Η κυβέρνηση καπηλεύεται το έργο της Εθνικής Πινακοθήκης

Πικρή η γεύση με την ολοκλήρωση του πολύπαθου έργου από το φουσκωμένο κόστος και το χορηγικό «καπέλωμα», τονίζει η τομεάρχης Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ Σία Αναγνωστοπούλου.

NewsRoom 24/03/2021 | 12:37

«Αυτή η υπέρμετρη προβολή προσβάλλει το δημόσιο αίσθημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την αναγνώριση της συνεισφοράς του», πρόσθεσε σχετικά με τον χορηγό - δωρητή της Εθνικής Πινακοθήκης

Η δήλωση της Σίας Αναγνωστοπούλου για την Εθνική Πινακοθήκη:
 
«Καταρχάς συγχαίρουμε όλους τους συντελεστές που επί οκτώ χρόνια εργάστηκαν σκληρά για την αποκατάσταση, προσθήκη και αναβάθμιση του κτιριακού συγκροτήματος της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου, ένα έργο εξαρχής σύνθετο και πολύπλοκο. Όμως, αντί η περάτωση του έργου να ενώσει όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, η κυβέρνηση της ΝΔ και κατεξοχήν η κα Μενδώνη επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και αυτόν τον κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό για να διχάσουν παρά για να ενώσουν, για να δημιουργήσουν ακόμα μεγαλύτερη τοξικότητα εν μέσω πανδημίας, αντί με έμβλημα την Εθνική Πινακοθήκη να απαλύνουν λίγο το “μαύρο της πανδημίας”.

Από την πρώτη στιγμή μετά τις εκλογές του Ιουλίου του 2019 η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και η κα Μενδώνη επέλεξαν την τοξικότητα και τον διχαστικό λόγο. Από την αρχή και μέχρι σήμερα μιλούν για «λιμνάζον εργοτάξιο», επιχειρώντας να ξεχαστεί το τέλμα που είχαν παραδώσει και απαξιώνοντας το στρωμένο και προχωρημένο έργο που παρέλαβαν, αδιαφορώντας αν με τον τρόπο αυτό προσβάλλουν όλους τους συντελεστές που δούλεψαν γι’ αυτό. Ακόμα και σήμερα, προσπαθούν να καπηλευτούν επικοινωνιακά την αυτονόητη υποχρέωσή τους να το συνεχίσουν και να το ολοκληρώσουν, εμφανίζοντας με μικροψυχία σαν δικό τους ένα έργο που έφεραν σε πέρας οι υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού μέσα σε μια πολύχρονη περίοδο, ένα έργο που είναι κτήμα όλων των πολιτών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία λοιπόν, με σεβασμό στην προσπάθεια όλων των συντελεστών του έργου, με σεβασμό επίσης στους Έλληνες και τις Ελληνίδες των οποίων είναι δικό τους κτήμα η Εθνική Πινακοθήκη, οφείλει να υπενθυμίσει, προς αποκατάσταση της αλήθειας, την πολύπλοκη διαδρομή του έργου.

Η αποκατάσταση, προσθήκη και αναβάθμιση του κτιριακού συγκροτήματος της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου υπήρξε ένα έργο εξαρχής σύνθετο που ξεκίνησε το 2013 με χρονοδιάγραμμα να ολοκληρωθεί σε 850 μέρες. Όμως, δεν είχε αντιμετωπιστεί ολοκληρωμένα από την τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με Γενική Γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού την κα Μενδώνη.

Ο αρχικός σχεδιασμός είχε μεγάλες κατασκευαστικές «τρύπες», με εντελώς λάθος παραδοχές για τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα σε ένα έργο που προέβλεπε κατασκευή τριών υπογείων μέσα στον Ιλισό ποταμό, οδηγώντας στην ανάγκη για συμπληρωματικές εργασίες μεγάλης κλίμακας για την ενίσχυση της στατικότητας.

Ταυτόχρονα, υπήρχε ένα απίστευτο αλαλούμ χρηματοδοτήσεων και λανθασμένων χειρισμών σε σχέση με τα ευρωπαϊκά προγράμματα, χωρίς μάλιστα να έχουν εξασφαλιστεί όλα τα απαιτούμενα κονδύλια. Τα αποτελέσματα ήταν, από τη μια η σημαντική αύξηση του κόστους, με ανάγκη μεγάλης πρόσθετης χρηματοδότησης από εθνικούς πόρους, και από την άλλη το μπλοκάρισμα του έργου και οι τεράστιες καθυστερήσεις.

Ενώ το αρχικό χρονοδιάγραμμα ήταν το 2015, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αντί να παραλάβει ένα έργο σχεδόν ολοκληρωμένο, κλήθηκε να διαχειριστεί ένα έργο προβληματικό, λάθος σχεδιασμένο και σταματημένο σε αρχικό στάδιο. Και όμως, χωρίς τυμπανοκρουσίες και καταγγελτικό λόγο για τους «προηγούμενους», κατάφερε να το βάλει στις ράγες με πλήρη επανασχεδιασμό τόσο του έργου όσο και των χρηματοδοτήσεων, ξεμπλοκάροντας την υλοποίηση. Έδωσε σταδιακά λύσεις για την υπέρβαση των διαχειριστικών, οικονομικών και τεχνικών αδιεξόδων, όπως για την αναγκαία ενίσχυση της στατικότητας λόγω του υδροφόρου ορίζοντα, την αποπεράτωση των υπολειπόμενων εργασιών της πρώτης φάσης, την υλοποίηση της δεύτερης φάσης για τα κτήρια Α και Β, την ολοκλήρωση και έγκριση της μουσειογραφικής μελέτης, τη συμβασιοποίηση για τις κεντρικές κλιματιστικές μονάδες και τους ανελκυστήρες, την προετοιμασία της σύμβασης για την ανηρτημένη γυάλινη όψη. Παρέδωσε λυμένα όλα τα προβλήματα που είχε κληρονομήσει και το έργο σε τελική φάση υλοποίησης από τις υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού, με τα νέα έργα που υπολείπονταν να είναι η κατασκευή της γυάλινης όψης, τα μουσειογραφικά έργα των εκθεσιακών χώρων και μικρής κλίμακας συμπληρωματικές οικοδομικές και λοιπές εργασίες.

Οι αρχικές αστοχίες που ακολούθησαν το έργο σε όλη την πορεία του είχαν ως αποτέλεσμα να προκύπτουν συνεχώς τεχνικές δυσκολίες, χρονικές καθυστερήσεις και οικονομικές επιβαρύνσεις. Έτσι, το έργο χρειάστηκε οκτώ χρόνια για να ολοκληρωθεί, φτάνοντας στο φαραωνικό κόστος των 59 εκ., με 42 εκ. από δημόσιους ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους και τα υπόλοιπα από ιδιωτικές χορηγίες. Το ιδιωτικό ίδρυμα που υπήρξε ο μεγαλύτερος χορηγός - δωρητής συνεισέφερε λιγότερο από το 1/3 των χρημάτων του Έλληνα και του Ευρωπαίου φορολογούμενου (ποσοστό 22% έναντι 71%).

Όμως ο κ. Μητσοτάκης και η κα Μενδώνη το έργο που πλήρωσαν στο μεγαλύτερο μέρος του οι Έλληνες  και Ευρωπαίοι πολίτες,  το προσέφεραν «δώρο» στον χορηγό-δωρητή. Του πρόσφεραν το αδιανόητο προνόμιο το όνομά του να σημαίνεται με προκλητικό τρόπο πάνω στο κτιριακό συγκρότημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου, που μάλιστα αποτελεί νεότερο αρχιτεκτονικό μνημείο, ύστερα από πρόσφατη εξέταση της εξωτερικής σήμανσης στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και χωρίς να έχει εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση. Αυτή η υπέρμετρη προβολή προσβάλλει το δημόσιο αίσθημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την αναγνώριση της συνεισφοράς του.

Συγχαίροντας και πάλι όλους τους συντελεστές του έργου, και παρά την ανακούφιση που νιώθουμε, έχοντας συμβάλει καθοριστικά στο να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί αυτό το πολύπαθο έργο, δεν μπορούμε να μην σταθούμε στην πικρή γεύση που αφήνει, πρώτον, το φουσκωμένο κόστος του ελληνικού δημοσίου σε εποχές οικονομικής κρίσης και, δεύτερον, το χορηγικό “καπέλωμα” αυτού του κορυφαίου δημόσιου θεσμού».