Η Δημοσιογραφία, η Δημοκρατία κι η Μαύρη τρύπα

Το θέμα, μέσα σε όλο αυτό, είναι όχι μόνο αν μπορεί να υπάρχει η Αυγή ή να δημοσιογραφεί ελεύθερα ο Βαξεβάνης. Αλλά γιατί απομείναμε μόνο με εφημερίδες της αριστεράς, τον Βαξεβάνη και μερικούς ελάχιστους δημοσιογράφους, να προσπαθούν να σπάσουν τον κυβερνητικό μονόλογο.

Χάρης Χεϊζάνογλου 15/01/2022 | 21:46

Τον Ιανουάριο του 2001 η Καθημερινή πουλούσε, κατά μέσο όρο, 38.508 ημερήσια φύλλα κι ο Ριζοσπάστης 13.371, σε ένα σύνολο 114.271 πρωινών φύλλων που αθροιστικά, μαζί με τις απογευματινές εφημερίδες έφταναν τα 498.966 ημερήσια φύλλα.

Τον Ιούνιο του 2018 (η τελευταία ημερομηνία που βρέθηκε να δίνει στοιχεία), η Καθημερινή πουλούσε 13.810 ημερήσια φύλλα κι ο Ριζοσπάστης 3.370, σε ένα σύνολο 85.071 πρωινών και απογευματινών εφημερίδων.
Προφανώς, αυτή η τεράστια πτώση συνέβη γιατί τα τελευταία χρόνια μια μερίδα του αναγνωστικού κοινού μετέβη στις συνδρομητικές ηλεκτρονικές εκδόσεις των εφημερίδων. Ωστόσο ο κύριος λόγος είναι ότι το διαδίκτυο και οι free press διαμόρφωσαν μια κουλτούρα χαλαρής και δωρεάν κατανάλωσης της πληροφορίας και της ειδησιογραφίας, η οποία και επικράτησε.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδύθηκαν κι επικράτησαν δωρεάν έντυπα και ενημερωτικά sites αμφιβόλου ποιότητας και εγκυρότητας, τα οποία τρέφονται είτε από «χορηγούς» είτε από διαφημίσεις και άρθρα με clickbait τίτλους και περιεχόμενο. Τρίτος τρόπος δεν είναι εύκολο να υπάρξει, καθώς στην Ελλάδα είναι τόσο μικρή η αγορά που καθίσταται περίπου αδύνατο ένα ενημερωτικό μέσο να επιβιώσει αλλιώς.

Αυτό που χάνεται, αν δεν χάθηκε ακόμα εντελώς, δεν είναι όμως μόνο η κουλτούρα του εντύπου, της έγκυρης πληροφορίας ή της ενυπόγραφης γνώμης. Δεν είναι μόνο η μυρωδιά από το μελάνι τυπωμένο σε χαρτί, για το οποίο πλήρωνες στο περίπτερο, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό που συνδέεται με τα παραπάνω. Είναι ότι χάνεται η δυνατότητά του δημοσιογραφικού κλάδου, να επιβιώνει ασκώντας το λειτούργημά του αξιοπρεπώς, ή τουλάχιστον χωρίς να κάνει τον καραγκιόζη. Κι αυτό αφαιρεί τρεις επιπλέον δυνατότητες: α) την αντικειμενικότητα της είδησης και του τρόπου που αυτή παρουσιάζεται β) την εντιμότητα του υποκειμενικού σχολιασμού της γ) τη δυνατότητα της αμφισβήτησης και της έρευνας.

Θα μου πεις, τα χρόνια που πληρώναμε για την εφημερίδα, ήταν πιο αντικειμενική η ενημέρωση; Η απάντηση είναι όχι. Και τότε πολύς κόσμος πλήρωνε και κατανάλωνε αθλιότητες, αλλά ταυτόχρονα αν ήθελες να βρεις ποιοτική δημοσιογραφία έβρισκες. Υπήρχε ρεπορτάζ και ερευνητική δημοσιογραφία και δεν ήταν κανόνας η είδηση να δημοσιεύεται ως κυβερνητικό δελτίο τύπου ή ως non paper. Συχνά μάλιστα, έβρισκες άρθρα διαμάντια ακόμα και σε εφημερίδες με τις οποίες μπορεί να διαφωνούσες ιδεολογικά.

Την τελευταία δεκαετία χάθηκε σταδιακά η έγκυρη δημοσιογραφία, τόσο με την άνοδο της διαδικτυακής πληροφόρησης, όσο και με την άνευ όρων παράδοση και πρόσδεση της μεγάλης μερίδας του τύπου στο μνημονιακό άρμα, και κυρίως στο there is no alternative αφήγημα. Οι μετριοπαθείς απόψεις λιγόστεψαν, οι μετριοπαθείς δημοσιογράφοι πήγαν σπίτι τους κι επικράτησαν τα fake news, ο πληροφοριακός θόρυβος, οι «εμείς τί φταίμε που όλες οι κοινωνικές ομάδες είναι υπέρ του ναι» και ο δημοσιογραφικός εσμός. Που από τα κλάματα και τα γλειψίματα βρέθηκε στα βουλευτικά έδρανα.

Όλο αυτό σήμερα είναι το σκηνικό ενός στημένου πληροφοριακού πολέμου, ο οποίος δεν είναι ένας πόλεμος προς τα αριστερά κόμματα ή τον αριστερό τύπο, όπως θέλουν να τον βλέπουν κάποιοι. Μπορεί να ξεκίνησε και να εξελίσσεται ως τέτοιος αλλά καταλήγει να είναι ένας πόλεμος συνολικά προς τη δημοσιογραφία, την ελευθεροτυπία, την κοινωνία, την αλήθεια, τον ορθολογισμό (αυτό φάνηκε εντόνως στην περίοδο της πανδημίας), τον πολιτικό διάλογο, τη δυνατότητα των ανθρώπων να συμφωνούν ότι τα 10 είναι 10 και τα 100 είναι 100, κι ας διαφωνούν για το αν 100 είναι πολλά ή λίγα...

Το θέμα, μέσα σε όλο αυτό, είναι όχι μόνο αν μπορεί να υπάρχει η Αυγή ή να δημοσιογραφεί ελεύθερα ο Βαξεβάνης. Αλλά γιατί απομείναμε μόνο με εφημερίδες της αριστεράς, τον Βαξεβάνη και μερικούς ελάχιστους δημοσιογράφους, να προσπαθούν να σπάσουν τον κυβερνητικό μονόλογο.

Να το πω αλλιώς: Με αφορμή τη δίωξη τον Βαξεβάνη για τις αποκαλύψεις για την Novartis, ένα τεράστιο ερώτημα τίθεται. Πού είναι η ερευνητική δημοσιογραφία όλων των άλλων ενημερωτικών μέσων; Υπάρχει κάποια δημοσιογραφική έρευνα από τον υπόλοιπο τύπο; Πού είναι η έρευνα και οι αποκαλύψεις των ιδιωτικών καναλιών; Πού είναι η διάθεση όλων αυτών να κάνουν έστω και μία πιεστική ερώτηση για το θέμα, για όλα αυτά που έχει αποκαλύψει ο Βαξεβάνης για πολιτικά πρόσωπα, στα ίδια τα πολιτικά πρόσωπα;

Στον δημοσιογραφικό κόσμο υπήρχαν πάντα οι βαστάζοι της εξουσίας. Αλλά υπήρχαν κι οι μετριοπαθείς κι οι έντιμοι ιδεολόγοι που έκαναν ερευνητική δημοσιογραφία. Υπήρχαν αυτοί που είχαν μεν κομματικές προτιμήσεις αλλά ήταν καθαροί, δεν ήταν λαμόγια. Πλέον έχει επιβληθεί ένα σιωπητήριο σε όλους αυτούς, εκτός από τους βαστάζους της εξουσίας. Ε λοιπόν αυτό δεν είναι πρόβλημα του Βαξεβάνη ή των εφημερίδων της Αριστεράς. Είναι πρόβλημα για όλους και πάνω απ’ όλα για την ίδια τη Δημοκρατία.

Y.Σ. 
Μια mainstream δημοσιογραφία σε ένα mainstream μέσο, στις καπιταλιστικές ΗΠΑ έβγαλε στη φόρα το σκάνδαλο της Theranos, στην οποίο Theranos μεγαλομέτοχος ήταν ο ιδιοκτήτης του μέσου που τη χαντάκωσε. Μάλιστα η Elizabeth Holmes δικάστηκε και καταδικάστηκε προχθές. Στην Ελλάδα αυτό δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε να συμβαίνει ακόμα κι αν είχαμε καπνίσει μια φυτεία… Πόσο μάλλον να συμβεί. 
 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr