Η Λίνα, ο Όφις και ο Πολιτισμός της υποκρισίας

Η προσπάθειά της να αποσείσει από επάνω της, αλλά και από επάνω από την κυβέρνηση και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, μια και η υπουργός μιλούσε στον πληθυντικό, οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη για τον μέχρι πρότινος διευθυντή του κορυφαίου θεατρικού θεσμού της χώρας που ανήκει στη δική της πολιτική ευθύνη, είναι από μόνη της απόδειξη ενοχής.

Γιάννης Μυλόπουλος 21/02/2021 | 09:06

Ακόμη κι αν δεν ήξερες τίποτε για τη Δεξιά και τη σχέση της με την υποκρισία, ακόμη κι αν δεν είχες ακούσει τίποτε για τον βίο και την πολιτεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ακόμη κι αν δεν ήξερες ποια είναι η Λίνα Μενδώνη και γιατί έχει καταφέρει να στρέψει τους ανθρώπους του Πολιτισμού εναντίον της και τέλος ακόμη κι αν δεν είχες ακούσει τίποτε για τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις σε βάρος του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού και προβεβλημένου στελέχους της κυβέρνησης των… αρίστων και έβλεπες τη συνέντευξη της υπουργού Πολιτισμού, θα έβγαζες το συμπέρασμα ότι είναι ένοχη.

Η προσπάθειά της να αποσείσει από επάνω της, αλλά και από επάνω από την κυβέρνηση και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, μια και η υπουργός μιλούσε στον πληθυντικό, οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη για τον μέχρι πρότινος διευθυντή του κορυφαίου θεατρικού θεσμού της χώρας που ανήκει στη δική της πολιτική ευθύνη, είναι από μόνη της απόδειξη ενοχής.

Κι αυτό γιατί ο Λιγνάδης δεν είναι ένας τυχαίος «γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης». Προβλήθηκε ως άριστη και εμβληματική επιλογή του πρωθυπουργού και της υπουργού, μια και για χάρη του καταργήθηκε ο νόμος για την αξιοκρατική πρόσληψη καλλιτεχνικών διευθυντών με διαγωνισμό, προκειμένου να διοριστεί απευθείας ο «άριστος» για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως δήλωνε τότε η υπουργός Πολιτισμού.

Και μόνο λοιπόν η προσπάθεια της υπουργού Πολιτισμού να απορρίψει τις αυτονόητες πολιτικές της ευθύνες για ό,τι συνέβη και να υποκριθεί την προδομένη και εξαπατημένη, αποτελεί τρανταχτή απόδειξη της ενοχής της.

Αν πράγματι δεν είσαι ένοχος, δεν έχεις τόση αγωνία να αποδείξεις ότι είσαι αθώος. Αλλά κι ακόμη αν είσαι αθώος και πράγματι δεν γνώριζες τίποτε για τις εγκληματικές πράξεις που ο συγκεκριμένος κατηγορείται ότι διέπραττε, όχι στον προσωπικό του βίο, αλλά εκμεταλλευόμενος την εξουσία της δημόσιας θέσης που εσύ του έδωσες, ένα mea culpa τουλάχιστον για την πολιτική σου αφέλεια το αναγνωρίζεις και το παραδέχεσαι. Δεν μιλάς μια ώρα για να αποδείξεις ότι δεν είδες, δεν άκουσες, δεν γνώριζες.

Όμως, πόσο αλήθεια είναι ότι η Λίνα Μενδώνη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν γνώριζαν τίποτε για τις… εγκληματικές συνήθειες του εκλεκτού της κυβέρνησης, όταν εδώ και ένα μήνα βοά ο τόπος και αυτοί κάνουν τους… Κινέζους;

Κι ακόμη, πόσο αλήθεια είναι ότι η Λίνα Μενδώνη, γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού το 2012, δεν γνώριζε ότι ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε απολύσει τότε τον Λιγνάδη από καθηγητή της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, για τους ίδιους λόγους που και σήμερα κατηγορείται;

Και ποιος πιστεύει ότι σε μια μικρή χώρα που τίποτε δεν μένει μυστικό, η Μενδώνη δεν είχε ενημερωθεί για τη μη ανανέωση της σύμβασης του κορυφαίου ηθοποιού και σκηνοθέτη από το Εθνικό Θέατρο το 2012, όσο η ίδια ήταν γενική γραμματέας του υπουργείου; Υπάρχει έστω και ένας που πιστεύει στο επιχείρημα «βρείτε μου ένα γραπτό κείμενο από το οποίο να προκύπτει ότι είχα ενημερωθεί;»

Κι ύστερα, την ίδια εποχή που ο Λιγνάδης απομακρύνονταν από το Εθνικό για… ανάρμοστη συμπεριφορά, υπήρχε σε εξέλιξη εισαγγελική έρευνα, ύστερα από καταγγελίες για εγκληματικές πράξεις του «γνωστού ηθοποιού και σκηνοθέτη». Η γενική γραμματέας του υπουργείου, έστω και αν δεν είχε την αρμοδιότητα του θεάτρου, αλλά και ο πρωθυπουργός, ως βουλευτής και υπουργός τότε, δεν είχαν ακούσει τίποτε, δεν γνώριζαν τίποτε για μια εισαγγελική έρευνα σε βάρος ενός τόσο «γνωστού ηθοποιού και σκηνοθέτη»;

Δηλαδή προσπαθούν να μας πείσουν ότι το επιτελικό κράτος προσλαμβάνει στελέχη στη διοίκηση κορυφαίων θεσμών, χωρίς στοιχειωδώς να ενδιαφερθεί για το ήθος και τον πρότερο βίο τους; Η θεατρική πιάτσα βοούσε για τις παρεκλίνουσες και βαριά παραβατικές συμπεριφορές του συγκεκριμένου και το επιτελικό κράτος τον διόρισε χωρίς να ενδιαφερθεί να μάθει ποιον τοποθετεί στη διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου;

Όταν μάλιστα υπήρχε και προηγούμενο της μη ανανέωσης της θητείας του ως απλού καθηγητή στον ίδιο θεσμό, που τώρα διορίστηκε διευθυντής;

Αν πράγματι στο επιτελικό κράτος επικρατεί τόση αφέλεια και τόση ελαφρότητα, τότε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στον τρόπο επιλογής των στελεχών της κυβέρνησης, για το οποίο την κεντρική πολιτική ευθύνη την φέρει ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Αλλά δεν είναι μόνον αυτά που επιβεβαιώνουν τις πολιτικές ευθύνες της υπουργού και του πρωθυπουργού. Είναι και το γεγονός ότι η υπουργός υπέπεσε στο ίδιο ατόπημα που υποπίπτουν όλοι οι ένοχοι. Προσπαθώντας να αποδείξουν ότι δεν είναι ένοχοι, διαπράττουν το σφάλμα να επιρρίψουν τις δικές τους ευθύνες σε άλλους. Στην προκειμένη περίπτωση στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμη και ως αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να ευθύνεται, κατά την κα Μενδώνη, για τις επιλογές και της κυβέρνησης της ΝΔ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν φταίει που δεν αντέδρασε όταν διορίζονταν ο Λιγνάδης στο Εθνικό. Που κι αυτό είναι ψέμα, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αντιδράσει τότε, αλλά, ως όφειλε, αντέδρασε για θεσμικούς λόγους, με αφορμή την κατάργηση του νόμου περί επιλογής των διευθυντών με διαγωνισμό.

Και μάλιστα, αν είχαν εισακουστεί τότε οι αντιρρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ για απευθείας διορισμούς, θα είχε αποφευχθεί το… έγκλημα.

Κι ακόμη, φταίει ο Σκουρολιάκος γιατί δεν μπορεί, ηθοποιός ήταν και θα ήξερε και δεν μιλούσε. Όπως φταίει και η Ληδία Κονιόρδου, άκουσον άκουσον, που έπαιξε μαζί του στο θέατρο. Δεν φταίει δηλαδή η υπουργός που πήρε την ευθύνη του διορισμού του σε θέση διοίκησης και φταίει μια ηθοποιός που, ως επαγγελματίας, συνεργάστηκε καλλιτεχνικά μαζί του. Ό,τι νάναι για να διασωθούν!

Όταν ακούς από ανθρώπους που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης να εξυφαίνουν θεωρίες συνωμοσίας για σωθούν οι ίδιοι και για να κατηγορήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά…

Είναι η ίδια κυβέρνηση που στην Πάρνηθα είπε ότι δεν έφταιγε ο πρωθυπουργός, αλλά η ανεμελιά και η αμεριμνησία του.

Κι ακόμη είναι η ίδια κυβέρνηση που στην Ικαρία είπε ότι έφταιγε η φωτογραφία και όχι ο ίδιος ο πρωθυπουργός που συνέτρωγε με άλλους 40 εν μέσω απαγόρευσης, γιατί είναι, λέει, δημοφιλής.
Δεν έχουν τη γενναιότητα να αναλάβουν τις ευθύνες τους και επειδή είναι εξ επαγγέλματος αλαζόνες που πιστεύουν ότι απευθύνονται σε ηλίθιους, το παίζουν αφελείς.

Το πόσο αποτελεί τεκμήριο ενοχής για κάποιον που βρίσκεται σε θέση ευθύνης το να επιλέγει να ενοχοποιήσει άλλους, μη υπεύθυνους, για να αποσείσει τις δικές του ευθύνες, προκύπτει από το γνωστό δικονομικό ρητό, σύμφωνα με το οποίο:

«Ένοχος ένοχον ου ποιεί».

Η υπουργός και η κυβέρνηση κατάλαβαν ότι είχαν να κάνουν με έναν επικίνδυνο άνθρωπο, όπως αποκάλεσαν καθυστερημένα τον Λιγνάδη, πολύ αργά.

Κάποιοι ηθοποιοί και μαθητές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού όμως, νέα και αθώα παιδιά, δυστυχώς γι’ εκείνους, το καταλάβαν νωρίτερα. Και το πλήρωσαν ακριβά.

Και γι’ αυτό υπάρχουν πολιτικές  ευθύνες.

Αν ο Λιγνάδης είναι πράγματι ένας επικίνδυνος άνθρωπος, τον οποίο η κυβέρνηση επέλεξε και τοποθέτησε σε κορυφαία δημόσια θέση, τον οποίον ο ίδιος ο πρωθυπουργός τίμησε, παρακολουθώντας μάλιστα πρόβες του και βγαίνοντας οικογενειακώς φωτογραφίες, τον οποίον κράτησαν επί ενάμισι χρόνο στη θέση του με δόξα και τιμή και τον οποίον εγκαταλείπουν τώρα που τα πράγματα δεν πάνε άλλο, τότε επικίνδυνος δεν είναι ο… όφις που τους εξαπάτησε. Επικίνδυνοι είναι οι ίδιοι που αν και σε θέσεις ευθύνης, εξαπατήθηκαν.

Επικίνδυνη είναι η υπουργός που της εμπιστεύθηκαν τον Πολιτισμό της χώρας κι εκείνη επέλεξε στελέχη να τον υπηρετήσουν που προσβάλλουν κάθε έννοια πολιτισμού.

Επικίνδυνη είναι η κυβέρνηση που ο ελληνικός λαός της εμπιστεύθηκε την διακυβέρνηση της χώρας και εκείνη δεν είναι σε θέση να επιλέξει στελέχη σε δημόσιες θέσεις που να είναι πράγματι άξια.

Και τέλος επικίνδυνη είναι η κυβέρνηση που χρησιμοποιεί την υποκριτική τέχνη για να μην αναλάβει τις ευθύνες της, παίζοντας μάλιστα πιγκ πογκ για να τις μεταβιβάσει στην αντιπολίτευση.

Όλα αυτά συνιστούν τεκμήρια βαρύτατης πολιτικής ευθύνης. 
Γιατί όσοι βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας δεν κρίνονται από τις προθέσεις τους, αλλά από το αποτέλεσμα των πράξεων και των παραλείψεών τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το αποτέλεσμα δείχνει ότι υπάρχει πτώμα. Και όσο υπάρχει πτώμα, υπάρχουν και δολοφόνοι. Άλλοι με ποινικές και άλλοι με πολιτικές ευθύνες.

Η υπόθεση Λιγνάδη θα καταφέρει βαρύ ηθικό και πολιτικό πλήγμα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, κυρίως γιατί αποκαλύπτει για πρώτη φορά το μέγεθος της υποκρισίας της και αφήνει να αντιληφθούμε την έκταση της εξαπάτησης του ελληνικού λαού από αυτήν.

*Ο Γιάννης Α. Μυλόπουλος είναι Καθηγητης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Πηγή: Tvxs