Το έγκλημα στα Τέμπη ήταν κάτι που συσπείρωσε ξανά μεγάλο μέρος του κόσμο και φάνηκε να υπάρχει μια διάθεση και προσπάθεια για αλλαγή. Και μετά αρχίζουμε να συζητάμε το αυτονόητο, δηλαδή ποιο έχει δικαίωμα στο γυναικείο σώμα… Όχι λοιπόν κυρία Καρυστιανού, δεν πρόκειται για θέμα που χρειάζεται διαβούλευση μα για προσωπική επιλογή. Κι αυτός ο διχασμός, για άλλη μια φορά, σε συνδυασμό με την συζήτηση τα αυτονόητα, προκαλεί μόνο θλίψη…
Η χαρά έγινε είδος υπό εξαφάνιση, όχι επειδή «δεν υπάρχει λόγος», μα επειδή δεν υπάρχει χώρος. Σαν να στένεψε ο αέρας μέσα στα σπίτια, στα λεωφορεία, στα γραφεία, στα δωμάτια όπου φωσφορίζει η οθόνη και ο χρόνος εξατμίζεται χωρίς θόρυβο. Οι μέρες δεν κυλούν πια. Σέρνονται. Κούφιες μέρες. Με ένα λεπτό στρώμα κανονικότητας από πάνω και από κάτω σήψη.
Κάποτε υπήρχε η ψευδαίσθηση ότι το αύριο έρχεται ως υπόσχεση. Τώρα έρχεται ως ειδοποίηση. Ως update. Ως υπενθύμιση πληρωμής. Ως «μην ανησυχείς, θα συνηθίσεις».
Η ελπίδα δεν πέθανε ηρωικά. Δεν έπεσε σε οδόφραγμα, δεν άφησε συνθήματα. Έσβησε αθόρυβα, σαν κακή σύνδεση. Και στο κενό που άφησε, εγκαταστάθηκε μια καθολική θλίψη: όχι η μεγάλη, η θεατρική, αλλά η μικρή, η μόνιμη. Ένα αναισθητικό που σε κρατά λειτουργικό. Όχι ζωντανό. Αυτή είναι η Θλιμμένη Γενιά. Μια γενιά που δεν έχει πια το σθένος να οργιστεί. Όχι επειδή δεν αδικείται.
Αλλά επειδή είναι εξαντλημένη πριν καν φτάσει στο σημείο της οργής. Και οι απόψεις που διατυπώθηκαν από την κυρία Καρυστιανού, που πλέον κρίνεται ως πολιτικό πρόσωπο, ήρθαν να το επιβεβαιώσουν με τον χειρότερο τρόπο.
Τα Τέμπη και η αποτυχία της ένωσης
Αυτό που έγινε στα Τέμπη, η ατιμωρησία, ο εμπαιγμός, ένωσε ανθρώπους, τους έβγαλε στο δρόμο και δημιούργησε μια ελπίδα πως κάτι μπορεί ν’ αλλάξει. Ακόμα κι αυτή η τραγωδία όμως δεν μας ένωσε. Δεν λειτούργησε ως κοινός τόπος πένθους, ούτε ως αυτονόητο σημείο συνάντησης μιας κοινωνίας που είδε τον εαυτό της να διαλύεται πάνω στις ράγες. Κατάφερε κάτι πιο ύπουλο και να διχάσει.
Να χωρίσει σε στρατόπεδα ερμηνείας, σε ανταγωνισμούς πόνου, σε διαμάχες για το ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος «εκμεταλλεύεται» τη θλίψη. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει σιωπή και συλλογική ανάσα, φύτρωσε θόρυβος. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει καθαρό αίτημα δικαιοσύνης, μπλέχτηκαν σύμβολα, πρόσωπα, συναισθήματα και πολιτικές φαντασιώσεις.
Η τραγωδία έγινε καθρέφτης των πιο βαθιών μας αδυναμιών.
Αντί να φωτίσει το έγκλημα ενός συστήματος που μετρά ζωές με όρους κόστους, φώτισε τη σύγχυσή μας. Την αδυναμία να διαχωρίσουμε τον ανθρώπινο πόνο από την πολιτική ανάλυση. Την ανάγκη μας να πιαστούμε από πρόσωπα, από αφηγήσεις, από συγκίνηση, επειδή η ψυχρή πραγματικότητα μάς είναι αφόρητη. Κι έτσι, ακόμα κι ο θάνατος μετατράπηκε σε πεδίο αντιπαράθεσης. Ακόμα κι η μνήμη έγινε αντικείμενο διαμάχης. Ακόμα και για το αυτονόητο, το δικαίωμα στο γυναικείο σώμα.
Ίσως αυτό να είναι το πιο θλιβερό αποτύπωμα, πως όχι μόνο ότι χάθηκαν ζωές άδικα, αλλά ότι ούτε μπροστά σε αυτό δεν καταφέραμε να σταθούμε μαζί. Ότι ακόμα και το πένθος μας είναι κατακερματισμένο, υποψιασμένο, καχύποπτο. Ότι αντί για συλλογική συνείδηση, αναπαράγουμε συλλογική σύγχυση. Μια κοινωνία που δεν ξέρει πώς να θρηνήσει, δύσκολα θα μάθει πώς να αλλάξει.
Το τραύμα ως καθημερινή είδηση
Υπήρξε μια περίοδος που ο κόσμος «κλείδωσε» και όλοι μάθαμε πώς είναι η ζωή σε αποστειρωμένα τετράγωνα. Άδειες μετακίνησης. Μηνύματα. Απαγορεύσεις. Μια καθημερινότητα μετρημένη σε κουτάκια συμμόρφωσης. Η σιωπή παρουσιάστηκε ως φροντίδα. Η μοναξιά ως κοινωνική ευθύνη. Και η κοινωνία εκπαιδεύτηκε στο να αποδέχεται τον περιορισμό χωρίς πολλές ερωτήσεις.
Όταν βγήκαμε, δεν βγήκαμε πιο δυνατοί. Βγήκαμε πιο μουδιασμένοι.
Γιατί στο μεταξύ, κάτι άλλαξε στην πρόσληψη του πόνου. Ο θάνατος έπαψε να είναι εξαίρεση και έγινε νούμερο. Έγινε ticker. Έγινε «άλλη μία είδηση». Μετά ήρθαν τα Τέμπη. 57 νεκροί. Όχι ως ατύχημα, αλλά ως μια εγκληματική συμπύκνωση δεκαετιών αδιαφορίας.
Μια κοινωνία να κοιτάζει μια γραμμή τρένου και να βλέπει το ίδιο της το κράτος να εκτροχιάζεται. Και το πιο βαρύ δεν ήταν μόνο οι ζωές που χάθηκαν, μα η συνειδητοποίηση ότι τίποτα δεν ήταν πραγματικά «απρόβλεπτο». Ότι όλοι ήξεραν. Κανείς δεν πλήρωνε. Ούτε πλήρωσε. Και μάλλον ούτε θα πληρώσει.
Αλλά ούτε κι αυτό έμεινε μόνο του., αφού πάντα έρχεται κάτι μετά.
Πιο μακριά, πιο κοντά, πιο «έξω από εμάς» κι όμως μέσα μας. Πόλεμοι που τρέχουν σαν livestream. Παιδιά κάτω από χαλάσματα, όχι ως σχήμα λόγου, αλλά ως επαναλαμβανόμενη εικόνα. Η φρίκη μετατρέπεται σε background. Σε ένα ακόμα tab ανοιχτό. Μαζί κι η αστυνομική βία. Σαν μόνιμη υπενθύμιση ότι η εξουσία έχει πάντα το τελευταίο σώμα να χτυπήσει, ότι το κράτος δεν εμφανίζεται μόνο ως προστάτης, αλλά και ως απειλή. Όχι ως «μεμονωμένα περιστατικά», αλλά ως κουλτούρα. Ωμή. Επαναλαμβανόμενη. Ατιμώρητη.
Κάπως έτσι χτίζεται το μούδιασμα. Όχι από ένα γεγονός. Από τη συσσώρευση. Από το ότι κάθε τραύμα δεν προλαβαίνει να γίνει πένθος, γιατί το επόμενο ήδη χτυπάει την πόρτα. Η κοινωνία δεν θρηνεί. Κυλάει. Σαν να είναι το πένθος πολυτέλεια. Σαν να πρέπει να επιστρέψουμε στην «κανονικότητα» πριν καν καταλάβουμε τι χάσαμε. Κι όταν το κακό γίνεται καθημερινό και το αυτονόητο ζήτημα διαβούλευσης, γεννιέται η απάθεια. Ένα βαρύ συναίσθημα που λειαίνει τις γωνίες της αντίδρασης. Γιατί η αντίδραση πονά. Ενώ η απάθεια είναι ασφαλής.
Η απάθεια του scrolling
Το παλιό ερώτημα ήταν «τι κάνουμε;». Το νέο είναι «τι βλέπουμε;». Η δράση αντικαταστάθηκε από κατανάλωση. Η οργή από reaction. Η συμμετοχή από share. Και το content, ατελείωτα βίντεο, πληροφορίες χωρίς βαρύτητα, δεν είναι απλώς διασκέδαση. Είναι αναισθητικό. Μορφίνη σε μικρές δόσεις. Δεν χρειάζεται πια λογοκρισία. Η υπερπληροφόρηση είναι αρκετή. Ένας ψηφιακός θόρυβος που ισοπεδώνει τα πάντα, σκάνδαλα, δολοφονίες, πόλεμο, ακρίβεια, εργασιακή διάλυση. Όλα ισότιμα στο ίδιο feed, χωρίς ιεραρχία, χωρίς βάθος., χωρίς χρόνο.
Το scrolling γίνεται στάση σώματος. Ο αυχένας σκύβει. Άλλη μια δήλωση. Το βλέμμα μικραίνει. Άλλος ένας καβγάς. Η ψυχή συρρικνώνεται. Επόμενο βίντεο. Δεν είναι ότι δεν νιώθουμε τίποτα. Είναι ότι νιώθουμε πάρα πολλά, τόσο γρήγορα, που καταλήγουμε στο τίποτα. Η θλίψη δεν εκρήγνυται. Κάθεται μέσα. Σαν υγρασία.
Κι εκεί η οργή μετατρέπεται σε σιωπηλή παραίτηση. Όχι σε αποδοχή, αλλά σε αίσθηση αδυναμίας. «Άσε». «Δεν αλλάζει». Αυτή είναι η νίκη του συστήματος. Όχι να σε καταστείλει. Να σε εξαντλήσει.
Πόλεις γεμάτες ανθρώπους που δεν κοιτάζονται
Το μέλλον δεν μοιάζει με εξέγερση. Μοιάζει με ουρά σε ταμείο γεμάτη κουρασμένα πρόσωπα. Με σπίτια μικρά και ακριβά, όπου χωράει μόνο ένα σώμα και μια οθόνη. Με παρέες που δεν συναντιούνται, απλώς ανταλλάσσουν memes σαν σήματα καπνού από ναυάγια.
Με μια κοινωνία που κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά. Η γενιά 25–45 κουβαλάει ένα παράδοξο, έχει εκπαιδευτεί να «προσαρμόζεται», να «είναι ευέλικτη», να «αρπάζει ευκαιρίες». Στην πράξη, αυτό σημαίνει μόνιμη ετοιμότητα διάλυσης. Μισθοί που δεν προλαβαίνουν τον μήνα, ενοίκια που μοιάζουν με λύτρα, μετακινήσεις που καταπίνουν ώρες ζωής. Μια οικονομική ασφυξία που δεν έρχεται πια σαν κρίση-σοκ, αλλά σαν υγρασία, βαριά, κολλημένη στα ρούχα.
Η Θλιμμένη Γενιά δεν θα χαθεί σιγά στον ρυθμό του αλγορίθμου. Θα συνεχίσει να δουλεύει, να πληρώνει, να αντέχει. Θα συνεχίσει να ενημερώνεται για την καταστροφή σαν να είναι δελτίο καιρού. Θα συνεχίσει να σκρολάρει πάνω από ερείπια, πάνω από νεκρούς, πάνω από την ίδια της την εξάντληση.
Και κάποια στιγμή, μέσα στο πλήθος, θα υπάρχει μια απόλυτη μοναξιά. Όχι η ρομαντική. Η άλλη. Η τελική. Μια αποσύνθεση που δεν κάνει ήχο. Ένα τέλος χωρίς τελεία, γιατί κανείς δεν θα μείνει να τη βάλει. Κι όλα αυτά γιατί έχει κουραστεί να συζητά τα αυτονόητα…
Διαβάστε επίσης:
Καρυστιανού για αμβλώσεις: «Η χθεσινή μου απάντηση διαστρεβλώθηκε σκοπίμως»
Η Ελλάδα στη λίστα του Τραμπ για το «Συμβούλιο Ειρήνης» του: Η θέση κοστίζει… μόνο 1 δισ. ευρώ
Αποθέωση για το «Ριφιφί»: Πάνω από 9 μονάδες στην αξιολόγηση τoυ IMDb μετά την ολοκλήρωσή του
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια