Ίσως δεν υπάρχει πιο κατάλληλος τρόπος για να τιμήσει κανείς την ελευθερία του Τύπου απ’το να μιλήσει για τους εκατοντάδες δολοφονημένους δημοσιογράφους απ’τον στρατό του Ισραήλ.
Η τελευταία ανατριχιαστική περίπτωση που πήρε μεγάλες διαστάσεις ήταν αυτή της Αμάλ Χαλίλ και όσα συνέβησαν είναι τόσο χαρακτηριστικά που αξίζει κανείς να τα εξετάσει σε βάθος.
Η δολοφονία της Λιβανέζας δημοσιογράφου Αμάλ Χαλίλ από ισραηλινό πλήγμα στον νότιο Λίβανο προκάλεσε διεθνή κατακραυγή και επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της ασφάλειας των δημοσιογράφων σε εμπόλεμες ζώνες, ιδίως σε περιοχές όπου επιχειρεί ο ισραηλινός στρατός.

Η Χαλίλ, έμπειρη ρεπόρτερ της εφημερίδας Al-Akhbar, σκοτώθηκε στις 22 Απριλίου 2026, ενώ κάλυπτε τις συνέπειες ισραηλινών επιθέσεων κοντά στο χωριό Αλ-Τίρι, παρά την εύθραυστη εκεχειρία που είχε τεθεί σε ισχύ μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ/Λιβάνου.
Είναι η ένατη δημοσιογράφος που σκοτώνεται στον Λίβανο από ισραηλινά πλήγματα μέσα στο 2026. Σύμφωνα με την Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists), από τις 7 Οκτωβρίου 2023 το Ισραήλ έχει σκοτώσει 260 δημοσιογράφους και εργαζόμενους στα ΜΜΕ σε Γάζα, Λίβανο, Υεμένη και Ιράν.
Σύμφωνα με τις έως τώρα αναφορές, η Χαλίλ και η φωτογράφος Ζεϊνάμπ Φαράζ βρίσκονταν σε δημοσιογραφική αποστολή όταν ισραηλινό πλήγμα χτύπησε αυτοκίνητο κοντά τους, σκοτώνοντας δύο ανθρώπους. Οι δύο γυναίκες αναζήτησαν καταφύγιο σε κοντινό κτίριο, το οποίο στη συνέχεια χτυπήθηκε επίσης από ισραηλινό πλήγμα.
Η Φαράζ διασώθηκε τραυματισμένη, με σοβαρό τραύμα στο κεφάλι, όμως η Χαλίλ παρέμεινε παγιδευμένη κάτω από τα ερείπια για ώρες. Σύμφωνα με συναδέλφους τους, οι δύο γυναίκες έφεραν προστατευτικό εξοπλισμό με εμφανή διακριτικά Τύπου, στοιχείο που εντείνει τα ερωτήματα για το κατά πόσο η δημοσιογραφική τους ιδιότητα ήταν γνωστή ή αναγνωρίσιμη από τις ισραηλινές δυνάμεις.
Το πιο σοβαρό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι η δημοσιογράφος δεν σκοτώθηκε απλώς σε ένα πλήγμα, αλλά φέρεται να παρέμεινε παγιδευμένη ενώ υπήρχαν προσπάθειες διάσωσης.
Δημοσιογραφικές οργανώσεις και λιβανέζικες αρχές αναφέρουν ότι διασώστες και ασθενοφόρα εμποδίστηκαν να φτάσουν στο σημείο, με αναφορές για πυρά, χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και συνεχιζόμενο βομβαρδισμό.
Η οικογένειά της, οι συντάκτες της και ακόμη και η προεδρία του Λιβάνου φέρονται να επιχείρησαν να παρέμβουν ώστε να επιτραπεί η διάσωσή της, καθώς η Χαλίλ παρέμενε παγιδευμένη κάτω από τα ερείπια. Παρά τις εκκλήσεις, το Ισραήλ δεν επέτρεψε τη διέλευση και η σορός της ανασύρθηκε αρκετές ώρες αργότερα.
Το Reuters και το Associated Press μεταδίδουν ότι το Ισραήλ αρνείται πως στόχευσε δημοσιογράφους ή ότι παρεμπόδισε τη διάσωση, υποστηρίζοντας ότι το περιστατικό ερευνάται και ότι στόχος ήταν οχήματα που σχετίζονταν με τη Χεζμπολάχ.

Ο Guardian σημειώνει ότι προηγούμενες ισραηλινές «έρευνες» σπάνια, έχουν οδηγήσει σε απόδοση ευθυνών στις ισραηλινές δυνάμεις, σημειώνοντας μάλιστα ότι αυτό μπορεί να μην έχει συμβεί και ποτέ. Σε συνέντευξή του στο BBC, σύμβουλος του Μπενιαμίν Νετανιάχου επέμεινε ότι το Ισραήλ δεν στοχοποιεί αμάχους ή δημοσιογράφους, χωρίς όμως να δώσει πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί έχουν σκοτωθεί τόσοι εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης.
Η υπόθεση έχει περιγραφεί από λιβανέζικες αρχές, διεθνή μέσα και οργανώσεις Τύπου ως «double-tap» επίθεση: ένα αρχικό πλήγμα και στη συνέχεια δεύτερο χτύπημα στο σημείο όπου είχαν καταφύγει οι δημοσιογράφοι.
Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων ζήτησε επείγουσα διεθνή έρευνα, τονίζοντας ότι η επαναλαμβανόμενη επίθεση στο ίδιο σημείο, η στόχευση χώρου όπου βρίσκονταν δημοσιογράφοι και η παρεμπόδιση πρόσβασης σε ιατρική βοήθεια συνιστούν σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα ανέφεραν επίσης ότι είχαν ζητήσει από τον ισραηλινό στρατό να επιτρέψει στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης να προσεγγίσουν τη δημοσιογράφο.
Η κυβέρνηση του Λιβάνου αντέδρασε σε υψηλούς τόνους. Ο πρόεδρος Ζοζέφ Αούν κατηγόρησε το Ισραήλ για «σκόπιμη και συνεχή στοχοποίηση δημοσιογράφων», με στόχο, όπως είπε, την απόκρυψη της αλήθειας για τις επιθέσεις στον Λίβανο.
Ο πρωθυπουργός Ναουάφ Σαλάμ χαρακτήρισε τη δολοφονία της Χαλίλ έγκλημα πολέμου και δήλωσε ότι ο Λίβανος θα κινηθεί σε διεθνές επίπεδο.
Η Χαλίλ δεν ήταν μια τυχαία δημοσιογράφος. Γεννημένη το 1984 στην Μπαϊσαρίγια, στον νότιο Λίβανο, μεγάλωσε στη σκιά της ισραηλινής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου.
Εντάχθηκε στην Al-Akhbar το 2006 και σύντομα βρέθηκε να καλύπτει τον πόλεμο του Ισραήλ στον Λίβανο, μετατοπίζοντας το ρεπορτάζ της από κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα στις ιστορίες εκτοπισμένων, βομβαρδισμένων κοινοτήτων και κατοίκων του νότου. Με τα χρόνια έγινε μία από τις βασικές φωνές του ρεπορτάζ για περιοχές όπως η Τύρος/Σούρ, η Μπιντ Τζμπέιλ και η Ναμπάτιε.

Συνάδελφοι και φίλοι της την περιέγραφαν ως «βασίλισσα του Νότου», μια δημοσιογράφο που πήγαινε από χωριό σε χωριό για να καταγράψει τις εμπειρίες των κατοίκων. Η ίδια είχε πει σε προηγούμενη συνέντευξή της ότι δεν ήθελε να γίνει η ίδια η ιστορία, αλλά να αφηγείται τις ιστορίες των ανθρώπων.
Η Χαλίλ είχε μιλήσει δημόσια για απειλές που δεχόταν πριν από τη δολοφονία της. Το 2024 είχε δηλώσει σε τοπικά μέσα ότι είχε λάβει μήνυμα από ισραηλινό αριθμό τηλεφώνου, το οποίο την προειδοποιούσε να φύγει από τον νότιο Λίβανο, απειλώντας τόσο την ίδια όσο και το σπίτι της.
Σύμφωνα με την ίδια, το μήνυμα περιείχε στοιχεία για τις πρόσφατες μετακινήσεις της και άφηνε να εννοηθεί ότι οι αποστολείς γνώριζαν πού βρισκόταν και μπορούσαν να τη βρουν. Δεν έχει επιβεβαιωθεί μέσω ανεξάρτητης έρευνας ποιος ακριβώς έστειλε το μήνυμα.
Τη διάσταση των απειλών ενίσχυσαν και μεταγενέστερες μαρτυρίες. Η τραυματισμένη συνάδελφός της Ζεϊνάμπ Φαράζ είπε στο Associated Press ότι η Χαλίλ είχε μιλήσει δημόσια για απειλητικά μηνύματα από ισραηλινό αριθμό κατά την κάλυψη του προηγούμενου πολέμου Ισραήλ-Χεζμπολάχ.
Στο Democracy Now, η Σάρα Κούντα της CPJ ανέφερε ότι δημοσιογράφοι και η Ένωση Δημοσιογράφων στον Λίβανο γνώριζαν τις απειλές και είχαν δει τα σχετικά μηνύματα.
Λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό της, ο Αβιχάι Αντραΐ, εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού, αναδημοσίευσε στο X βίντεο της Al-Akhbar που έδειχνε τη Χαλίλ να διασώζει μια γάτα από τα ερείπια κατεστραμμένου κτιρίου.
Στην ίδια ανάρτηση χαρακτήρισε την εφημερίδα «τρομοκρατικό μέσο» που λειτουργεί ως φωνή της Χεζμπολάχ, λόγω της φιλο – Χεζμπολάχ γραμμής της. Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων χαρακτήρισε την ανάρτηση αυτή «υποκίνηση», υπενθυμίζοντας ότι οι δημοσιογράφοι προστατεύονται ως άμαχοι από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τη γραμμή ή τις πολιτικές θέσεις του μέσου στο οποίο εργάζονται, εφόσον δεν συμμετέχουν άμεσα σε εχθροπραξίες. Η CPJ σημείωσε ότι δεν υπάρχει απόδειξη πως η Χαλίλ ή η Φαράζ συμμετείχαν σε εχθροπραξίες.
Η δολοφονία της Αμάλ Χαλίλ δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως μία ακόμη απώλεια στον πόλεμο. Για τις οργανώσεις Τύπου, τις λιβανέζικες αρχές και τους συναδέλφους της, αποτελεί υπόθεση που δοκιμάζει το αν η διεθνής κοινότητα θα ανεχθεί την ατιμωρησία στη δολοφονία δημοσιογράφων.
Για τους ανθρώπους του νότιου Λιβάνου, ήταν η δημοσιογράφος που κατέγραφε τις ζωές τους. Και ακριβώς γι’ αυτό ο θάνατός της έχει μετατραπεί σε σύμβολο: όχι μόνο της βίας του πολέμου, αλλά και της προσπάθειας να επιβληθεί σιωπή σε όσους αναδεικνύουν και τεκμηριώνουν τις ισραηλινές επιθέσεις σε αμάχους και τις συνέπειές τους.
Διαβάστε επίσης:
Ναι στις Βρυξέλλες, σιωπή στην Αθήνα: Η ΝΔ ψήφισε υπέρ του εμβολιασμού ζώων και δεν το λέει
Κωλοτούμπα Τραμπ: Στο ψυγείο το «Σχέδιο Ελευθερία» – «Μεγάλη πρόοδος προς πλήρη και τελική συμφωνία»
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια