Την ώρα που η Ελλάδα αποχαιρετά τον Γιώργο Μαζωνάκη, ένα λαϊκό μικρόφωνο που κάποτε αρνήθηκε να γίνει ντεκόρ δίπλα στους φασίστες, μια άλλη φωνή ετοιμάζεται να επιστρέψει στον δημόσιο χώρο κι όχι για να τραγουδήσει.
Για να ξαναπουλήσει μίσος, αυτή τη φορά με καινούργια συσκευασία, καθαρό λογότυπο και πιθανότατα κάποιον πρόθυμο μπροστινό.
Στις 15 Σεπτεμβρίου αποφυλακίζεται ο Ηλίας Κασιδιάρης, 3 μέρες πριν συμπληρωθούν 13 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Επειδή η Ιστορία, όταν δεν έχει χιούμορ, έχει εκείνη την ενοχλητική συνήθεια να μας φτύνει τις συμπτώσεις στα μούτρα.
Και τώρα θα ακολουθήσει το γνωστό εθνικό πρόγραμμα πλύσης.
«Εξέτισε την ποινή του». «Έχει δικαιώματα». «Αποφάσισε η Δικαιοσύνη». «Δεν μπορούμε να τον κυνηγάμε για πάντα».
Σωστά. Μόνο που άλλο πράγμα η αποφυλάκιση ενός κρατουμένου και άλλο η πολιτική λεύκανση ενός καταδικασμένου διευθυντικού στελέχους εγκληματικής οργάνωσης.
Η πόρτα της φυλακής μπορεί να ανοίξει. Η πόρτα της λήθης δεν είναι υποχρεωτικό να ανοίξει μαζί της.
Η πόρτα ανοίγει 3 ημέρες πριν από τη μνήμη
Ο Κασιδιάρης καταδικάστηκε σε κάθειρξη 13 ετών για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή κι αποφυλακίζεται έπειτα από σχεδόν 7 χρόνια πραγματικού εγκλεισμού. Αυτά είναι τα δεδομένα.
Ούτε 13 χρόνια έμεινε πίσω από τα κάγκελα, ούτε αθωώθηκε, ούτε ανακαλύψαμε ξαφνικά ότι η Χρυσή Αυγή ήταν κάποια αυστηρή λέσχη προσκόπων που παρεξηγήθηκε.
Η αποφυλάκιση γίνεται με τη λήξη της ποινής όπως αυτή υπολογίστηκε βάσει του σωφρονιστικού πλαισίου. Δεν είναι χάρη. Δεν είναι αθώωση. Δεν είναι πιστοποιητικό δημοκρατικών φρονημάτων. Και σίγουρα δεν είναι πτυχίο πολιτικού σωφρονισμού.
Είναι το τέλος μιας ποινικής διαδρομής και, όπως όλα δείχνουν, η αρχή μιας νέας πολιτικής επιχείρησης.
Το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν 3 ημέρες πριν από την ημέρα μνήμης της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα δεν αλλάζει τη νομική διαδικασία. Αλλά αλλάζει το βάρος της εικόνας.
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 2013 ένας άνθρωπος έπεσε νεκρός από το μαχαίρι του Γιώργου Ρουπακιά. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 2026 ένας από τους ανθρώπους που καταδικάστηκαν για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης βγαίνει και προαναγγέλλει πολιτικές κινήσεις.
13 χρόνια δρόμος και βρισκόμαστε πάλι να εξηγούμε ότι οι δολοφόνοι δεν ήταν «αγανακτισμένοι πατριώτες», ότι τα τάγματα εφόδου δεν ήταν παρέες ανήσυχων νέων και ότι ο ναζισμός δεν είναι μια λίγο υπερβολική άποψη για το Μεταναστευτικό.
Η φυλακή μπορεί να του έδωσε εξιτήριο. Η Ιστορία δεν του έδωσε συγχωροχάρτι.
Ο Μαζωνάκης που δεν έκανε αντιφασισμό με φίλτρα
Μέσα στις ίδιες ημέρες έφυγε ο Γιώργος Μαζωνάκης. Κι ανάμεσα στα τραγούδια, στις πίστες, στις υπερβολές της νύχτας και στις ιστορίες που συνοδεύουν κάθε τόσο τον θάνατο ενός λαϊκού καλλιτέχνη, επέστρεψε και μια παλιότερη δήλωσή του.
Όταν ο Νότης Σφακιανάκης είχε ταχθεί υπέρ της Χρυσής Αυγής, ο Μαζωνάκης δεν ανακάλυψε τον βολικό δρόμο της καλλιτεχνικής ουδετερότητας.
Είπε ότι είχαν συνεργαστεί άψογα στο παρελθόν, αλλά μετά από εκείνες τις δηλώσεις πώς δεν θα δούλευε ξανά μαζί του. Απλό. Καθαρό. Χωρίς μανιφέστο 14 σελίδων. Χωρίς περισπούδαστες αναλύσεις για την ελευθερία της έκφρασης.
Χωρίς το αιώνιο «εγώ δεν συμφωνώ, αλλά είναι καλός επαγγελματίας».
Έχω περάσει αρκετές ώρες επιλέγοντας μουσική σε μπαρ για να ξέρω πόσο εύκολο είναι να κρυφτείς πίσω από το «εμείς εδώ διασκεδάζουμε». Να μη χαλάσεις το κλίμα.
Να μη δυσαρεστήσεις τον πελάτη. Να μην ανοίξεις πολιτική κουβέντα, γιατί «ο κόσμος βγήκε να ξεσκάσει». Λες κι ο φασίστας παύει να είναι φασίστας μόλις παραγγείλει ποτό.
Λες και η μουσική είναι αποστειρωμένο δωμάτιο και δεν κουβαλά ανθρώπους, ιδέες, αποκλεισμούς και μνήμες.
Ο Μαζωνάκης δεν ήταν επαγγελματίας αντιφασίστας. Δεν χρειαζόταν να είναι. Ήταν ένας καλλιτέχνης που, όταν ήρθε η στιγμή, έβαλε ένα όριο.
Ο αντιφασισμός δεν αρχίζει πάντα σε μια πορεία. Μερικές φορές αρχίζει από ένα απλό «μαζί σου δεν δουλεύω».
Ο «σωφρονισμένος» influencer και το εθνικό πλυντήριο
Τώρα θα μας παρουσιαστεί η νέα έκδοση του Κασιδιάρη. Κασιδιάρης 2.0. Λιγότερες μπότες, περισσότερα social media. Λιγότερο μαύρο μπλουζάκι, περισσότερο κοστούμι. Λιγότερη Χρυσή Αυγή, περισσότερη «πατριωτική αφύπνιση».
Το ίδιο προϊόν με οικολογική συσκευασία για να περνάει από το δημοκρατικό ταμείο.
Μόνο που ο Κασιδιάρης δεν εξαφανίστηκε πολιτικά όσο βρισκόταν στη φυλακή. Διατήρησε διαδικτυακή παρουσία, ακροατήριο και επιρροή, έδειξε ότι το σύγχρονο τάγμα εφόδου δεν χρειάζεται γραφεία και μηχανάκια.
Χρειάζεται έναν λογαριασμό, μερικά βίντεο, έναν αλγόριθμο πρόθυμο να ανταμείψει την οργή και αρκετούς χρήστες που μπερδεύουν το μίσος με την αντισυστημικότητα.
Ο ίδιος εμφανίζεται «ελεύθερος» και με «πλήρη πολιτικά δικαιώματα». Η πραγματικότητα είναι λιγότερο θριαμβευτική. Με βάση την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία και τη σχετική νομολογία, δεν μπορεί να ηγηθεί κόμματος ή να συμμετάσχει ως υποψήφιος έως τον Οκτώβριο του 2033.
Την τελική κρίση, όταν και εφόσον επιχειρήσει να κατέβει σε εκλογές, θα την έχει ο Άρειος Πάγος. Οι σημερινές νομικές εκτιμήσεις αποκλείουν και το ενδεχόμενο να εμφανίζεται ως υποκρυπτόμενος αρχηγός.
Θεωρητικά, λοιπόν, το δημοκρατικό φίλτρο λειτουργεί.
Πρακτικά, έχουμε ήδη δει πόσο εύκολα ένα φίλτρο γίνεται σουρωτήρι. Γιατί ο ναζισμός δεν αποκηρύχθηκε, δεν έγινε κάποια ιδεολογική τομή, δεν ακούσαμε μια ανάληψη ευθύνης για τον φόβο, τη βία, τις επιθέσεις, τα τάγματα και τους νεκρούς. Είδαμε μόνο αλλαγή επικοινωνιακής στρατηγικής.
Δεν αποσύρεται το προϊόν. Αλλάζει η συσκευασία.
Όταν η «επικινδυνότητα» μετριέται με δύο μέτρα
Κάπου εδώ εμφανίζεται η περίπτωση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Και χρειάζεται προσοχή, γιατί οι εύκολες συγκρίσεις συνήθως καταλήγουν να κάνουν εύκολη και την Ιστορία.
Ο καταδικασμένος για τη 17Ν Γιωτόπουλος αποφυλακίστηκε τον Μάιο του 2026, έχοντας περάσει περίπου 24 χρόνια στη φυλακή. Ήταν πλέον άνω των 80 ετών και 26 μέρες αργότερα, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το βούλευμα και εκείνος επέστρεψε στο κελί.
Το σκεπτικό εστίασε στο γεγονός ότι δεν είχε επιδείξει μεταμέλεια και σωφρονισμό, ούτε παρείχε τις αναγκαίες εγγυήσεις ομαλής κοινωνικής επανένταξης.
Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι νομικά ίδιες. Ο ένας κρίθηκε στο πλαίσιο αίτησης για υφ’ όρον απόλυση, ενώ ο άλλος αποφυλακίζεται με λήξη της ποινής του.
Οι πράξεις, οι καταδίκες και τα νομικά καθεστώτα διαφέρουν. Όποιος τα βάλει όλα στο ίδιο σακί δεν κάνει πολιτική ανάλυση. Κάνει λαϊκό δικαστήριο με Wi-Fi.
Υπάρχει, όμως, ένα πολιτικό ερώτημα που επιμένει.
Ο Γιωτόπουλος, στα 82 του και μετά από 24 χρόνια κράτησης, κρίθηκε ότι εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο επειδή δεν μετάνιωσε.
Ο Κασιδιάρης βγαίνει στα 46 του, με ενεργό πολιτικό δίκτυο, ίδια ρητορική μίσους, ψηφιακό ακροατήριο και φανερή πρόθεση να επιστρέψει στην πολιτική ζωή.
Ο νόμος μπορεί να ακολουθεί δύο διαφορετικές διαδρομές. Η εικόνα, όμως, φωνάζει. Και φωνάζει ακόμα δυνατότερα όταν η μεταμέλεια χρησιμοποιείται ως κεντρικό κριτήριο στη μία περίπτωση, ενώ στην άλλη η δημόσια αμετανοησία ετοιμάζεται να γίνει προεκλογικό υλικό.
Η Δικαιοσύνη μετρά ποινές. Η κοινωνία οφείλει να μετρά και τη δύναμη που περιμένει κάποιον έξω από το κελί.
Ο Δούρειος Ίππος φοράει γραβάτα
Δεν χρειάζεται ο Κασιδιάρης να κατέβει αυτοπροσώπως στις εκλογές για να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή. Το εγχειρίδιο υπάρχει ήδη και έχει δοκιμαστεί.
Το 2023 ο Άρειος Πάγος απέκλεισε το κόμμα «Έλληνες» από τις εκλογές. Λίγο αργότερα ο Κασιδιάρης στήριξε δημόσια τους «Σπαρτιάτες», οι οποίοι πήραν 4,64% και μπήκαν στη Βουλή.
Ακολούθησαν δικαστικές και πολιτικές περιπέτειες, ενώ το Εκλογοδικείο αναγνώρισε τον ρόλο του ως πραγματικού καθοδηγητή και ακύρωσε τρεις έδρες.
Το κόλπο είναι παλιό. Βάζεις άλλον πρόεδρο στη βιτρίνα, κρατάς τον πραγματικό αρχηγό στην αποθήκη και περιμένεις να περάσει ο θεσμικός έλεγχος. Μόλις σηκωθεί η μπάρα, ανοίγεις τις πόρτες και κατεβαίνουν οι κρυμμένοι επιβάτες.
Δημοκρατία Α.Ε. Το κατάστημα διαθέτει κάμερες ασφαλείας, αλλά η πίσω είσοδος μένει ξεκλείδωτη.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος της αποφυλάκιση κι όχι ότι ο Κασιδιάρης θα εμφανιστεί αύριο στην είσοδο της Βουλής και θα ζητήσει να του επιστραφεί το παλιό του γραφείο.
Αλλά ότι θα διαθέτει πλέον ελευθερία κινήσεων για να οργανώνει, να διαπραγματεύεται, να καθοδηγεί και να στήνει ένα νέο πολιτικό όχημα.
Το άλογο μπορεί να αλλάξει χρώμα. Αυτό που κουβαλά στην κοιλιά του μένει ίδιο.
Το τέρας δεν ζει μόνο στα υπόγεια
Θα ήταν βολικό να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα λέγεται Κασιδιάρης. Ένας άνθρωπος, ένα όνομα, μία πόρτα φυλακής. Την κλείνεις και καθάρισες.
Μόνο που ο Κασιδιάρης δεν δημιούργησε από το μηδέν όσα εκπροσώπησε. Βρήκε έτοιμο υλικό.
Το «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά». Το «καλά τους έκανε». Το «χρειαζόμαστε μια σοβαρή Χρυσή Αυγή». Τον γνωστό που θυμάται ότι «τουλάχιστον τότε φοβόντουσαν οι ξένοι».
Τον τηλεπαρουσιαστή που βαφτίζει τη ρητορική μίσους «αιρετική άποψη». Τον πολιτικό που λέει περίπου τα ίδια, αλλά με καλύτερο σακάκι και χωρίς τατουάζ.
Ο φασισμός δεν κατοικεί μόνο σε σκοτεινά γραφεία. Κάθεται δίπλα μας στο τραπέζι, χαζεύει στο κινητό, γράφει σχόλια κάτω από ειδήσεις για πνιγμένους πρόσφυγες και μετά παραγγέλνει άλλο ένα ποτό. Έχει οικογένεια, δουλειά, αγαπημένη ομάδα και άποψη για όλα. Κυρίως για το ποιοι άνθρωποι περισσεύουν.
Κι εμείς συχνά σωπαίνουμε. Για να μη χαλάσουμε την παρέα. Για να μην τσακωθούμε. Για να μην μπλέξουμε. Γιατί «δεν θα αλλάξει γνώμη».
Κάπως έτσι, όμως, η σιωπή μας γίνεται επιπλέον καρέκλα στο τραπέζι.
Ο φασισμός δεν επιστρέφει μόνο με πορείες και παραγγέλματα. Επιστρέφει κάθε φορά που χαμηλώνουμε τη φωνή για να μη χαλάσουμε το κλίμα.
Δεν επιστρέφει μόνος του
Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει επειδή ένας κρατούμενος αποφυλακίζεται σύμφωνα με τον νόμο. Κινδυνεύει όταν θεωρεί ότι ο νόμος αρκεί για να την προστατεύσει από ανθρώπους που έχουν μάθει να τον χρησιμοποιούν σαν καμουφλάζ.
Κινδυνεύει όταν τα μέσα ενημέρωσης μετατρέπουν έναν καταδικασμένο για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης σε πρωταγωνιστή πολιτικού comeback. Όταν τα κόμματα δανείζονται την ακροδεξιά γλώσσα για λίγες ψήφους.
Όταν η κοινωνία βαφτίζει τη λήθη «δημοκρατική ανοχή». Όταν θυμόμαστε τον Παύλο Φύσσα μόνο κάθε Σεπτέμβριο και ξεχνάμε γιατί δολοφονήθηκε όλες τις υπόλοιπες ημέρες.
Ο Μαζωνάκης, μέσα σε έναν χώρο όπου το «μην ανακατεύεις την τέχνη με την πολιτική» λειτουργεί συχνά σαν επαγγελματική ασφάλεια, είπε κάποτε ένα απλό όχι. Δεν έγινε ήρωας γι’ αυτό. Έκανε το αυτονόητο.
Το πρόβλημα είναι ότι φτάσαμε να μοιάζει ηρωικό το αυτονόητο.
Ο Κασιδιάρης δεν βγαίνει μόνος του από τη φυλακή. Τον συνοδεύουν τα τηλεοπτικά πλυντήρια, οι διαδικτυακοί θαυμαστές, οι πολιτικοί ψίθυροι και η κοντή μας μνήμη.
Το φίδι δεν γύρισε. Εμείς κρατήσαμε ζεστή τη φωλιά.
Κι αν ξαναμπεί στη Βουλή μέσα στην κοιλιά κάποιου καινούργιου Δούρειου Ίππου, δεν θα μπορούμε αυτή τη φορά να πούμε ότι δεν ακούσαμε τα πέταλα.
Διαβάστε επίσης:
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια