Η επίθεση στα Εξάρχεια: Ένας αναρχικός πρόσφυγας στην Αθήνα

Ξημερώματα της 25ης Αυγούστου, ο εικοσιοχτάχρονος Ραφί από την Καμπούλ, πετάχτηκε από το κρεβάτι του στο άκουσμα θορύβων από την ελληνική αστυνομία που προσπαθούσε να εισβάλει στο κατειλημμένο κτίριο της Σπύρου Τρικούπη. 

Μετάφραση: Βίλυ Μυλωνά 22/01/2020 | 16:03

Ο Ραφί εργαζόταν ως διερμηνέας του Αμερικανικού στρατού, όταν το 2015 πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα του και να διασχίσει το Ιράν, την Τουρκία και το Αιγαίο Πέλαγος, για να βρεθεί τελικά στα Εξάρχεια, όπου πρόσφυγες και αλληλέγγυοι μετέτρεπαν εγκαταλελειμμένα κτίρια σε αυτό-οργανωμένα καταφύγια στέγης. Για 2,5 χρόνια, ο Ραφί ζούσε «σαν οικογένεια», όπως ο ίδιος λέει, μαζί με άλλα ενενήντα άτομα από διαφορετικές χώρες του κόσμου.

Εκείνο το πρωί, ο Ραφί κοιτούσε έξω από το παράθυρό του. Η αστυνομία είχε κλείσει και τις δύο πλευρές του δρόμου. Έπειτα, κάθισε ήρεμος στο κρεβάτι του και συνέχισε να ακούει τον ήχο του αλυσοπρίονου πάνω στην κλειδαριά. Μετά από μερικά λεπτά, άνδρες της αστυνομίας, φορώντας μαύρα και έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους, εισέβαλαν στον κτίριο. Ο Ραφί θυμάται τη στιγμή που εισέβαλαν και στο δωμάτιό του, όπου και τον σημάδεψαν με το όπλο στο κεφάλι. Η αστυνομία μάζεψε τους κατοίκους του κτιρίου σε ένα πούλμαν και τους οδήγησε στα κεντρικά της αστυνομίας. Στη ΓΑΔΑ, ενώ οι οικογένειες περίμεναν ώρες χωρίς φαγητό, οι αστυνομικοί απαιτούσαν χρήματα για ένα μπουκαλάκι νερό. Ο Ραφί, αναπαριστώντας τις φωνές των αστυνομικών, μου λέει: «Όταν τους ρωτήσαμε να μας εξηγήσουν τι ακριβώς συμβαίνει, εκείνοι μας φώναζαν, «μη μιλάτε! Καθίστε όλοι κάτω!». Μετά από μερικές μέρες, μεταφέρθηκαν όλοι σε camps ανά την Ελλάδα.

Ο Ραφί περίμενε πως αυτή η μέρα κάποια στιγμή θα ερχόταν, ήδη από τον Ιούνιο του 2019, όταν ο Κώστας Μπακογιάννης εξελέγη δήμαρχος Αθηναίων. Ο νέος δήμαρχος, είχε υποσχεθεί προεκλογικά ότι θα επιβάλει το δόγμα «τάξη και ασφάλεια» στην περιοχή των Εξαρχείων, ενώ λίγο μετά την εκλογή του ανακοίνωσε ένα πενταετές σχέδιο καταστολής με προϋπολογισμό δέκα εκατ. ευρώ. Παραδοσιακά, η περιοχή των Εξαρχείων ήταν περικυκλωμένη από αστυνομικές δυνάμεις, αλλά η διοίκηση της νέας δημαρχίας πήγε ένα βήμα παραπέρα. Τοποθέτησε αστυνομικούς σε κεντρικούς δρόμους εντός της γειτονιάς και έστειλε συνεργία του Δήμου περιφρουρούμενα από την αστυνομία, να κατεβάσουν τα πανό που ήταν τοποθετημένα στην πλατεία, να σβήσουν τα γκράφιτι και να φυτέψουν μικρούς θάμνους. Στη συνέχεια, ακολούθησαν και άλλες επιδρομές από την αστυνομία. φίλοι μού είπαν για τον ξυλοδαρμό ενός άνδρα που εργαζόταν βράδυ στην περιοχή και για την εισβολή στο Κ*ΒΟΞ, έναν κατειλημμένο κοινωνικό χώρο, όπου έσπασαν τα παράθυρα και γέμισαν το εσωτερικό με δακρυγόνα, ενώ μέσα βρισκόταν κόσμος.

Η κατάληψη της Σπύρου Τρικούπη ήταν το πρώτο κτίριο στο οποίο εισέβαλε η αστυνομία. Τους επόμενους δύο μήνες, εκκενώθηκαν επτά ακόμα καταλήψεις στέγης κοντά ή μέσα στα Εξάρχεια. Οι λεπτομέρειες της εκκένωσης, όπως τις περιέγραψε ο Ραφί, επαναλαμβάνονται: εισβολές τα χαράματα, σπασμένες πόρτες, απειλές με όπλα, λεηλατημένα δωμάτια, οικογένειες να συγκεντρώνονται σε πούλμαν και να μεταφέρονται είτε σε κέντρα κράτησης είτε σε απομακρυσμένα camps.

Η έξαρση των αντι-μεταναστευτικών πολιτικών στην Αθήνα, ήρθε ως συνέχεια των πολιτικών λιτότητας της τελευταίας δεκαετίας που επέβαλαν οι ελληνικές κυβερνήσεις μαζί με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Στις εκλογές του 2015, ψηφίστηκε το κεντροαριστερό κόμμα του Σύριζα, το οποίο είχε υποσχεθεί να σταματήσει τη λιτότητα και να σταθεί απέναντι στις επιταγές της Ε.Ε. Παρά τις εξαγγελίες, ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να εφαρμόσει όσα προεκλογικά είχε υποσχεθεί. Την ίδια περίοδο, πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες και πρόσφυγες έφθαναν με βάρκες και φουσκωτά στις παραλίες των ελληνικών νησιών. Σήμερα, περίπου εβδομήντα χιλιάδες πρόσφυγες παραμένουν στη χώρα. Ένα μήνα μετά τη νίκη του Μπακογιάννη στην Αθήνα, η Νέα Δημοκρατία κυριάρχησε στις εθνικές εκλογές του 2019, μετά από μια σειρά απλών υποσχέσεων: να καθορίσει την οικονομία, να επαναφέρει το νόμο και την τάξη και να σταματήσει τις αφίξεις προσφύγων. Ο νέος πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης (θείος του Μπακογιάννη), δεσμεύθηκε να απελάσει δέκα χιλιάδες ανθρώπους μέχρι τα τέλη του 2020. Την πρώτη εβδομάδα λειτουργίας του, ο Μητσοτάκης απαγόρευσε στους μετανάστες να λαμβάνουν αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης και συγχώνευσε το Υπουργείο Μετανάστευσης με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στην Ελλάδα, το κόμμα αποτελούσε άμεση απειλή. «Όταν ήρθε στην εξουσία η Νέα Δημοκρατία, ήθελαν να διαχωρίσουν τους ανθρώπους», μου είπε ο Ραφί. «Έσπασαν την κοινότητά μας.»

Στην Αθήνα, η γειτονιά των Εξαρχείων είναι συνώνυμη με την αλληλεγγύη. Για σχεδόν έναν αιώνα, καλλιτέχνες, συγγραφείς και πολιτικοί ακτιβιστές έχουν χτίσει στην περιοχή μια κοινότητα. Το 1941, το ΕΑΜ πολέμησε ενάντια στους ναζί από την οδό Μαυρομιχάλη. Το 1944, οι ίδιοι μαχητές αντάλλαξαν σφαίρες με τον Βρετανικό στρατό κατά τα αιματηρά επεισόδια των Δεκεμβριανών, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο προσπάθησε να καταπνίξει την άνοδο του κομμουνισμού στην ελεύθερη, πια, Ελλάδα. Το 1973, η εξέγερση του Πολυτεχνείου καθόρισε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το 2008, δολοφονήθηκε από αστυνομικό στη συμβολή των οδών Τζαβέλα και Μεσολογγίου, ο 16χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος και έκτοτε, κάθε χρόνο, τιμάται η μνήμη του με διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομοκρατία. 

Σήμερα, στα Εξάρχεια υπάρχουν από καταλήψεις στέγης, καφέ και βιβλιοπωλεία μέχρι αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα όπως το πάρκο στην οδό Ναυρίνου, όπου κάτοικοι της γειτονιάς μετέτρεψαν ένα εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ σε χώρο πρασίνου και το Στέκι Μεταναστών, έναν κοινωνικό χώρο που λειτουργεί εδώ και είκοσι χρόνια με πρωτοβουλία αριστερών οργανώσεων και μεταναστών. Επειδή η αστυνομία σπάνια εμφανιζόταν πέρα των περιχώρων των Εξαρχείων και οι αντιφασιστικές ομάδες κατέστησαν τη γειτονιά μια ζώνη χωρίς όπου μέλη της Χρυσής Αυγής δεν μπορούσαν να εμφανιστούν, οι δρόμοι των Εξαρχείων υπήρξαν μια όαση για τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Μετά τη μαζική έλευση προσφύγων το 2015, ομάδες αναρχικών και αυτόνομων μαζί με μετανάστες ακτιβιστές, οργανώθηκαν με στόχο να προσφέρουν προσωρινή στέγαση σε πρόσφυγες που περίμεναν να μεταφερθούν, με τη βοήθεια διακινητών, σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Γερμανία. Μέσα στα επόμενα χρόνια, εκατοντάδες πρόσφυγες έμειναν σε καταλήψεις στέγης και έζησαν στη γειτονιά. Βαλίντ, ένας πρόσφυγας από το Αφγανιστάν, μου είπε, «τα Εξάρχεια είναι ένα εξαιρετικό μέρος. Είναι ειρηνικά και ήρεμα εδώ για εμένα. Δεν υπάρχει κανείς για να με συλλάβει.» 

Τα τελευταία χρόνια, έμποροι ναρκωτικών εκμεταλλεύτηκαν αυτή την ελευθερία. Η διακίνηση ενορχηστρωνόταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά ο τελευταίος τροχός της αμάξης ήταν κατά κύριο λόγο φτωχοί άνδρες από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή που αναλάμβαναν τη διακίνηση στην Πλατεία Εξαρχείων. Έκσταση, μαριχουάνα και κοκαΐνη πωλούνταν σε Ευρωπαίους τουρίστες από νευρικούς νέους με περίτεχνα χτενίσματα. Όταν έμεινα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην πλατεία, τα περισσότερα βράδια ξυπνούσα από τους διαπληκτισμούς αντίπαλων συμμοριών. Τα συστημικά ΜΜΕ επέλεγαν να συγχέουν τις δράσεις των αναρχικών ομάδων και των προσφύγων με εκείνες των διακινητών ναρκωτικών, σε μια προσπάθεια εκφυλισμού της περιοχής. Λίγο μετά την εκκένωση της Σπύρου Τρικούπη, ένα άρθρο στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, περιέγραψε τις εφόδους στις καταλήψεις και τις επιδρομές ενάντια στις μαφίες ναρκωτικών ως ένα ενιαίο σχέδιο για την «αντιμετώπιση φαινομένων παραβατικότητας και διακίνησης ναρκωτικών.»

Πρώτη φορά επισκέφθηκα τα Εξάρχεια το 2012, για τις ανάγκες ενός βιβλίου σχετικά με τα κινήματα που είχαν δημιουργηθεί ως απάντηση στα μέτρα λιτότητας που επέβαλε η οικονομική κρίση και από τότε συνέχισα να γυρίζω πίσω. Η γειτονιά είχε ήδη μπει μέσα στην καρδιά μου. Φυσικά, είναι εύκολο να εξιδανικεύει κανείς μια πλουραλιστική νησίδα με αταίριαστα παιχνίδια, τοίχους κτιρίων της γεμάτους ζωγραφιές και πάγκους με τσιγάρα που πουλούσαν ταυτόχρονα βιβλία της Angela Davis μεταφρασμένα στα ελληνικά. Αλλά τα Εξάρχεια, έμοιαζαν με ένα μέρος όπου οι άνθρωποι είχαν εφεύρει τρόπους να ζουν μαζί, περιφρονώντας όσους ήταν εναντίον τους. Ένα βράδυ, βρέθηκα μαζί με έναν Αφγανό ακτιβιστή, τον Νασίμ Λομανί, να τοποθετούμε στους τοίχους της γειτονιάς, ποιήματα ενός Πορτορικανού ποιητή. Ένα άλλο απόγευμα, μετά από μία αντι-συγκέντρωση ενάντια σε ένα εθνικιστικό συλλαλητήριο, περπατούσα πίσω στα Εξάρχεια μαζί με έναν φίλο. Λίγα τετράγωνα παραπέρα, διαδηλωτές συγκρούονταν με την αστυνομία και τα μάτια μας άρχισαν να τσούζουν από τη ρίψη δακρυγόνων. Οι συγκρούσεις ολοένα και μας πλησίαζαν. Οι αστυνομικές δυνάμεις έτρεξαν προς το μέρος μας. Κομμάτια από το οδόστρωμα πετούσαν από πάνω μας. Μετά από λίγο, τα εστιατόρια άνοιξαν ξανά και η κίνηση στη γειτονιά συνεχίστηκε κανονικά. 

Όταν το 2016, ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκλεισαν τα σύνορά τους, πρόσφυγες που ήλπιζαν να φτάσουν στο Βερολίνο ή στη Στοκχόλμη ή στο Λονδίνο, εγκλωβίστηκαν στην Αθήνα. Έτσι, οι καταλήψεις έγιναν κάτι παραπάνω από ένα προσωρινό κατάλυμα. αντιπροσώπευαν πλέον το πρώτο μέρος μετά από χρόνια, όπου ένιωθαν μια σταθερότητα. Τα προσφυγόπουλα πήγαν στα σχολεία και οι γονείς τους άρχισαν να δουλεύουν, να ψωνίζουν και να κοινωνικοποιούνται μέσα στη γειτονιά. Μια μέρα, ζωγράφισα παιδιά που έμεναν στο σχολείο Τζασμίν, μια κατάληψη κοντά στα Εξάρχεια η οποία εκκενώθηκε στο τελευταίο κύμα εφόδων της αστυνομίας. Το κτίριο, αρχιτεκτονικής Beaux-Art, ήταν σε κακή κατάσταση, χωρίς ρεύμα ή νερό, όπου όμως εθελοντές είχαν φροντίσει με την παροχή φαγητού, ρούχων και φαρμάκων, ενώ οι κάτοικοι μαγείρευαν συλλογικά υπό τους ήχους της Λιβανέζας τραγουδίστριας Φειρούζ. Στη Σπύρου Τρικούπη, υπήρχε ένα μπαρ, μια βιβλιοθήκη, μαθήματα για παιδιά και κάθε εβδομάδα γινόταν και μια διαχειριστική συνέλευση. Ένας ακτιβιστής μου είχε πει, «Ενενήντα άνθρωποι χτίζουν μια κοινή ζωή, σε μια κοινότητα που είναι ζωντανή. Μέρα με τη μέρα γινόμαστε καλύτεροι, μαθαίνοντας από τα λάθη μας.»

Ο Βαλίντ, απόφοιτος Νομικής από την Καμπούλ, έμεινε σχεδόν δύο χρόνια στην Τρικούπη και μιλάει για αυτές τις μέρες με μια αίσθηση απώλειας. Ο Βαλίντ, μαζί με την οικογένειά του, έμεναν ήδη δέκα ημέρες στο δρόμο όταν ένας φίλος του τον ενημέρωσε για την κατάληψη Τρικούπη. Αμέσως μετά την εγκατάστασή τους, η προσαρμογή σε ένα αυτοοργανομένο περιβάλλον χωρίς αφεντικά, ήταν εύκολη. Όπως μου είπε, « (η Τρικούπη) ήταν σαν ένα χωριό, αλλά με διαφορετικές εθνικότητες». Κάθε εβδομάδα γινόντουσαν συνελεύσεις διαχείρισης και οι κάτοικοί της δεσμεύονταν για την καθαριότητα και τη συντήρηση του κτιρίου. «Έμαθα πολλά πράγματα όσο αφορά το πώς να συμβιώνουμε όλοι μαζί και να αλληλοβοηθιόμαστε. Είχαμε κανόνες: όχι στον σεξισμό, τον ρατσισμό, τον φασισμό και ενάντια σε κάθε μορφής βία», μου περιέγραψε ο Βαλίντ. Όταν άκουσε τις αστυνομικές δυνάμεις έξω από την κατάληψη, ήξερε ότι πρέπει να τρέξει. Φυγάδευσε μία ομάδα κοριτσιών από την Ερυθραία, σε ένα διπλανό μπαλκόνι, όπου και παρέμειναν για ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. «Κατέστρεψαν τα πάντα και έδειξαν τα βίντεο στα μέσα ενημέρωσης. Τα ΜΜΕ παρουσίαζαν τους πρόσφυγες ως υποχείρια των αναρχικών, οι οποίοι μας τοποθετούσαν σε βρώμικα και ακατάλληλα μέρη. Αυτό δεν είναι αλήθεια!». Μετά την εκκένωση, ο Βαλίντ, δεν είχε τίποτα άλλο πέρα από τα ρούχα που φορούσε εκείνη την ώρα. Έκτοτε μένει σε σπίτια φίλων, μαζί με άλλους πρόσφυγες που διέφυγαν της επιδρομής. Στα social media, αναρτήθηκαν φωτογραφίες μέσα από το camp της Κορίνθου, όπου μεταφέρθηκαν πρώην κάτοικοι της Τρικούπη, μέσα σε σκηνές γεμάτες λάσπες. Όπως μου είπε ο Βαλίντ, «Οι φίλοι μου στα camps νοσταλγούν τις στιγμές στην κατάληψη. Θέλουμε να γυρίσουμε πίσω.»

Όσο δύσκολες και να είναι οι συνθήκες σε αυτούς τους καταυλισμούς, η κατάσταση στα νησιά είναι ακόμα χειρότερη. Αυτά τα μέρη ονομάζονται «hot spots» και προορίζονταν να είναι προσωρινά κέντρα υποδοχής προσφύγων, αλλά οι άνθρωποι που μένουν πια εκεί έχουν υπερβεί κατά πολύ την χωρητικότητα αυτών των δομών, δημιουργώντας απελπιστικές συνθήκες για τους διαμένοντες. Ένα βράδυ συνάντησα μια δημοσιογράφο που ονομάζεται Άννα, η οποία συμμετέχει στις ομάδες αλληλεγγύης των Εξαρχείων και που πρόσφατα επέστρεψε από την Μόρια. Από το τηλέφωνό της, μου έδειξε φωτογραφίες που είχε τραβήξει  από γυναίκες πρόσφυγες που ζούσαν σε κατεστραμμένα, από τη φωτιά, καταλύματα και από ένα μικρό Αφγανό αγόρι κρυμμένο σε ένα κουτί, τη μόνη διασκέδαση που ήταν διαθέσιμη για αυτόν. Ένα μήνα νωρίτερα, στην Μόρια, ένα άλλο παιδί που έπαιζε σε ένα κουτί είχε χτυπηθεί από ένα φορτηγό με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του. «Παίρνουν ανθρώπους από καταλήψεις επειδή λένε ότι δεν είναι ασφαλείς. Αυτό είναι παράλογο!» μου είπε η Άννα. Την 1η Νοεμβρίου, το ελληνικό κοινοβούλιο ψήφισε νέα νομοθεσία που επιβάλλει κυρώσεις στους αιτούντες άσυλο για έξοδο από τα στρατόπεδα. Εάν ένας πρόσφυγας έζησε σε μια κατάληψη ή ακόμα και αν νοικιάζει ένα διαμέρισμα χωρίς την κυβερνητική άδεια, θα απορρίπτεται η αίτησή του για άσυλο.

Παρά την αίσθηση της πολιορκίας, τα Εξάρχεια εξακολουθούν να έχουν την όψη μιας μαγευτικά όμορφης περιοχής, ειδικά μετά το βράδυ, όπου τα φώτα των δρόμων μοιάζουν χρυσαφένια πάνω στα σπασμένα πεζοδρόμια και η μουσική κατακλύζει την πλατεία. Μπορεί ακόμα κανείς να πάρει δωρεάν ιατρική περίθαλψη και δωρεάν αντιφασιστική βιβλιογραφία, στα αραβικά ή στα ελληνικά. Σε έναν κατειλημμένο κτίριο, ένα συγκρότημα, λίγο πριν ξεσηκώσει το κοινό με τις μουσικές του, αφιέρωσαν τα τραγούδια τους στους αγωνιστές της Ροζάβα, την Κουρδική λωρίδα γης στο Βόρειο κομμάτι της Συρίας, το οποίο κυβερνάται από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις. Μερικοί από το κοινό έχουν πολεμήσει στη Ροζάβα, ενάντια στις δυνάμεις του ISIS. Τώρα είναι η σειρά της Τουρκίας να εισβάλει στην περιοχή. Ο τραγουδιστής φώναξε: «Η ελευθερία είναι στο μυαλό μας!» και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα.

Από τη Νέα Υόρκη έως το Βερολίνο, ο εξευγενισμός των πόλεων, τις καταναλώνει και κάθε ομορφιά που παράγει κάθε γειτονιά είναι  ένας προάγγελος της ολοκληρωτικής καταστροφής της. Προσπαθώντας να ενισχύσει τις χαμηλές τιμές των ακινήτων, μετά από χρόνια οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα άρχισε να χορηγεί τη λεγόμενη χρυσή visa, μια πενταετή άδεια διαμονής στην ΕΕ έναντι επενδύσεων των 200 χιλιάδων ευρώ σε ακίνητα. Η παγκόσμια ελίτ έστρεψε αμέσως το βλέμμα. Κινέζοι επενδυτές αγόρασαν ολόκληρα κτίρια. Ένας επενδυτής, αγόρασε εκατό διαμερίσματα μόνο στα Εξάρχεια. Πολλά από αυτά τα διαμερίσματα μετατράπηκαν σε AirBnb (η πλατφόρμα διαθέτει παραπάνω από 300 διαμερίσματα στα Εξάρχεια), γεγονός που ανέβασε τις τιμές των ενοικίων και απέκλεισε τους, μέχρι πρότινος, κατοίκους. Όπως μου είπε η Άννα, «Θέλουν την εξευγενισμό για να προωθήσουν τα Εξάρχεια ως ιστορική γειτονιά, καταστρέφοντας την ιστορία των καλλιτεχνών, των αγώνων, των διανοουμένων και των αναρχικών. Θέλουν να κάνουν ό, τι έγινε και στο Βερολίνο, να πουλήσουν το παρελθόν της γειτονιάς, σκοτώνοντας την ταυτότητά της.» Την τελευταία δεκαετία, τα ενοίκια του Βερολίνου αυξήθηκαν περισσότερο από εκατό τοις εκατό, και για τους Αθηναίους, όπως η Άννα, το παράδειγμα του Βερολίνου είναι μια προειδοποίηση. Μια ζωγραφιά στον τοίχο, προειδοποιεί: «Έξω οι τουρίστες (ή τουρίστες γαμηθείτε). Πρόσφυγες ευπρόσδεκτοι.». Και οι πρόσφυγες αλλά και οι αναρχικοί δεν θα ταιριάζουν στην πόλη που έχουν ονειρευτεί οι πλούσιοι του κόσμου. Σε μια πόλη από καθαρά και καλογυαλισμένα κτίρια, όπου το κεφάλαιο θα μπορεί να κυριαρχεί χωρίς αντιστάσεις και τριβές.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, η αστυνομία επιτέθηκε επανειλημμένα στην πλατεία Εξαρχείων με δακρυγόνα και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης. Μερικές φορές το πρόσχημα ήταν κάποια διαδήλωση. Άλλες φορές, ήταν μια επίθεση αναρχικών στην αστυνομία. Ένα από τα βράδια των επιθέσεων, η αστυνομία εγκλωβίζει κατοίκους μέσα σε ένα καφέ για ώρες. Στις 17 Νοεμβρίου, μετά από την πορεία για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τα κοινωνικά μέσα που φωτίστηκαν με φωτογραφίες διαδηλωτών έμειναν αιματηρές από την αστυνομική βία. Τρεις μέρες αργότερα, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εξέδωσε ένα τελεσίγραφο: οι καταληψίες είχαν δεκαπέντε ημέρες για να εκκενώσουν κάθε χώρο. Μέχρι τα τέλη του Δεκέμβρη, παρέμειναν μόνο λίγες καταλήψεις, οι τελευταίοι επιζώντες ενός δικτύου που κάποτε προσέφερε σπίτι σε χιλιάδες πρόσφυγες.

Σκέφτομαι τα λόγια ενός ακτιβιστή από τα Εξάρχεια, όταν τον ρώτησα αν πιστεύει ότι η κυβέρνηση θα καταφέρει τελικά να αλλάξει συθέμελα τη γειτονιά. «Τα Εξάρχεια δεν είναι απλά ένα μέρος», μου απάντησε. «Ο χώρος χωρίς τους ανθρώπους δεν σημαίνει τίποτα. Δεν με νοιάζει αν χαθούν τα Εξάρχεια. Αυτό που με νοιάζει είναι αν θα χαθούν οι άνθρωποι.»

* Το άρθρο «The Attack on Exarchia, an Anarchist Refuge in Athens» της Molly Crabapple δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Yorker

** Η Βίλυ Μυλωνά είναι Μηχανικός Πολεοδομίας και Χωροταξίας και Υποψήφια Διδάκτωρ στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.