Η Golden Visa των Κινέζων και το Ξέπλυμα Χρήματος στην Ελλάδα

Οι Κινέζοι της Golden Visa κάνουν ομαδικές μηνύσεις στην Αθήνα. Οι δύο πρώτες μηνύσεις είναι στα χέρια του Οικονομικού Εισαγγελέα. Πιθανόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη «φούσκα» ακινήτων.
 

Κορίνα Πετρίδη, Κώστας Κουκουμάκας 04/10/2020 | 20:00

Η κυρία Yang* διδάχθηκε στο σχολείο την ελληνική μυθολογία. Αγάπησε τη χώρα μας μέσα από τα βιβλία και είχε όνειρο ζωής να επισκεφθεί τον Παρθενώνα. Έτσι, όταν το καλοκαίρι του 2018 ένας ατζέντης ακινήτων στην Κίνα ξεδίπλωσε μπροστά στην ίδια και τον αρραβωνιαστικό της ένα ιλουστρασιόν διαφημιστικό με την Ακρόπολη και την Πλατεία Συντάγματος, δεν το σκέφτηκε πολύ. Θα αγόραζε ακίνητο στην Ελλάδα και μαζί μία πενταετή άδεια διαμονής, δηλαδή ευρωπαϊκό διαβατήριο, ήλιο και θάλασσα – με λίγα λόγια μια Golden Visa. Δύο χρόνια μετά, το ελληνικό όνειρο έχει γίνει εφιάλτης για την κυρία Yang.

Πλήρωσε 290.000 ευρώ για ένα «τριάρι» στα Κάτω Πατήσια, μια όχι προνομιούχο περιοχή της Αθήνας. Και όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα για να δει από κοντά το διαμέρισμα που είχε αγοράσει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα της, ανακάλυψε ότι αυτό είχε στο μεταξύ πουληθεί σε κάποιον άλλον Κινέζο. Δεν είναι η μοναδική περίπτωση υποψήφιου αγοραστή της Golden Visa που καταγγέλλει ότι εξαπατήθηκε. Προ ημέρων κατατέθηκαν στον Οικονομικό Εισαγγελέα Αθηνών οι δύο πρώτες μηνύσεις Κινέζων αγοραστών. Το περιεχόμενό τους είναι αποκαλυπτικό. Φαίνεται ότι πιθανόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη «φούσκα» ακινήτων.

Το ελάχιστο ύψος επένδυσης για την απόκτηση Golden Visa στην Ελλάδα είναι 250.000 ευρώ. Έως τα τέλη του περασμένου Μαΐου, το ελληνικό κράτος είχε χορηγήσει 7.550 χρυσές βίζες, τις 5.504 από αυτές σε Κινέζους. Στην Κίνα λειτουργούν τα λεγόμενα Immigration Agencies, εταιρείες real estate με τζίρο δισ. ευρώ και καλές σχέσεις με την κυβέρνηση. Οι παραπάνω ατζέντηδες προσελκύουν επενδυτές και τούς στρέφουν προς την Ελλάδα. Χωρίς τους ατζέντηδες στην Κίνα δεν υπάρχει ελληνικό πρόγραμμα Golden Visa. Οι ίδιοι φέρνουν τους επενδυτές σε επαφή με γραφεία στην Αθήνα, τους λεγόμενους developers, στους οποίους ανήκουν τα ακίνητα και αναλαμβάνουν το πρακτικό μέρος της συμφωνίας.

Το παραπάνω μοτίβο φέρεται να περιγράφεται στις μηνύσεις που βρίσκονται στα χέρια του Οικονομικού Εισαγγελέα. Ο ατζέντης στην Κίνα έδειξε στην κυρία Yang ένα διαμέρισμα 75 τ.μ. στον έκτο όροφο οικοδομής στα Κάτω Πατήσια. Της είπε πώς ήταν μια καλή ευκαιρία, καθώς «βρισκόταν δίπλα στην Ακρόπολη, το Καλλιμάρμαρο και την Πλατεία Συντάγματος». Στο ίδιο διαφημιστικό έντυπο υπήρχαν μεγάλες φωτογραφίες με τα σημαντικότερα αξιοθέατα της ελληνικής πρωτεύουσας. Η κυρία Yang δεν είχε λόγο να μην πιστέψει τον ατζέντη, ούτε και τον developer που της σύστησε στην Αθήνα.

Η ίδια φέρεται να λέει ότι υπέγραψε ένα προσύμφωνο με την ελληνική εταιρεία. Η τιμή μεταβίβασης του ακινήτου ορίστηκε στις 290.000 ευρώ, αν και αργότερα θα μάθαινε ότι η αντικειμενική αξία για το «τριάρι» στα Πατήσια ήταν 74.000 ευρώ. H συμφωνία έλεγε ότι το διαμέρισμα θα παραδιδόταν επιπλωμένο και ότι η νέα ιδιοκτήτης θα είχε για τρία χρόνια εξασφαλισμένο ετήσιο εισόδημα 8.500 ευρώ από την εκμίσθωσή του σε τρίτους. Η κυρία Yang θα επιβαρυνόταν με τον φόρο μεταβίβασης (περίπου 3%), που όμως δεν καταβλήθηκε διότι δεν υπογράφτηκε τελικό συμβόλαιο, όπως φέρεται να περιγράφει. Με μοναδικό χαρτί το ιδιωτικό προσύμφωνο, κατέβαλε προκαταβολή 29.000 ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό εξοφλήθηκε μέσα στον επόμενο μήνα. Το ελληνικό όνειρο ήταν πολύ κοντά για την κυρία Yang.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Κώστα Κουκουμάκα, τα χρήματα καταβλήθηκαν μέσω τερματικού POS, με τρεις πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες. Εκείνη την περίοδο, αυτό δεν προβλεπόταν από τον ελληνικό Νόμο για την Golden Visa. Για λόγους διαφάνειας των συναλλαγών, η σχετική διάταξη έλεγε ότι υπήρχαν μόνο δύο αποδεκτοί τρόποι πληρωμής: μεταφορά μεταξύ λογαριασμών ή δίγραμμη επιταγή ελληνικής τράπεζας. Η κυρία Yang λέει ότι δεν το γνώριζε. Η ίδια υποστηρίζει, επίσης, ότι τα POS ήταν συνδεδεμένα με τον ελληνικό τραπεζικό λογαριασμό του developer στην Αθήνα, κάτι που φέρεται τότε να αγνοούσε.

Η ίδια σύγχυση επικρατούσε την ίδια περίοδο στην Ελλάδα μεταξύ των κρατικών υπηρεσιών που εξέταζαν τις αιτήσεις για Golden Visa. Από τον φάκελο υπόθεσης που έφθασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας, προκύπτει ότι Κινέζος επενδυτής είχε καταβάλει 294.000 ευρώ για την αγορά ακινήτου στην Αθήνα, ένας μέρος του οποίου είχε μεταφερθεί με πιστωτική κάρτα. Στη δικαστική απόφαση αναφέρεται ότι τον Απρίλιο του 2018 σήμανε συναγερμός στο Υπουργείο Μετανάστευσης, που χειρίζεται την υπόθεση της Golden Visa μέσω τοπικών γραφείων ανά περιφέρεια. Το Υπουργείο απηύθυνε ερώτημα προς την Τράπεζα της Ελλάδας. Η απάντηση ήταν ότι οι πληρωμές μέσω POS δεν θεωρούνται τραπεζικά εμβάσματα.

Μία τροπολογία για τα POS

Ο γρίφος λύθηκε με μία τροπολογία. Τον Οκτώβριο του 2019 ο Υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, πρότεινε μια μικρή, αλλά κρίσιμη αλλαγή του Νόμου για την Golden Visa. Προέβλεπε τη δυνατότητα μεταφοράς χρημάτων μέσω τερματικού POS με αναδρομική ισχύ από τον Ιανουάριο του 2017. Η πρόταση υπερψηφίστηκε. «Υπήρξε μια εμπλοκή ως προς τη χρήση αυτών των μηχανημάτων και αυτή οδήγησε στην παύση των πράξεων μέσω POS. Το αρχικό δικό μου ενδιαφέρον για το θέμα αυτό προήλθε όταν πήρα τα στοιχεία της Golden Visa και είδα ότι μετά από αυτό το γεγονός το πρόγραμμα σχεδόν είχε παγώσει», δήλωσε ο Άδωνις Γεωργιάδης.

Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση για «φωτογραφική» διάταξη με στόχο να κλείσουν δικαστικές έρευνες. Το 2018 οι δικαστικές Αρχές είχαν δεσμεύσει τραπεζικούς λογαριασμούς δύο εταιρειών που έκλειναν πακέτα Golden Visa στην Αθήνα και ερευνήθηκαν για κακουργηματική φοροδιαφυγή, πλαστογραφία και ξέπλυμα χρήματος. Το βασικό εύρημα, όπως διατυπώνεται στα δικόγραφα της υπόθεσης, είναι πως η πρώτη από τις δύο ελεγχόμενες εταιρείες είχε εγκαταστήσει τερματικές συσκευές POS στα γραφεία της στη Σαγκάη, μέσω των οποίων εκκαθαρίζονταν μεγάλα ποσά για την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα.

Από δειγματοληπτικό έλεγχο φέρεται να προέκυψε ότι ακίνητα μεγάλης αξίας είχαν πωληθεί σε Κινέζους, όμως στη συνέχεια εκμισθώνονταν στην εταιρεία, η οποία με τη σειρά της τα εκμίσθωνε στη δεύτερη ελεγχόμενη εταιρεία. «Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δύο εταιρείες είναι ίδιων συμφερόντων, αλλά και ότι είναι δύσκολος ο εντοπισμός των Κινέζων που πιστώνουν μεγάλα ποσά με χρήση των POS, παρακάμπτοντας τα capital controls στην Κίνα, εγείρονται σοβαρές υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες», ανέφερε διάταξη της Αρχής Καταπολέμησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, τον Νοέμβριο του 2019, με βάση την οποία αποδεσμεύτηκε πάντως μεγάλος μέρος των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχόμενων εταιρειών. Μέχρι σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί αν έχει κλείσει η δικαστική έρευνα για την παραπάνω υπόθεση.

Στο μεταξύ, η υπόθεση της κυρίας Yang στα Κάτω Πατήσια δεν προχωρούσε. Έναν χρόνο μετά, αποφάσισε να επισκεφτεί την Αθήνα με τον αρραβωνιαστικό της. Συνειδητοποίησε ότι το διαμέρισμα δεν ήταν κάτω από την Ακρόπολη, όπως της είχαν υποσχεθεί. Συναντήθηκε με τον developer και απαίτησε τα χρήματα πίσω. Ο τελευταίος φέρεται να της ζήτησε μια σειρά από έγγραφα, για παράδειγμα τα δικαιολογητικά με τα οποία είχε εκδώσει τις τραπεζικές κάρτες στην Κίνα. Στην πράξη, αυτό ήταν αδύνατον. Η κυρία Yang ανέθεσε σε ανεξάρτητο δικηγόρο τον έλεγχο τίτλων του διαμερίσματος. Υπήρχε κάτι χειρότερο από την απόσταση των Κάτω Πατησιών με την Ακρόπολη. Το διαμέρισμα -που σημειώτέον ήταν μικρότερο κατά 17 τ.μ. από αυτό που είχε συμφωνηθεί- είχε πουληθεί λίγους μήνες νωρίτερα σε μια άλλη Κινέζα, έναντι 250.000 ευρώ, όπως φέρεται να σημειώνεται στη μήνυση. Στην πράξη, το ακίνητο για το οποίο είχε καταβάλει τις οικονομίες μιας ζωής, απλώς δεν ήταν διαθέσιμο για την ίδια.

(Διαβάστε τη συνέχεια στο vice.com)