Δεν είμαστε απλώς λαός με άποψη. Είμαστε λαός με άποψη σε αναμονή, σαν ειδοποίηση που τρεμοπαίζει πάνω απ’ το κεφάλι μας μέχρι να βρεθεί το επόμενο θέμα-δόλωμα. Μπαίνουμε στο feed όπως παλιά μπαίναμε στο καφενείο, όχι για να μάθουμε, αλλά για να πάρουμε θέση. Κι αν δεν υπάρχει θέση, τη φτιάχνουμε, τη ζυμώνουμε με λίγη αγανάκτηση, λίγη ειρωνεία, λίγη ανάγκη να νιώσουμε ότι ανήκουμε κάπου, κυρίως στο στρατόπεδο «τα’ λεγα εγώ».
Το περίεργο δεν είναι ότι διαφωνούμε. Το περίεργο είναι ότι χαιρόμαστε όταν διαφωνούμε. Λες και η καθημερινότητα δεν μας φτάνει, θέλουμε κι έναν μικρό εμφύλιο να μας δώσει ρυθμό. Να μας θυμίσει ότι υπάρχουμε. Ότι μετράμε. Ότι έχουμε φωνή, έστω κι αν αυτή η φωνή δεν λέει πολλά. Και κάπου εκεί ξεκινά το αγαπημένο μας σπορ, δηλαδή να μισούμε. Με συνέπεια, με πάθος, σχεδόν με τρυφερότητα.
Όλοι εναντίον όλων: Από την Καρυστιανού μέχρι το πακέτο τσιγάρα
Η Καρυστιανού δεν είναι πια άνθρωπος. Είναι τεστ χαρακτήρα. Τη βλέπεις και πρέπει να αποφασίσεις άμεσα, είσαι μαζί της ή απέναντι. Δεν επιτρέπεται το «περίμενε να ακούσω», ούτε το «ας δω τι λέει». Το feed δεν συγχωρεί την παύση. Αν δεν πάρεις θέση, θα στη δώσουν άλλοι και συνήθως με κεφαλαία. Έτσι, ένα πρόσωπο γίνεται αφορμή για να ξαναστηθούν χαρακώματα, όχι για να συζητηθεί κάτι ουσιαστικό, αφού δεν έχει σημασία τι εκπροσωπεί, τι λέει, τι ζητά. Σημασία έχει αν ανήκει στη δική μας πλευρά. Αν όχι, να καεί.
Κάπως έτσι και οι αγρότες. Άλλοτε «η ραχοκοκαλιά της χώρας», άλλοτε «τεμπέληδες με επιδοτήσεις». Ανάλογα με την ώρα, τον αλγόριθμο και το αν μας έκλεισαν τον δρόμο για καφέ. Δεν μας απασχολεί τι σημαίνει να προσπαθείς να επιβιώσεις με αυξανόμενο κόστος, απρόβλεπτο καιρό και αγορές που δεν σε περιμένουν. Μας απασχολεί αν θα ταλαιπωρηθούμε εμείς. Αν ναι, τότε ο αγρότης μετατρέπεται αυτομάτως σε εχθρό του λαού. Και το μίσος βρίσκει νέο στόχο.
Το ίδιο μοτίβο, σε μικρότερη συσκευασία, στο πακέτο τσιγάρα. Δεκαπέντε ευρώ. Μια τιμή που για κάποιους είναι απλώς αριθμός, για άλλους καθημερινή αγωνία. Κι όμως, υπάρχει μια παράξενη ικανοποίηση σε ορισμένα σχόλια. Ένα χαμόγελο που δεν φαίνεται αλλά ακούγεται το «καλά να πάθουν». Σαν να μην ζούμε όλοι στην ίδια ακρίβεια, σαν να μην ανασαίνουμε τον ίδιο αέρα αβεβαιότητας. Η δυσκολία του άλλου γίνεται μικρή νίκη. Όχι γιατί λύνει κάτι, αλλά γιατί επιβεβαιώνει ότι δεν είμαι εγώ ο χαμένος σήμερα.
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με κανέναν, ούτε με την Καρυστιανού, ούτε με τους αγρότες, ούτε με τον καπνιστή που μετράει κέρματα στο περίπτερο. Αυτό που μοιάζει να μας λείπει δεν είναι η συμφωνία, αλλά η στοιχειώδης περιέργεια. Προτιμάμε τη βεβαιότητα του θυμού από την αβεβαιότητα της σκέψης. Ο θυμός είναι πιο γρήγορος. Δεν απαιτεί κόπο, μόνο στόχο.
Κι έτσι, κάθε θέμα γίνεται πεδίο μάχης.
Μια ταινία, ένα έθνος σκηνοθετών και ιστορικών
Η ταινία Καποδίστριας δεν πρόλαβε καλά-καλά να αναπνεύσει και βρέθηκε στο εδώλιο. Όχι της κριτικής, της δημόσιας διαπόμπευσης. Ξαφνικά, μια χώρα που μέχρι χθες δεν ξεχώριζε τον Καποδίστρια από τον Κολοκοτρώνη, γέμισε ιστορικούς. Σκηνοθέτες. Σεναριογράφους. Ειδικούς στη φωτογραφία εποχής και στην ψυχολογία του πρώτου κυβερνήτη. Όλοι με άποψη. Κανείς με τεκμηρίωση. Δεν έχει σημασία αν την είδαν, αυτό είναι λεπτομέρεια. Η άποψη προηγείται. Το «ανιστόρητο» πετάγεται με την άνεση που πετάς μια απόφαση στο VAR, χωρίς replay. Το «ατεκμηρίωτο» γίνεται σφραγίδα εγκυρότητας, όσο πιο απόλυτο, τόσο πιο πιστευτό. Κι αν ρωτήσεις «πώς;», «γιατί;», «με βάση τι;», η απάντηση είναι συνήθως ένας θυμός που δεν χρειάζεται επιχειρήματα.
Η τέχνη δεν αντιμετωπίζεται ως πρόσκληση για συζήτηση, αλλά ως αφορμή για σύγκρουση. Δεν συζητάμε τι επιχειρεί να πει μια ταινία, πού πετυχαίνει, πού αποτυγχάνει. Τη χρησιμοποιούμε σαν καθρέφτη για να δούμε τον εαυτό μας να φωνάζει. Το έργο γίνεται απλώς το πρόσχημα. Το πραγματικό έργο είναι το σχόλιο από κάτω.
Κάπου εδώ, η κριτική παύει να είναι κριτική. Γίνεται χειρονομία. Μια απότομη κίνηση για να δηλώσουμε παρουσία. Δεν χρειάζεται γνώση, χρειάζεται ένταση. Δεν χρειάζεται ανάγνωση, χρειάζεται στρατόπεδο. Η ταινία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, είναι βολική. Βολική για να αποδείξουμε ότι «εμείς ξέρουμε». Ότι «οι άλλοι είναι άσχετοι». Ότι αν μας έδιναν λεφτά και κάμερα, θα κάναμε κάτι καλύτερο. Πάντα.
Το πιο ειρωνικό; Ότι αυτή η οχλοβοή βαφτίζεται «δημόσιος διάλογος», όλο αυτό μεγαλώνει, γίνεται πολιτική και καταλήγει σε ακόμα μεγαλύτερη φασαρία…
Εμείς σκοτωνόμαστε στα σχόλια κι ο κόσμος αλλάζει
Την ώρα που εμείς μετράμε likes, στρατόπεδα και screenshots, ο κόσμος δεν περιμένει. Ο Ντόναλντ Τραμπ απαγάγει κόσμο — κυριολεκτικά και μεταφορικά — απειλεί χώρες, ξαναγράφει όρους και χάρτες. Η Γροιλανδία δεν είναι πια παγωμένη άκρη του πλανήτη, αλλά πιθανό τρόπαιο. Οι λέξεις «κυριαρχία» και «σύνορα» επιστρέφουν σαν παλιές κασέτες που νόμιζες πως είχες πετάξει. Κι εμείς; Εμείς τσακωνόμαστε για το ποιος είπε τι, ποιος «πρόδωσε», ποιος «ξεπουλήθηκε».
Στην παγκόσμια αγορά, τα προϊόντα της Λατινικής Αμερικής ετοιμάζονται να εκτοπίσουν τα δικά μας. Όχι επειδή είναι καλύτερα, αλλά επειδή είναι φθηνότερα, πιο οργανωμένα, πιο επιθετικά. Οι αλυσίδες εφοδιασμού αλλάζουν χέρια, οι συμφωνίες κλείνονται μακριά από τα timelines μας. Κι εμείς, αντί να κοιτάμε πώς θα σταθούμε σε αυτό το νέο τοπίο, μετράμε ποιος «κέρδισε» τον καβγά της ημέρας. Η οικονομία γίνεται θόρυβος φόντου, ενώ το σχόλιο γίνεται πρωταγωνιστής.
Δεν είναι αθώο. Ο διχασμός λειτουργεί σαν καπνογόνο. Όσο φωνάζουμε, δεν ακούμε. Όσο διαλέγουμε πλευρά, χάνουμε το πεδίο. Η οργή μάς δίνει την ψευδαίσθηση συμμετοχής χωρίς το κόστος της κατανόησης. Μας κρατά απασχολημένους, αλλά ακίνητους. Παρόντες παντού και ανύπαρκτους εκεί που μετράει.
Κι έτσι, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού, εμείς ανακυκλώνουμε θυμό. Τον βαφτίζουμε άποψη, τον ανεβάζουμε ως content, τον καταναλώνουμε σε δόσεις μέχρι να έρθει το επόμενο θέμα. Δεν είναι ότι δεν μας αφορά ο κόσμος. Είναι ότι προτιμάμε έναν μικρό, βολικό εμφύλιο από μια μεγάλη, δύσκολη πραγματικότητα.
Και κάπως έτσι κυλάει η μέρα. Με νέο θέμα, νέο θυμό, νέο στρατόπεδο. Το content δεν γράφεται για να διαβαστεί· γράφεται για να αντιδράσουμε. Δεν το καταναλώνουμε, το εκτονώνουμε. Σαν να μην μας νοιάζει τι λέμε, αρκεί να λέμε κάτι. Αρκεί να ακουστούμε μέσα στον θόρυβο, έστω για λίγα δευτερόλεπτα.
Το μίσος έγινε συνήθεια. Μικρή, καθημερινή, σχεδόν αόρατη. Μας κρατά σε εγρήγορση, μας δίνει ρόλο, μας απαλλάσσει από την ευθύνη να σκεφτούμε βαθύτερα. Κι όσο το ταΐζουμε, τόσο μας μοιάζει αναγκαίο. Δεν μας διχάζουν πια οι ιδέες. Μας ενώνει μόνο η ανάγκη να θυμώσουμε — πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει γύρω μας.
Διαβάστε επίσης:
Κωνσταντοπούλου: Η πρώτη αντίδραση για το κόμμα που ετοιμάζει η Καρυστιανού
Δημοσκόπηση: Εκτοξεύεται το ΠΑΣΟΚ χωρίς Ανδρουλάκη – Έκπληξη από Κωνσταντοπούλου
Πέντε σημεία από τον Κώστα Βαξεβάνη για το κόμμα Καρυστιανού: «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι»
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια