Η κόρη του Μάριου Τόκα μιλάει πρώτη φορά για τον πατέρα της 13 χρόνια μετά τον θάνατο του

Στις 27 Απριλίου συμπληρώνονται 13 χρόνια από τον θάνατο του σημαντικού Ελληνοκύπριου συνθέτη Μάριου Τόκα. Αυτή είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνει η αγαπημένη του κόρη, Χαρά Τόκα, ανοίγοντας το αρχείο της οικογένειας αποκλειστικά στο koutipandoras.gr

Αντώνης Μποσκοΐτης 26/04/2021 | 12:17

Το όνομα του Μάριου Τόκα (1954 - 2008) είναι ταυτισμένο με ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία σαράντα χρόνια στην Ελλάδα: «Αννούλα του χιονιά», «Σ' αγαπώ (σαν το γέλιο του Μάη)», «Σαν τρελό φορτηγό», «Εξαρτάται», «Η νύχτα μυρίζει γιασεμί» και, πάνω απ' όλα, το «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη» και τα «Λαδάδικα». Συνθέτης πάντα εμπνευσμένος, που μελοποιούσε το λόγο ποιητών και στιχουργών, ο Τόκας δεν διαχώριζε το τραγούδι σε «λαϊκό» και «έντεχνο», προτιμώντας απλά να εκφράζει το αίσθημα των ανθρώπων. Πολλοί το προτιμούν αυτό, λίγοι το καταφέρνουν βέβαια, γι' αυτό και ο Τόκας συνεργάστηκε με την Εθνική Ελλάδος των τραγουδιστών στη δισκογραφία και σε συναυλίες: Μανώλης Μητσιάς, Χάρις Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Δήμητρα Γαλάνη, Δημήτρης Μητροπάνος, Τόλης Βοσκόπουλος, Πασχάλης Τερζής κ.α.

Ποιος ξέρει πόσες άλλες επιτυχίες, καλλιτεχνικές και εμπορικές, θα άφηνε ο συγκεκριμένος δημιουργός αν το νήμα της ζωής του δεν κοβόταν πρόωρα, στις 27 Απριλίου του 2008, μόλις στα 54 του χρόνια, βυθίζοντας στο πένθος το τραγούδι στην Ελλάδα και στη γενέτειρα του, την Κύπρο. Τα τελευταία χρόνια, τα τρία του παιδιά, η κόρη του και οι δύο γιοι του, επιδίδονται σ' έναν αγώνα για να διατηρηθεί ζωντανό το έργο του μέσα από τα social media, τις επανεκτελέσεις των τραγουδιών του, αλλά και την ίδρυση ενός μουσείου στη Λεμεσό, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Μ' αυτή την αφορμή συναντήσαμε την Χαρά Τόκα, την κόρη του, η οποία μίλησε στο koutipandoras.gr, σκιαγραφώντας στην ουσία το πορτραίτο του καλλιτέχνη, συζύγου, φίλου και πατέρα Μάριου Τόκα.

Ο Μάριος Τόκας με την κόρη του, Χαρά, σε τρυφερή οικογενειακή στιγμή

Την Τρίτη 27/4 συμπληρώνονται 13 χρόνια από τον φυσικό θάνατο του πατέρα σας. Σκληραίνει η απώλεια όσο περνάει ο καιρός;

Η απώλεια είναι πάντα απώλεια για κάθε παιδί που χάνει ένα δικό του άνθρωπο, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μπορείς να την καταλάβεις και να την αισθανθείς μια οποιαδήποτε στιγμή μιας οποιασδήποτε ημέρας, όταν έχεις κάτι ν' ακούσεις, να σκεφτείς και ν' αναζητήσεις. Όπως καταλαβαίνετε, ωστόσο, τα τραγούδια του πατέρα μας είναι παντού τριγύρω και κάπως απαλύνεται η απώλεια. Τον αισθάνεσαι συνέχεια, τη στιγμή που θα μπεις στ' αυτοκίνητο, ανοίξεις το ραδιόφωνο και ακούσεις ένα τραγούδι ή σε κάποιο γλέντι με φίλους.

Όντας τόσο παραγωγικός μέχρι το τέλος, ο Μάριος Τόκας ήταν ο άνθρωπος που θα έδινε την ίδια βαρύτητα στην οικογένεια του πέραν του έργου του;

Δεν νομίζω ότι διαχώριζε με κάποια έννοια την οικογένεια από τη δουλειά του. Δεν απομονωνόταν π.χ. για να γράψει και έγραφε στο σαλόνι του σπιτιού, που βρισκόταν το πιάνο του και που ακόμη εκεί βρίσκεται. Ήμασταν όλοι μαζί, μας φώναζε δηλαδή για να δούμε ένα στίχο που μπορεί να του άρεσε ή ν' ακούσουμε πρώτοι τη μελωδία από' να τραγούδι. Να τραγουδήσουμε μαζί ακόμη ή να βάλει τα αδέρφια μου να παίζουν και να τον συνοδεύουν. Καμία σχέση επομένως με καλλιτέχνες που αποτραβιούνται από την οικογένεια τους και δεν επικοινωνούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Καθόλου τέτοιες παραστάσεις δεν έχουμε εμείς, ευτυχώς, ενώ τα καλοκαίρια, που έκανε τις μεγάλες περιοδείες του, ακολουθούσαμε ως παιδιά και έφηβοι. Μας είχε στο πούλμαν μαζί με τους συνεργάτες του και επισκεπτόμασταν όλους τους σταθμούς της περιοδείας.

Έδειχνε να χαίρεται, λοιπόν, με τη χαρά των πιο δικών του ανθρώπων.

Έτσι νομίζω ότι ήτανε, ακριβώς.

Δεν είστε μοναχοκόρη, έχετε άλλα δύο αδέρφια αγόρια. Να υποθέσω ότι εσείς «τρέχετε» σήμερα το έργο του Μάριου Τόκα;

Ίσως περισσότερο τα δυο μου αδέρφια, αφού είναι και οι άνθρωποι που ξεκίνησαν όλη αυτή τη διαδικασία. «Τρέχουν» οι ίδιοι επίσης τα social media και την ιστοσελίδα μας, που την έφτιαξαν απ' την αρχή ως το τέλος της. Τέλος, εκείνοι ασχολούνται πιο πολύ και με τις ζωντανές επανεκτελέσεις των τραγουδιών του. Άρα τα αδέρφια μου τα «τρέχουν» όλα κι εγώ απλά τους ακολουθώ.

Κι εγώ γιατί κάνω μαζί σας αυτή τη συνέντευξη; Μήπως γιατί ως κόρη ήσασταν και η αγαπημένη του μπαμπά;

(χαμογελάει) Δεν ξέρω πώς να το απαντήσω αυτό. Σίγουρα μου είχε μιαν αδυναμία, γιατί ήμουν το πρώτο του παιδί. Εγώ σίγουρα του είχα μεγάλη αδυναμία και γενικά θεωρώ ότι είχαμε μιαν αρκετά υγιή σχέση. Ήμουν και πιο μεγάλη όταν «έφυγε», στα 21 μου, άρα έζησα λίγο περισσότερο μαζί του. Τα αδέρφια μου ήταν στα 18, όχι ότι δεν τον έζησαν, απλά πήγαιναν ακόμη σχολείο. Η σχέση μας είχε τα τυπικά πάνω - κάτω, τις συγκρούσεις, τις αγάπες, τις τρυφερότητες, ότι μπορεί να'χει μια σχέση πατέρα - κόρης. Κοιτώντας πίσω, τώρα που περνάνε τα χρόνια, συνειδητοποιώ πόσα όμορφα και σημαντικά μπορώ να σκεφτώ για εκείνον και πόσο έντονη ήταν η παρουσία του στη ζωή μου ώστε να συνεχίσω εγώ να'μαι ότι είμαι σήμερα. Σαν άνθρωπος, εννοώ, καλός - κακός, δεν έχει σημασία, αφού εγώ μιλάω για το δικό του λιθαράκι που έβαλε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας μου.

Πείτε μου κάτι: Υπήρξε καλός άνθρωπος ο Μάριος Τόκας, αυτό που λέμε καλή ψυχή;

Αν ήταν κάτι, αυτό ήταν σίγουρα! Πάνω απ' όλα ήτανε αυτό! Σπουδαίος συνθέτης, πολύ καλός πατέρας, σύζυγος και φίλος, αλλά πάνω απ' όλα ήτανε πολύ καλός άνθρωπος. Αγαπούσε πάρα πολύ τους ανθρώπους γύρω του, όποιοι κι αν ήταν. Σεβόταν και υπολόγιζε τις κουβέντες του καθενός. Δεν ήταν ποτέ και καθόλου σνομπ.

Δεν σας ρώτησα τυχαία. Όταν ένας δημιουργός γράφει τόσο κοσμαγάπητα τραγούδια, αναμφίβολα «συναντιέται» για τα καλά με τους άλλους ανθρώπους.

Όπως το λέτε είναι, αλλά ζούσε μαζί με τους ανθρώπους, επεδίωκε να βρίσκεται ανάμεσα τους. Δεν απομονωνόταν για να γράψει, όπως σας είπα, πηγή έμπνευσης του ήταν οι ιστορίες που άκουγε στο δρόμο, σε μια ταβέρνα που μπορεί να σταματάγαμε για φαγητό, στη γειτονιά ή στο νησί μας, στη Τζιά, που έχουμε το σπίτι μας και παραθερίζουμε. Στην Κύπρο ειδικά τον σταματούσαν άνθρωποι στο δρόμο και του μιλούσαν, του έλεγαν τις ανησυχίες τους, τους φόβους και τις χαρές τους. Ζούσε πολύ μέσα σ' αυτό, τρεφόταν και το ανατροφοδοτούσε.

Από αριστερά: Μάριος Τόκας, Λάκης Χαλκιάς, Γιάννης Ρίτσος, Στέλιος Καζαντζίδης το 1981 τότε που γραφόταν ο δίσκος «Πικραμένη μου γενιά»

Ας πιάσουμε το νήμα απ' την αρχή. Ο Μάριος Τόκας γεννήθηκε το 1954 και αν ζούσε σήμερα θα ήταν 67 ετών. Πότε ακριβώς ήρθε στην Ελλάδα από την Κύπρο;

Τις ημέρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ήταν φαντάρος και επρόκειτο να απολυθεί μετά από δύο χρόνια θητείας. Δεν απολύθηκε, λόγω της επιστράτευσης, αλλά έμεινε και πολέμησε καθ' όλη τη διάρκεια της εισβολής. Στην ουσία έκανε έναν επιπλέον χρόνο θητείας και αμέσως μετά ήρθε στην Αθήνα.

Στην οποία Αθήνα, του '74 - '75, το μουσικό κλίμα ήταν έντονα πολιτικοποιημένο. Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος, Λοΐζος, Λεοντής κ.α.

Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει ότι άρχισε να γράφει τραγούδια επειδή ως μαθητής πήγε κάποτε σε μια συναυλία του Θεοδωράκη στην Κύπρο. Αυτό ήθελε να κάνει! Αισθάνθηκε τόσο πλήρης στην εν λόγω συναυλία, θαύμαζε τόσο πολύ τον Θεοδωράκη που όταν έφτασε εδώ, είπε ότι αυτός ήταν και ο προορισμός του. Έτσι ξεκίνησε στην Κύπρο να γράφει τραγούδια σε στίχους ποιητών, όντας μαθητής ακόμα.

Η Κύπρος έχει μεγάλη ποιητική παράδοση, ασχέτως αν όλοι οι ποιητές της δεν είναι ευρέως γνωστοί στην Ελλάδα.

Ισχύει, αλλά ο πατέρας μου έγραφε τραγούδια και πάνω σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου εκτός απ' τους Κύπριους ποιητές. Τον Ρίτσο τον γνώρισε ως φοιτητής στη Φιλοσοφική της Αθήνας γύρω στο '77 - '78. Ήταν μέλος της Προοδευτικής Κίνησης των φοιτητών στην Κύπρο και μέσα απ' αυτούς τους διαδρόμους συνάντησε τον Ρίτσο - για την ακρίβεια, του τον γνώρισε ο Λάκης Χαλκιάς. Ήταν τότε που ο Ρίτσος του εμπιστεύθηκε κάποια ανέκδοτα ποιήματα του με γενικό τίτλο «Πικραμένη μου γενιά», τα οποία μελοποίησε και τα τραγούδησε ο Χαλκιάς. Μάλιστα, στο δίσκο που κυκλοφόρησε, ο ίδιος ο Ρίτσος απαγγέλλει το ποίημα «Ο Λαός».

Το παράδοξο είναι πως ενώ μπήκε με τα μπούνια, που λένε, στο πολιτικό τραγούδι της εποχής, ο πρώτος του δίσκος είχε εξωστρεφή λαϊκά τραγούδια με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά.

Σωστά, τα «Τραγούδια της παρέας», αλλά εδώ πρέπει να σας πω ότι ουδέποτε διαχώρισε τα τραγούδια σε κατηγορίες. Δεν θεωρούσε ότι γράφει πολιτικά, λαϊκά, ερωτικά ή έντεχνα τραγούδια. Θεωρούσε ότι απλά γράφει τραγούδια με μόνο στόχο αυτά να'ναι καλά. Τραγούδια, επίσης, που θα συνοδεύουν τις στιγμές της ζωής των ανθρώπων και θα'χουν κάτι να τους πούνε, από έναν έρωτα μέχρι μια πολιτική διεκδίκηση.

Λειτουργούσε κάπως σαν ελεύθερος σκοπευτής, δίχως δηλαδή να μπαίνει κάτω από μια συγκεκριμένη ομπρέλα.

Έγραφε συνήθως πάνω σε στίχους και ποτέ σκέτη μουσική. Τα λόγια ήταν η αφορμή για να γράψει, οπότε έγραφε ανάλογα με το τι τον άγγιζε κατά καιρούς. Δεν έβαζε καλούπια και όρια, κάτι που κράτησε ως το τέλος της ζωής του, που συνέπεσε με το τέλος της δημιουργίας του. Μιλούσε με μεγάλη αγάπη για τον Ρίτσο και θεωρούσε τη συνάντηση τους μια απ' τις πιο ευτυχισμένες στιγμές και στη ζωή του και στο έργο του.

Μάριος Τόκας - Μίκης Θεοδωράκης - Θάνος Μικρούτσικος 1998

Για τον Θεοδωράκη, που τον αγαπούσε, σας είχε αφηγηθεί κάποια ιστορία;

Με τον Θεοδωράκη είχε σχέση και επικοινωνία, συζητούσαν τακτικά. Το μόνο που έρχεται στο μυαλό μου είναι πόσο περήφανος και χαρούμενος ένιωσε όταν ο Θεοδωράκης προλόγισε το «Θεογενήτωρ Μαρία», το συμφωνικό έργο που είχε γράψει ο πατέρας μου. Επρόκειτο για βυζαντινούς ύμνους προς την Παναγία και ο Θεοδωράκης του έγραψε ένα προλογικό σημείωμα, που μπήκε και στη δισκογραφική έκδοση. Τη θεωρούσε μεγάλη την τιμή που του έκανε.

Θα πρέπει να ήταν και ένας πολύ ήπιων τόνων άνθρωπος.

Ναι, ήταν πάρα πολύ ήπιων τόνων, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν εξέφραζε τη γνώμη του ή δεν υπερασπιζόταν αυτά που πίστευε. Δεν θα συγκρουόταν ποτέ με έναν άλλο άνθρωπο ειδικά με τρόπο προσβλητικό.

Ποτέ μου δεν συνάντησα τον πατέρα σας, αλλά όλοι μιλούν μέχρι σήμερα για έναν γλυκύτατο άνθρωπο. Απ' την άλλη, ποτέ δεν μπήκε μες στην ομάδα των «μεγάλων» του ελληνικού τραγουδιού, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος κλπ. Πιστεύω πως αυτό οφείλεται στο ότι ανήκε σε μια γενιά μεταγενέστερη.

Πράγματι, ανήκει στην αμέσως επόμενη γενιά συνθετών και τώρα δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον συνθέτη της σειράς του, που να έχει αφήσει πίσω του τόσα διαχρονικά τραγούδια. Δεν τον ενδιέφερε να κατατάξει κάπου τον εαυτό του, πέραν του να φτιάχνει τραγούδια που να τα αγαπάει ο κόσμος. Σας το λέω αλήθεια, ποτέ δεν μίλαγε γι' αυτά τα πράγματα.

Δεν περιαυτολογούσε.

Ποτέ, ποτέ! Θαύμαζε πολύ τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Μάνο Λοΐζο και τον Σπανό, που είχαν συνεργαστεί κιόλας. Πάντα έλεγε, όταν άκουγε ένα ωραίο τραγούδι τους, «Να ένα τραγούδι που θα'θελα να'χα γράψει». Δεν ζήλευε καθόλου και στα οικογενειακά γλέντια τις Κυριακές, που είχαμε ανοιχτό το σπίτι, θα έπιανε την κιθάρα με τους φίλους του και θα έλεγε μόνο τραγούδια αλλωνών.

Ο Τόκας είχε μια έφεση στις ατόφιες λαϊκές φωνές. Έκανε δίσκους με τον Αδαμαντίδη, τον Πασχάλη Τερζή, τον Βοσκόπουλο. Για τον Μητροπάνο θα τα πούμε παρακάτω.

Θαύμαζε πολύ τις λαϊκές φωνές. Δεν χώριζε ποτέ, επαναλαμβάνω, τα τραγούδια σε λαϊκά και έντεχνα. Το αρνιόταν έντονα και θύμωνε όταν το κάνανε οι άλλοι. Θύμωνε όταν κάποιοι σνομπάρανε έναν τραγουδιστή επειδή ήταν πολύ λαϊκή η φωνή του ή επειδή δεν του'χε τύχει στην καριέρα του να πει τόσο λόγια ή έντεχνα τραγούδια. Ήταν ο πρώτος που πρότεινε τον Πασχάλη Τερζή σε μία περίοδο που όλοι τον κατηγοριοποιούσαν ως έναν πολύ λαϊκό τραγουδιστή. Κι όμως! Ο Τόκας τον έβαλε στο Ηρώδειο να τραγουδήσει ανέκδοτο τραγούδι σε ποίηση Ρίτσου. Δικαιώθηκε, νομίζω, στο πέρασμα των χρόνων, διότι αν παρατηρήσετε πως διαμορφώνεται το τοπίο του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού, θα δείτε πως αυτές οι μίξεις τείνουν ν' αποτελούν τον κανόνα. Έχουμε τραγουδιστές και τραγουδοποιούς που μπορεί να ανήκαν ή να αυτοπροσδιορίζονταν ως έντεχνοι, οι οποίοι τώρα δίνουν με μεγάλη χαρά τα τραγούδια τους σε καλλιτέχνες της άλλης όχθης. Ο πατέρας μου έκανε κάτι προφητικά και σήμερα αυτό είναι ο κανόνας, πόσο μάλλον όταν το έκανε και σε μια εποχή που προκάλεσε αντιδράσεις. Ίσως αυτός να'ναι ο λόγος που δεν μπήκε στην ομάδα των «μεγάλων» του ελληνικού τραγουδιού, που είπατε πριν. Οι προσπάθειες και οι απόπειρες που έκανε, δεν ήταν πάντα ευπρόσδεκτες και καλοδεχούμενες. Στους αμιγώς ερωτικούς δίσκους του, σαν αυτόν με τον Αντώνη Καλογιάννη, με την «Αννούλα του χιονιά» και το «Σ' αγαπώ σαν το γέλιο του Μάη», συμπεριέλαβε πάλι μελοποιημένο Ρίτσο, το «Δεν κλαίω».

Είναι αυτό που τραγούδησε τότε στο Ηρώδειο ο Τερζής;

Όχι, εκεί ο Τερζής τραγούδησε ένα άλλο σε ποίηση Ρίτσου, την «Πανσέληνο». Αυτό δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα κι είναι κάτι που πρέπει να επιμεληθούμε για να βγει.

Μάριος Τόκας - Πασχάλης Τερζής

Για μένα πάλι, το ότι έβαζε Ρίτσο σ' έναν άσχετο με την ποίηση δίσκο, φανερώνει πως ενδεχομένως να είχε τυποποιηθεί στο ερωτικό - λαϊκό - ελαφρό τραγούδι, εξ ου και δίσταζε να κάνει ένα ολόκληρο πιο λόγιο άλμπουμ.

Δεν το πιστεύω, διότι αργότερα, αρκετά αργότερα στην καριέρα του, έγραψε ολόκληρο δίσκο σε στίχους του Άλκη Αλκαίου, που ήταν ένας κατά τη γνώμη μου ποιητής - συνεχιστής των μεγάλων ποιητών του '60 και του '70.

Μάλιστα, λέτε γι' αυτό το δίσκο που επρόκειτο να κυκλοφορήσει με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα, αλλά τελευταία στιγμή διαφώνησαν ο ερμηνευτής με τον στιχουργό και δεν προχώρησε η δουλειά.

Όντως, είχαν κάποια διαφωνία για έναν ή δύο στίχους. Ο Άλκης Αλκαίος δεν ήθελε ν' αλλάξουν οι στίχοι του, αυτό ήταν φυσικά απόλυτα σεβαστό κι έτσι έμεινε ο δίσκος ανολοκλήρωτος. Ωστόσο, δεν υπαινίσσομαι τίποτα, έχουμε εξαιρετικές σχέσεις με τον Γιώργο Νταλάρα, προς Θεού!

Μα κι εγώ πληροφοριακά το έθιξα. Άλλωστε τι πιο γόνιμο από μια διαφωνία στιχουργού με τραγουδιστή; Σημαίνει ότι γίνεται σοβαρή δουλειά απ' όλους, ακόμη κι αν μένει στη μέση.

Εδώ υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή: Ο Νταλάρας δεν διαφώνησε με τη μουσική του πατέρα μου, επομένως ο πατέρας μου δεν μπορούσε να επιβάλλει στον στιχουργό του, κάτι που εκείνος αισθανόταν ότι ήταν OK. Δεν θα το έκανε ποτέ, πόσο μάλλον στον Αλκαίο, που είχαν μεταξύ τους εξαιρετική σχέση και χημεία. Γενικά δεν θα το έκανε για κανέναν. Φυσικά και στενοχωρήθηκε, γιατί με τον Νταλάρα γνωρίζονταν από φοιτητές, αν και είχαν μικρή ηλικιακή διαφορά. Κάνανε αρκετή παρέα και προφανώς πάντα ήθελε να κάνει έναν ολοκληρωμένο δίσκο με τον Νταλάρα. Ο Νταλάρας άλλωστε είχε τραγουδήσει ολόκληρο το έργο «Φωνή Πατρίδος» και ήταν αυτός που έκανε ευρέως γνωστά τα τραγούδια σε Ελλάδα και Κύπρο.

Μιλάμε γι' αυτό το δίσκο που βγήκε τελικά το 2017 με ερμηνευτή τον Μίλτο Πασχαλίδη, έτσι δεν είναι;

Ήταν ο τρίτος ολοκληρωμένος δίσκος του Τόκα με τον Δημήτρη Μητροπάνο. Κάποια απ' αυτά τα τραγούδια επενεκτέλεσε ο Πασχαλίδης συν μερικά ανέκδοτα που είχαν μείνει εκτός του άλμπουμ με τον Μητροπάνο.

Λογικό, ο Πασχαλίδης ήταν πολύ κοντά στον Μητροπάνο και έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο για τον Αλκαίο.

Από το '14 και μετά είχαμε φτιάξει ένα πολύ ωραίο σχήμα, που βασικά απαρτιζόταν απ' την ορχήστρα του Μητροπάνου με διευθυντή τον Γιάννη Παπαζαχαριάκη. Τραγουδιστές ήταν ο Μπάσης, ο Κότσιρας, η Γιώτα Νέγκα και ο Πασχαλίδης πάντα σε τραγούδια του Τόκα. Το σχήμα αυτό ταξίδεψε πάρα πολύ στην Ελλάδα και στην Κύπρο μέσα στα χρόνια. Κάναμε μια μεγάλη συναυλία στο Badminton, ας πούμε. Πάνω στα ταξίδια αυτά, λέγαμε πάντα πόσο ο Μίλτος αγαπούσε πολύ αυτά τα τραγούδια, που τα ήξερε από τον ίδιο τον Αλκαίο. Τις «Ξερολιθιές», ας πούμε, τις τραγουδούσε εδώ και πολλά χρόνια στα live του χωρίς να έχει ποτέ δισκογραφηθεί το τραγούδι. Έτσι ζήτησε ο Μίλτος να είναι αυτός που θα συστήσει τα κομμάτια στο κοινό. Δώσαμε άδεια, το ίδιο και η οικογένεια του Αλκαίου και κάπως έτσι έγινε ο δίσκος αυτός το '17. Θεωρώ ότι ο Μίλτος συμπεριφέρθηκε πολύ καλά στα εν λόγω τραγούδια και τα αγάπησε πραγματικά. Όμορφη συγκυρία, αφού είδαμε τραγούδια γραμμένα πολλά χρόνια πριν να τα τραγουδάνε παιδιά πολύ μικρότερα από μας. Συν τοις άλλοις, εμένα ο Μίλτος είναι και πολύ φίλος μου πλέον, οπότε έχουμε μια ζεστή σχεδόν οικογενειακή σχέση. Τον αγαπάμε και μας αγαπάει, όπως και τα άλλα παιδιά από το team, που σας ανάφερα.

Με τον Δημήτρη Μητροπάνο, που αποτέλεσε τη «φωνή του» 1992 εποχή «Εθνικής μας μοναξιάς»

Ωραία να τον τραγουδάνε ο Κότσιρας και η Νέγκα, θυμίζω όμως πως ο τελευταίος του, εν ζωή, δίσκος σε στίχους του Κώστα Φασουλά είχε ερμηνευτή τον Βασίλη Σκουλά, σίγουρα έναν καλό τραγουδιστή, αλλά όχι της σειράς των νεότερων με την ευρεία αποδοχή. Και μιλάμε για έναν συνθέτη που τον τραγούδησε η Εθνική Ελλάδος.

Πιστεύω πως δεν πρόλαβε να τον τραγουδήσει η νεότερη γενιά. Με τον Δημήτρη Μπάση είχαν μια δουλειά στα σκαριά, που δεν έγινε, αφού όταν ξεκίνησαν οι συζητήσεις, ο πατέρας μου διαγνώστηκε με καρκίνο και έμειναν όλα στη μέση. Με τον Μπάση μάλιστα κάνανε πολλές απ' τις τελευταίες συναυλίες του, τον είχε κοντά του. Ο Σκουλάς ερχόταν με τη λίρα του κι έκανε πολύ συχνά guest στο σχήμα που σας έλεγα πριν. Στα δέκα χρόνια από το θάνατο του πατέρα μου κάναμε δύο μεγάλες συναυλίες στην Κύπρο με δέκα τραγουδιστές και στα highlights της βραδιάς ήταν ο Σκουλάς που τραγούδησε τα κομμάτια από το «Άσπρο μου μαντήλι», συστήνοντας τα στο κυπριακό κοινό, ένα κοινό όχι εξοικειωμένο μ' αυτό το δίσκο.

Με τον Μητροπάνο κάνανε τρεις δίσκους. Όταν όλη η Ελλάδα τραγουδούσε στις αρχές του '90, «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη», πως ήταν το μέγεθος της επιτυχίας για τον Μάριο Τόκα;

Αυτό που κράτησε απ' τις εξαιρετικές συνεργασίες του με τον Μητροπάνο ήταν η καλή μεταξύ τους χημεία. Ενθουσιασμένος με τα τραγούδια που βρήκαν αυτή την τεράστια ανταπόκριση, αλλά δεν πιστεύω πως τον συνεπήρε η επιτυχία. Δεν άλλαξε κάτι στην καθημερινότητα και στη συμπεριφορά του, απλά στον Μητροπάνο βρήκε τη φωνή του. Αυτό, ξέρετε, δεν έχει πάντα να κάνει με την εμπορική επιτυχία των δίσκων.

Δεν το λες και τυχαίο, όμως. Μιλάμε για μια χώρα ολόκληρη να τραγουδάει τα τραγούδια τους.

Να ήταν το δέσιμο της μουσικής του πατέρα μου με τη φωνή του Μητροπάνου; Το μεταξύ τους δέσιμο, η αλληλλοκετίμηση και η φιλία; Δεν ξέρω, ειλικρινά.

Θα σας ρωτήσω τώρα κάτι σαν να είχα τον ίδιο απέναντι μου: Δεν νομίζετε πως μπήκε και σε μία διαδικασία επανάληψης της δισκογραφικής επιτυχίας, το οποίο πέτυχε κιόλας; Τα «Λαδάδικα», π.χ., ακούγονταν σαν το δίδυμο αδερφάκι του «Σ' αναζητώ στη Σαλονίκη».

Ο τρόπος του ήταν αυτόματος, τα τραγούδια διαδέχονταν με μεγάλη ευκολία το ένα το άλλο. Του βγαίνανε πηγαία και αμέσως μετά τον πρώτο δίσκο με τον Μητροπάνο, μεσολάβησε ακόμη ένας με τον Γιάννη Πάριο, μέχρι να βγουν τα «Λαδάδικα». Και οι τρεις δίσκοι του με τον Μητροπάνο έγιναν τελικά τεράστιες επιτυχίες και άφησαν διαχρονικά τραγούδια. Επομένως, δεν θεωρώ ότι έβαλε μπροστά μια μηχανή για να γράψει τραγούδια, του ήταν αδύνατον να γράψει έτσι. Ήταν η μαγική στιγμή, θα έλεγα. Αν είχαν σταματήσει εκεί τα τραγούδια και πέρναγαν απαρατήρητα, θα σας έλεγα ότι πιθανώς να συνέβαινε αυτό που λέτε. Όταν όμως τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούν όλοι μέχρι σήμερα, σημαίνει ότι κάτι σημαντικό έμεινε απ' όλο αυτό.

Ισχύει ότι το έργο του Μάριου Τόκα διδάσκεται στα σχολεία της Κύπρου;

Είναι μέρος των εθνικών εορτών και της διδασκαλίας της μουσικής.

Ο ίδιος διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με τη γενέτειρα του πάντα;

Βέβαια, μαζί κι εμείς. Η τουρκική εισβολή και το ότι οι άνθρωποι χωρίστηκαν στα δύο ήταν το μεγαλύτερο αγκάθι στη ζωή του.

Πίστευε στην ελληνικότητα των Κυπρίων; Τι του έλεγε η εθνική του συνείδηση;

Δεν το διαχώρισε ποτέ μ' αυτό τον τρόπο. Πίστευε πως απ' τη στιγμή που έχουμε λάβει την ίδια παιδεία, μιλάμε την ίδια γλώσσα και έχουμε κοινές καταβολές, δεν διαχωρίζεται η ελληνική απ' την κυπριακή του ταυτότητα. Αυτό βέβαια δεν τον απέτρεπε απ' το να θεωρεί ότι και οι Τουρκοκύπριοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο νησί, ήταν εξίσου συμπατριώτες του. Ενδεικτικό είναι ότι σε πολύ ταραγμένες εποχές, λίγο μετά την εισβολή, έγραψε ένα τραγούδι σε στίχους Τουρκοκύπριας ποιήτριας. Το έκανε όταν δεν ήταν καθόλου μόδα να μιλάς για ελληνοτουρκική φιλία.

Πείτε μου πως σκοπεύετε να κινηθείτε στο εξής με τη διαφύλαξη και διάδοση του έργου του.

Το αρχείο του χωρίζεται σε διάφορες κατηγορίες, από τα προσωπικά του χειρόγραφα και τα αποκόμματα των εφημερίδων, που παρελαύνει η μουσική ιστορία Ελλάδας και Κύπρου, μέχρι οι πίνακες που ζωγράφιζε και τα ανέκδοτα τραγούδια του. Με πάρα πολύ μεγάλη επιμέλεια και αγάπη, εμείς καταφέραμε να ψηφιοποιήσουμε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και να το κάνουμε διαθέσιμο μέσω της ιστοσελίδας και των social media. Το 2012 κάναμε ένα δίσκο με ανέκδοτα τραγούδια του, που ήταν κι ο τελευταίος που τραγούδησε ο Δημήτρης Μητροπάνος μαζί με τον Πάριο, τον Κότσιρα και τον Τερζή, ενώ το '17 βγήκε ο δίσκος με τον Πασχαλίδη. Έπεται συνέχεια. Μέσα στα πλάνα μας είναι και η δημιουργία ενός μουσείου που φτιάχνεται αυτόν τον καιρό στην επαρχία Λεμεσού, στον Δήμο Ύψωνα, που ήταν η γενέτειρα του πατέρα του. Θα φιλοξενηθεί εκεί το αρχειακό υλικό του με τη φιλοδοξία να λειτουργεί διαδραστικά με τους επισκέπτες. Αυτός που θα μπαίνει μέσα δηλαδή, θα βγαίνει έχοντας γνωρίσει τον Μάριο Τόκα, τις μουσικές του, τα ποιήματα και τα λόγια του.

Η Χαρά στην αγκαλιά του πατέρα της, Μάριου Τόκα

Πόσος καιρός πέρασε από τη διάγνωση της ασθένειας μέχρι να «φύγει»;

Όχι παραπάνω από εννέα μήνες...

Είχε ο ίδιος επίγνωση του τετελεσμένου;

Θα απαντήσω με το ότι ήταν ιδιαιτέρως ευφυής άνθρωπος και αντιλαμβανόταν τι του συνέβαινε.

Κυρία Τόκα, να τον θυμάστε πάντα με αγάπη, όπως όλος ο κόσμος, και σας ευχαριστώ γι' αυτή τη συνομιλία.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

Με τον Γιάννη Πάριο το 1989 τότε που γραφόταν ο δίσκος «Σαν τρελό φορτηγό»

* Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από την ιστοσελίδα www.mariostokas.com.cy και από το αρχείο της οικογένειας Τόκα