Η βεβαιότητα του Παραλόγου

Δεν είναι τυχαίες οι ανοησίες που ακούγονται από διάφορα στελέχη της ΝΔ και τα δημοσιογραφικά της φερέφωνα. Η δουλειά τους είναι να εκτραχύνουν τον δημόσιο διάλογο και να κανονικοποιήσουν την παρακμή και τη φαιδρότητα, καθιστώντας τες ως μόνη λογική λύση στην οποία απαντά ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Ευάγγελος Κωνσταντέλος 11/06/2021 | 12:52

Η φιλοσοφία είναι ένα σύνολο συστημάτων που εξετάζουν τις ανθρώπινες απορίες για τον τρόπο ζωής, την ομορφιά, την προέλευση, τα όρια και την ποιότητα της γνώσης, τη φύση και τον σκοπό της γνώσης, την ουσία των πραγμάτων, την ύπαρξη, τη σχέση και την οργάνωση της ζωής των ανθρώπων μέσα σε κοινωνίες, την καταγωγή της γλώσσας και τη χρήση της και τα προβλήματα των θρησκειών. Το πιο ισχυρό σύστημα της φιλοσοφίας όμως είναι η λογική, που αποτελεί το εργαλείο με βάση το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να μελετήσει την εγκυρότητα των τρόπων ενός συλλογισμού, είτε ορθού είτε εσφαλμένου. Η λογική όμως δεν έχει μόνο την ιδιότητα να επαληθεύει την εγκυρότητα ενός συλλογισμού, αλλά και να υποδεικνύει τρόπους χρήσης των αποτελεσμάτων του. Είναι μέθοδος που μελετήθηκε από πολλούς πολιτισμούς της αρχαιότητας και κορυφώθηκε με τον Αριστοτέλη, ο οποίος τη συστηματοποίησε ακόμη περισσότερο και στην ουσία την καθιέρωσε ως επίσημο κλάδο, δίνοντάς της θεμελιώδη θέση στη φιλοσοφία. Έτσι, η λογική αρχίζει να μελετά τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να σκέφτεται ο άνθρωπος και συνδέεται με οποιαδήποτε φιλοσοφική δραστηριότητα. Σκοπός της είναι να βρίσκει και να επαληθεύει τους συλλογισμούς εκείνους, βάση των οποίων σκεπτόμαστε ορθά.

Οι προτάσεις των σοφών και των φιλοσόφων κάθε φορά αναδείκνυαν την ανάγκη για επιπλέον γνώση και διαπιστώσεις για τον κόσμο, εμπλουτίζοντας τη διανοητική δραστηριότητα των ανθρώπων και των κοινωνιών. Ήταν ένας τρόπος από τη μία ο άνθρωπος να λύσει καθημερινά και πρακτικά ζητήματα που τον απασχολούσαν και από την άλλη να βρει λογικές απαντήσεις για την ψυχολογική του κατάσταση, καθώς ανέκαθεν αναζητούσε βεβαιότητες, δεδομένου ότι θεωρούσε τον εαυτό του ανίσχυρο μπροστά στα φυσικά φαινόμενα και το χρόνο. Η ανθρωπότητα, περνώντας δια πυρός και σιδήρου, καθιέρωσε τη λογική και τη φιλοσοφία ως τα απόλυτα συστήματα που μπορούσαν να παρηγορήσουν τον άνθρωπο για την εφήμερη φύση του. Η φωτιά αυτή ήταν η αναζήτηση της γνώσης, η επίγνωση της ουσίας που φανέρωσε τον άνθρωπο. Η φωτιά που παρέδωσε ο Προμηθέας στους ανθρώπους.

Η ουσία της σκέψης, ως ανθρώπινη δραστηριότητα, έχει τη δυνατότητα ερμηνείας και περιγραφής κάθε υπαρκτού και μη υπαρκτού. Η ερμηνεία και η περιγραφή δεν είναι απαραίτητο να στρέφονται προς τον άνθρωπο αλλά δημιουργούνται από το γεγονός ότι μόνο ο άνθρωπος έχει το προνόμιο να μπορεί να ερευνά, να συλλαμβάνει και να κατανοεί την ύπαρξη. Η ανθρώπινη σκέψη έχει τη δυνατότητα, να στοχάζεται στη βάση της υπαρκτικής υπόστασης της πραγματικότητας ενός πράγματος ή ενός αντικειμένου που βρίσκεται στο φυσικό κόσμο. Εν αντιθέσει με τη φιλοσοφία που ερευνά αυτή τη διαδικασία. Αυτή η διαφορά αποτελεί και το χάσμα ανάμεσα στο φιλοσοφείν και το σκέπτεσθαι. Η ανάλυση περί σκέψης θα πρέπει να συνδεθεί με τις περισσότερες μορφές της, ώστε να κατανοηθεί το γεγονός ότι ο άνθρωπος μπορεί να σκέφτεται χωρίς να αναγκαστεί να επικυρώσει λογικά και επιστημονικά το αντικείμενο της σκέψης του. Στον Όμηρο εμφανίζεται για πρώτη φορά η «σκέψη» ως όρος που σημαίνει «κοιτώ προς όλες τις κατευθύνσεις, με σκοπό την παρατήρηση». Δηλαδή, η σκέψη είναι μια απλή παρατήρηση του κόσμου, η οποία δημιουργεί ιδέες και εικόνες και έτσι απελευθερώνεται η φαντασία. Είναι μια πραγματική ελευθερία που υπάρχει στον άνθρωπο και μάλιστα αποτελεί την πρώτη συνειδησιακή πράξη της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι μια μη φωνούμενη γλώσσα, που όπως παρατηρεί ο John B. Watson, οι άνθρωποι όταν σκέφτονται δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να μιλούν με τον εαυτό τους. Η απλή αυτή λειτουργία της σκέψης δεν ήταν αρκετή, ώστε ο άνθρωπος να καλύψει τις αβεβαιότητες που του προκαλούσε ο κόσμος που παρατηρούσε. Έτσι, αναπτύσσοντας τη γλώσσα του, δημιούργησε κατηγορίες της σκέψης, ώστε να κατανοήσει και να βεβαιωθεί για την ουσία των υπαρκτών. Κατηγοριοποιώντας τη σκέψη, εκλογικεύτηκε κάθε έκφανση και συμπεριφορά του σκέπτεσθαι, δημιουργώντας τη φιλοσοφία της γνώσης και την a priori και posteriori γνώση.

Ακόμη και το «Παράλογο» υπόκειται στους ίδιους μηχανισμούς της λογικής, κατανοώντας όχι το λογικά αδύνατο αλλά το ανθρωπίνως αδύνατο. Το παράλογο προκύπτει από την αντιφατική φύση του γεγονότος, ότι και τα δύο υπάρχουν ταυτόχρονα, δημιουργώντας μια νοητική βεβαιότητα για τα άτομα και τις κοινωνίες. Έτσι, ο παραλογισμός δηλώνει ότι οι προσπάθειες της ανθρωπότητας να βρει εγγενή έννοια τελικά θα αποτύχουν, καθώς ο μεγάλος όγκος πληροφοριών, όπως και η ευρεία σφαίρα του αγνώστου, καθιστούν την απόλυτη πεποίθηση αδύνατη. Γιατί ο παραλογισμός διερευνά επιπλέον τη θεμελιώδη φύση του Παραλόγου και το πώς τα άτομα, όταν το συνειδητοποιήσουν, θα πρέπει να ανταποκριθούν. Είναι με άλλα λόγια, μια διαδικασία συνδυαστικά υπαρξιακή και μηδενιστική, που τοποθετεί τον άνθρωπο στο πεδίο της αποδοχής και της ανταπόκρισης που η ίδια η φύση τού επιβάλλει. Πόσο παράλογος είναι ο πόλεμος, η πίστη σε έναν θεό, η αυτοκτονία; Κι όμως συμβαίνουν ως «λογικές» ανταποκρίσεις. Αφού υπάρχει αποδοχή των φαινομένων και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό δημιουργούν νοητικές βεβαιότητες, θα ήταν μη λογικό να μη θεωρηθούν συνθήκη.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική διαμόρφωση και οργάνωση. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν οι εκλογές στην Κύπρο, όπου η αριστερά έχασε από ένα δεξιό κόμμα (ΔΗΣΥ), το οποίο είναι καθολικά και συνειδητά διεφθαρμένο. Όλοι γνώριζαν τι εστί κυβέρνηση Αναστασιάδη. Η κοινωνία όμως δεν ψήφισε μια διεφθαρμένη κυβέρνηση αλλά τη βεβαιότητα που αυτή ενέπνεε μέσα σε μια παγκόσμια παρακμιακή εποχή. Πιο σχηματικά θα λέγαμε, ότι ο κόσμος ψήφισε με την ίδια λογική που ένας αυτοκτονικός ασθενής θεωρεί την αυτοκτονία λογική λύση. Ομοίως και στην περίπτωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ποιος θεωρεί ότι η ΝΔ είναι κάτι διαφορετικό από μια άλογη ομάδα αντιφατικών προσωπικοτήτων; Ποιος μπορεί, εν συνεχεία, να αμφισβητήσει την ανόητη πολιτική της; Αφού ο ίδιος ο παραλογισμός είναι η κυρίαρχη συνθήκη της κυβέρνησης, γιατί να μην ψηφίζει ενάντια σε πράγματα που η κοινωνία θεωρούσε μέχρι τώρα κεκτημένα; Αφού η λογική της είναι μια κανονικότητα επικίνδυνης ανοησίας. Ποιος θα τη σταματήσει; Πώς θα τη σταματήσει και γιατί; Και εδώ χάνει ο Σύριζα την πολιτική του υπόσταση ως αριστερά, όπως την έχασε –μαζί με τις εκλογές– και το ΑΚΕΛ. Όταν όλοι στην Κύπρο γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη είναι μια διεφθαρμένη κυβέρνηση και, επικοινωνιακά τουλάχιστον, η αριστερά επιλέγει τη «διαφθορά» ως πολιτικό επιχείρημα, τότε η προεκλογική εκστρατεία είναι κενή περιεχομένου, δεν προτείνει ριζικές λύσεις για άλλα κοινωνικά ζητήματα, δείχνει ουσιαστική έλλειψη ιδεών και το κυριότερο… κουράζει και κανένας σύγχρονος άνθρωπος δεν την παίρνει στα σοβαρά.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του Σύριζα. Όταν ο Κωστής Χατζηδάκης φέρνει στη βουλή νομοσχέδιο που ανατρέπει το 8ωρο και καθιερώνει το 10ωρο χωρίς υπερωριακή αμοιβή αλλά με ατομική σύμβαση, αυξάνει τις υπερωρίες, γενικεύει την εργασία τις Κυριακές, καταργεί κάθε προστασία για τις απολύσεις και η αντιπρότασή σου ως αριστερά είναι γενικά και αόριστα «εμείς, αν μας δώσει ο κόσμος τη δυνατότητα, θα ανατρέψουμε αυτές τις πολιτικές» είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Γιατί δεν είναι ουσιαστική και ρηξικέλευθη ιδέα το να επαναφέρει ο Σύριζα το καθεστώς που προϋπήρχε, αφού στην ουσία δεν προτείνει τίποτα καινούργιο. Σύγχρονη πρόταση στον παραλογισμό της ΝΔ θα ήταν να προτείνει ο Σύριζα το Νορβηγικό ή το Δανικό μοντέλο, που μειώνει τις ώρες εργασίας με περισσότερες απολαβές και σταθερά ωφελήματα. Σύγχρονη πρόταση θα ήταν να αναδημιουργήσει έναν δημόσιο τομέα στα πρότυπα της Βρετανίας, ώστε να μη βρίσκεται η κοινωνία σε επισφάλεια κάθε φορά που γίνονται εκλογές. Έναν δημόσιο τομέα, που δεν είναι εχθρικός προς τον πολίτη. Να μην είναι καν απαραίτητη η δια ζώσης επαφή του πολίτη με το δημόσιο, όπως συμβαίνει σε σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρώπης. Σύγχρονη πολιτική είναι να προτείνει και να διαβουλευτεί νέες ιδέες στον τομέα της δημόσιας τάξης, που εμπνέουν αίσθημα ασφάλειας στην κοινωνία, αντιμετωπίζοντας συστηματικά το οργανωμένο έγκλημα. Να εκπαιδεύει τους κρατικούς λειτουργούς και να ενσταλάζει δημοκρατικό πνεύμα στα σώματα ασφαλείας και το στρατό, ώστε να μην είναι πυρήνες ακροδεξιών και αντικοινωνικών συμπεριφορών. Να διευρύνει τη δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση και έρευνα σε όλα τα τμήματα, κάνοντάς τα προσιτά σε φοιτητές από όλη την Ευρώπη και τον κόσμο, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, επενδύοντας με αυτόν τον τρόπο περισσότερο στη διαπολιτισμική διπλωματία. Να αναβαθμίσει τα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα φτάνοντάς τα στα επίπεδα της ευρωπαϊκής δημόσιας υγείας. Να καταργήσει όλους τους ληστρικούς φορολογικούς νόμους αντικαθιστώντας τους με δίκαιους αναλογικούς, άρα και αναπτυξιακούς, που να αποπνέουν ασφάλεια στους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες. Σύγχρονη πολιτική είναι να καθαρίσει την κοινωνία από τους κρατικοδίαιτους δήθεν επιχειρηματίες και όλα τα παράσιτα που απομυζούν δημόσιο χρήμα. Πολιτική που εμπνέει εμπιστοσύνη στον πολίτη, είναι η κατάργηση των νόμων του Βενιζέλου και η αντικατάστασή τους με δίκαιους. Σύγχρονη πολιτική είναι να αναλάβει πρωτοβουλίες για επαφές και συνεργασίες με τρίτες φιλικές χώρες ως κυρίαρχο κράτος. Σύγχρονη πολιτική τέλος ασκείται όταν το κράτος διαχειρίζεται και ελέγχει το δημόσιο χρήμα. Επομένως, οι τράπεζες να είναι υπό δημόσιο έλεγχο στα πρότυπα των Ευρωπαϊκών. Με άλλα λόγια, σύγχρονες και απτές ευρωπαϊκές λύσεις, δοκιμασμένες ιδέες που ευεργετούν την κοινωνία χωρίς να της δημιουργούν μεγαλύτερη σύγχυση. Προτάσεις που όχι μόνο θα δώσουν τέλος στην παρακμή και τον παραλογισμό που συνοδεύουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη αλλά κυρίως θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ενός πολιτισμένου και σύγχρονου κράτους.

Όση κριτική και να ασκείται στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, δεν παύει να αποτελεί μια παράλογη βεβαιότητα, που απαντά τόσο στο ένστικτο των ψηφοφόρων της όσο και στη γενικότερη παρακμή της εποχής, η οποία έχει αφήσει την αριστερά σαστισμένη, κενή και φοβισμένη να αρθρώσει πολιτικό λόγο. Δεν είναι τυχαίες οι ανοησίες που ακούγονται από διάφορα στελέχη της ΝΔ και τα δημοσιογραφικά της φερέφωνα. Η δουλειά τους είναι να εκτραχύνουν τον δημόσιο διάλογο και να κανονικοποιήσουν την παρακμή και τη φαιδρότητα, καθιστώντας τες ως μόνη λογική λύση στην οποία απαντά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Οι περισσότεροι εκπρόσωποι της αριστεράς αποδεικνύονται σχεδόν ανίκανοι να δημιουργήσουν νέες ιδέες. Όσο η αριστερά δεν παράγει κάτι καινούργιο και σύγχρονο, τόσο θα θεμελιώνεται η βεβαιότητα του Παραλόγου. Και όταν τα πράγματα φτάσουν στο απροχώρητο και ο λαός αναγκαστεί να στραφεί και πάλι στην αριστερά, θα έχει διαπραχθεί η πιο λογική χυδαιότητα από καιροσκόπους και επαγγελματίες της αριστεράς. Αριστερούς, που αρκούνται στη μετριότητα της πολιτικής αυτοσυντήρησης. Αριστερούς μάταιους και θλιβερούς, που ζητιανεύουν από το λαό λίγες ψήφους για να υπάρχουν.

ΥΓ: Κάποια στιγμή διάβασα το εξής σχόλιο: «Ώρες-ώρες μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό, ο Πολάκης είναι ο μόνος που έχει σώας τας φρένας του». Αμέσως σκέφτηκα πως είναι και ο μόνος που προτείνει ιδέες και δεν μιλάει με την παρωχημένη γενικόλογη νοοτροπία της ευρύτερης και υπερφίαλης αριστεράς του περασμένου αιώνα. Αρκεί μόνο να θυμηθεί κανείς τη δουλειά του Ανδρέα Ξανθού και του Παύλου Πολάκη στον τομέα ευθύνης τους, τη δημόσια υγεία. Η αριστερά για να είναι πραγματική αριστερά, θα πρέπει να είναι ριζικά και καθ' ολοκληρίαν επαναστατική με στοιχεία του 21ου αιώνα και όχι μια ηττημένη και φοβική ομάδα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr