Έρχονται και εκλογές, άλλωστε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, αλλά όχι πάντοτε. 

Ακόμα και αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (με ή χωρίς ΑΝΕΛ) αφήσει πίσω της καμένη γη σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, ακόμα και αν έχει βάση η θεωρία συνωμοσίας που θέλει τον …Τραμπ κρυμμένο πίσω από τις κουρτίνες,  η Συμφωνία των Πρεσπών θα είναι η μελλοντική παρακαταθήκη της. Μειοδοτική για όσους δανείζονται την παιδεία τους από τα ριάλιτι ή από το Μακελειό, ευεργετική για όσους είχαν κουραστεί να μετράνε ήττες και κατραπακιές. Από πότε είχαμε να ζήσουμε άσπρη μέρα σε εθνικό θέμα;

Η κρίσιμη ψήφος των «Σιγά μη φοβηθώ» βουλευτών που αγνόησαν τους εθνικιστικούς τραμπουκισμούς και ιδίως εκείνων που προέρχονται από αντιπολιτευόμενα κόμματα (Στ. Θεοδωράκης, Γ. Μαυρωτάς, Σπ. Λυκούδης, Σπ. Δανέλλης, Θ. Θεοχαρόπουλος) θα πρέπει να προσμετρηθεί ως πρόσθετο γαλόνι στη στολή όσων βοήθησαν ώστε να περάσει η χώρα με στεγνά πόδια τις Πρέσπες. Και, πρωτίστως, στη δική τους.